Έντυπη Έκδοση

«Είμαι ένας Δον Ζουάν της ποίησης»

Ο Αμερικανός ποιητής Τσαρλς ή Ντούσαν -όπως είναι το σερβικό βαφτιστικό του- Σίμιτς μέχρι τα δεκαέξι του έζησε το δράμα το Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου. Ο δημιουργός, ο οποίος κατάφερε στην ποίησή του να συγκεράσει τον λόγο, την τέχνη, την τζαζ και τη φιλοσοφία, τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1990, για τη συλλογή του «The world doesn't end: Prose Poems».

Η προσωπικότητα και η ποίηση του Τσαρλς Σίμιτς σφραγίστηκαν από τους βομβαρδισμούς του Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου. «Είμαι ένα από τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων», λέει Η προσωπικότητα και η ποίηση του Τσαρλς Σίμιτς σφραγίστηκαν από τους βομβαρδισμούς του Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου. «Είμαι ένα από τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων», λέει Ενας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής αμερικανικής μοντερνιστικής ποίησης θα βρίσκεται στην Αθήνα τη Δευτέρα (7 μ.μ.), στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο του Megaron Plus. Θα τον συστήσει ο ποιητής Ντίνος Σιώτης, ενώ ποιήματα του τιμώμενου θα διαβάσει ο Κωνσταντίνος Τζούμας. Η είσοδος είναι ελεύθερη, με δελτία προτεραιότητας (από τις 5.30 μ.μ.).

Γεννήθηκε στο Βελιγράδι, στις 9 Μαΐου 1938 και μετοίκησε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1951, αφού είχε ζήσει τους βομβαρδισμούς από τους Γερμανούς το 1941 και από τους Συμμάχους το 1944: «Είμαι ένα από τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων. Εγινα πολλές φορές μάρτυρας στη ζωή μου της ηλιθιότητας και της φαυλότητας. Γνώρισα την κακή τύχη, αλλά δεν είναι τίποτα η δική μου μικρή ιστορία μπροστά στις άλλες που άκουσα», μας περιγράφει τον ξεριζωμό του ο 72χρονος Τσαρλς Σίμιτς.

Μ' αυτές τις αρνητικές αποσκευές, φορτισμένος όμως από τον πιο θετικό ηλεκτρισμό της δημιουργίας, ωρίμασε στο Σικάγο, όπου του δόθηκαν ευκαιρίες να μορφωθεί: ο Σέρβος εμιγκρές κατάφερε να πάρει το bachelor of arts από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και σήμερα να είναι επίτιμος καθηγητής της Αμερικανικής Λογοτεχνίας και Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χαμσάιρ.

Ολα ξεκίνησαν σαν ένα όνειρο για την ποίηση, εξαιτίας ενός νεανικού έρωτα: «Οταν ήμουν νέος ήθελα να γίνω ζωγράφος, αλλά τελικά άρχισα να γράφω ποιήματα στο Λύκειο, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσω ένα κορίτσι. Τελικώς ούτε το κορίτσι κατέκτησα ούτε ζωγράφος έγινα, αλλά συνέχισα να γράφω ποιήματα. Αργότερα, μόλις συνειδητοποίησα ότι ένας φίλος μου έγραφε ηλίθια ερωτικά ποιήματα για να τον λατρεύουν τα κορίτσια, τότε ήρθε η οριστική μου απόφαση ν' ασχοληθώ με την ποίηση», μας λέει για τις πρώτες ποιητικές του απόπειρες.

Το όνομά του άρχισε να συζητιέται κατά τη δεκαετία του '70, όταν η κριτική τού αναγνώρισε την ικανότητα να φτιάχνει μινιμαλιστικά, λακωνικά και εικονοκλαστικά ποιήματα: «Εχουν τις ρίζες τους στην παρατήρηση των αντικειμένων, μέσω των οποίων φτάνουμε στη σύλληψη του σύμπαντος. Οι λέξεις είναι σαν τις μύγες που κάνουν έρωτα το καλοκαίρι και ο ποιητής το μόνο που κάνει, είναι να τις παρατηρεί», εξηγεί.

Παραδέχεται, όπως λέει, ότι «είμαι ένας Δον Ζουάν της ποίησης. Πήγα στο κρεβάτι με διαφορετικά είδη ποίησης: την αρχαία κινεζική ποίηση, τους Ρωμαίους ποιητές, τον γαλλικό συμβολισμό, την αμερικανική μοντερνιστική ποίηση». Δεν αποδέχεται τον τίτλο του υπερρεαλιστή ποιητή που του έχουν χρεώσει: «Είμαι σκληρός ρεαλιστής. Οι αμερικανικές πόλεις είναι γεμάτες αστέγους και τρελούς που μιλάνε στον εαυτό τους. Εγώ τους παρατηρώ και τους αφουγκράζομαι».

Δεν είναι μάγος για να μας αποκαλύψει πώς γράφεται ένα ποίημα: «Πολύ σπάνια έχω μια συγκεκριμένη ιδέα. Μπορεί, όταν αρχίζω το ποίημα, να έχω κάτι αόριστο στο μυαλό μου, αλλά, καθώς γράφονται οι λέξεις, τις ακολουθώ ευχαρίστως, ώσπου να με οδηγήσουν στο αποτέλεσμα σελίδα τη σελίδα. Κατά τα άλλα, απολαμβάνω την αίσθηση ότι ανοίγω τα μάτια μου το πρωί για να αντικρίσω τον κόσμο και να διαβάσω εφημερίδες. Εδώ λειτουργεί η έμπνευση, αν και δεν είναι η κατάλληλη λέξη για να εκφράσει αυτό που αισθάνομαι, γιατί πολλές φορές αυτά που έχω διαβάσει με εξοργίζουν».

Δεν φαίνεται ότι συμμερίζεται τον ενθουσιασμό ποιητών και κοινού μπροστά στη νέα θεά της ποίησης, που ονομάζεται slam poetry: «Οπως όλες οι παραστάσεις είναι απολαυστική και διασκεδαστική. Είναι, ωστόσο, σπάνιο το φαινόμενο να έχουμε και υψηλού επιπέδου ποίηση. Είναι σαν να συγκρίνεις τον Ελβις Πρίσλεϊ με τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Θελόνιους Μονκ».

Αν δεν ήσασταν ποιητής, ποιο επάγγελμα θα είχατε ακολουθήσει, τον ρωτάμε. «Θα ήθελα να αγοράσω ένα μικρό εστιατόριο για να μπορώ να μαγειρεύω. Μου αρέσει κυρίως η μεσογειακή κουζίνα», μας απαντά.

Κλείνοντας τη συνομιλία μας, του ζητάμε να μας πει τι έχει σκεφτεί για την παραμονή του στην Αθήνα: «Ερχομαι για να συναντήσω παλαιούς και νέους φίλους, να χαζέψω, να φάω καλά, ν' ακούσω μουσική». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία