Έντυπη Έκδοση

Ποιοι θέλουν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα;

«Την Παρασκευή, 17η τρέχοντος και ώρα 20.13, εκείνη η ελάχιστη, σχεδόν ανεπαίσθητη έκρηξη φώτισε στιγμιαία, σαν σπινθήρας, το σύμπλεγμα στην κορυφή της πόλης. Ο χώρος έλαμψε μέσα σε μια ανεξήγητη σιωπή. Μια ολόλευκη αστραπή σκίασε προς στιγμή, ακόμα και τους προβολείς. Επειτα τα φώτα έσβησαν απότομα, και η κορυφή τυλίχτηκε σε ένα χαμηλό σύννεφο καπνού και σκόνης. Ακολούθησε ο υπόκωφος τριγμός των μαρμάρων που συντρίβονταν».

Ο Παρθενώνας ανατινάζεται με βόμβες και καταρρέει μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Αθηναίων στη νουβέλα του Χρήστου Χρυσόπουλου «Ο βομβιστής του Παρθενώνα» («Καστανιώτης»). Δράστης της επίθεσης είναι ο Χ.Κ. Δεν κατέστρεψε το μνημείο ως αντίποινο σε κάποια πολιτική ή κοινωνική αδικία, αλλά, όπως ισχυρίζεται, για να απελευθερωθεί από αυτό που θεωρούνταν αξεπέραστα τέλειο.

Η ακραία πράξη του συναντά στο βιβλίο τις αιρετικές απόψεις του γνωστού Ελληνα μοντερνιστή ποιητή Γιώργου Μακρή, ο οποίος τη δεκαετία τού '40 είχε συντάξει προκήρυξη αλλά και οδηγίες για την ανατίναξη του Παρθενώνα. Το θέμα του βιβλίου διαχέεται μοιραία σε σύγχρονα ζητήματα κοινωνικά, πολιτικά, εθνικής ταυτότητας και στη μάλλον προβληματική σχέση μας με την Αθήνα.

Στο παρελθόν υπήρξαν και αληθινές απειλές εναντίον του μνημείου, από τις γνωστές των κατακτητών ή της Εκκλησίας, μέχρι σχετικά πρόσφατες, όπως εκείνη της οργάνωσης «Οκτώβρης 80», που τη δεκαετία του '80 απειλούσε να καταστρέψει τον Παρθενώνα αν δεν απομακρύνονταν άμεσα από την πρωτεύουσα οι ρυπογόνες βιομηχανίες. Γιατί να θέλει κάποιος να καταστρέψει ένα τέτοιο μνημείο;

Μνημείο-«καθρέφτης»

«Οι λόγοι αφορούν τους επίδοξους θύτες και όχι τον Παρθενώνα», απαντά ο Χρήστος Χρυσόπουλος. «Η κυρίαρχη αντίληψη, όπως εκφράζεται και από τον δημόσιο λόγο, θέλει το μνημείο (σε μια μεταφορά για την στερεότυπη λευκότητα των μαρμάρων;) να γίνεται ο "καθρέφτης" στον οποίο οι νεοέλληνες διακρίνουν το είδωλό τους, καταλήγοντας να μισούν μια εκδοχή αυτού που βλέπουν. Εδώ νομίζω βρίσκεται και η ουσιαστικότερη περιπλοκή: στο διαρκές αίσθημα ότι το παρελθόν αποτελεί ταυτόχρονα υπενθύμιση και αίτιο της υστέρησης που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική αυτοσυνείδηση».

Η καταστροφή της αρχαίας κληρονομιάς δεν υπήρξε, πάντως, επινόηση των Ελλήνων ούτε και των τρομοκρατικών οργανώσεων. Το αίτημα για την καταστροφή των μνημείων είχε εκφράσει στα χρόνια της Παρισινής Κομούνας ο Γάλλος ζωγράφος Γκιστάβ Κουρμπέ, προτείνοντας τη διάλυση της στήλης της πλατείας Βαντόμ. Ανάλογες απόψεις είχαν υποστηρίξει οι φουτουριστές και οι ντανταϊστές.

Στην Ελλάδα ο πρώτος που το υποστήριξε ήταν ο διανοητής Νικόλαος Κάλας και αργότερα ο ποιητής Γιώργος Μακρής. «Το 1944 συνέταξε μια προκήρυξη που ζητούσε την ανατίναξη του Παρθενώνα και τη συνέταξε με ιεραρχημένα σημεία, δίνοντας (καθώς λέγεται) πρακτικές οδηγίες για το πώς έπρεπε να επιτευχθεί», λέει ο Χρήστος Χρυσόπουλος. «Ο χρόνος είναι επίσης σημαδιακός: 17 Νοεμβρίου 1944, περίοδος ταραγμένη, κατά την οποία τα διακυβεύματα ήταν η ύπαρξη και η ταυτότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Τέλος, η επιχειρηματολογία του Μακρή αποδεικνύεται διορατική: η τουριστική βιομηχανία που συνεπάγεται "υποτέλεια" και αισθητική ευτέλεια, ο διάχυτος υλισμός, η ακυρωμένη χειραφέτηση, η επιδείνωση του αστικού περιβάλλοντος, όλα αυτά είναι εξαιρετικώς επίκαιρα σήμερα και μοιάζουν να διαιωνίζονται μετά από κάθε "μετά" (εμφύλιος, δικτατορία και τώρα οικονομική κρίση;)».

Ο Παρθενώνας παραμένει πεδίο δράσης και σύγκρουσης. Από βήμα διαμαρτυρίας με κρεμασμένα πανό που καταγγέλλουν την επίδραση των μέτρων του ΔΝΤ στη χώρα, μπορεί να μετατραπεί σε πασαρέλα για τη φωτογράφιση της Τζένιφερ Λόπες ή σε κινηματογραφικό πλατό για τα γυρίσματα της ταινίας της Νίας Βαρντάλος. «Πολλοί επιζητούν», επισημαίνει ο συγγραφέας, «να "μιλήσει εκ μέρους τους" το μνημείο, π.χ. κρεμώντας πανό. Ή ακόμα το προσωποποιούν. Ο Παρθενώνας κατά καιρούς "φωνάζει", "δακρύζει", "αποστρέφεται", "καμαρώνει"... Αυτό πιστεύω αποδεικνύει πόσο πλατιά εμπεδωμένη είναι η κυρίαρχη ιδεολογία που εδράζεται στις ιδέες της ιστορικής συνέχειας, της εθνικής ομοιογένειας και της γλωσσικής ηγεμονίας και εφαρμόζεται μέσω θεσμών, όπως η εκπαίδευση, η εκκλησία, ο στρατός, η επίσημη πολιτική. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι αυτές οι παραδοχές λειτουργούν ως πολιτικός μπαλαντέρ συνάδοντας ακόμα και με αριστερές ρητορικές».

Νεοελληνική πλάνη

Η παρουσία του μνημείου ισχυροποιεί, τελικά, τη βαθιά πεποίθηση ότι είναι κτήμα του καθενός από μας ξεχωριστά. Ο συγγραφέας θεωρεί αυτή τη βεβαιότητα νεοελληνικό ιδεολόγημα, που οδηγεί σ' ένα σχιζοφρενικό παρόν: «Από τη μια μεριά προβάλλει με αυταρέσκεια τις "οικουμενικές" διαστάσεις του ελληνισμού διακηρύσσοντας ότι τα αρχαία μνημεία ανήκουν στην ανθρωπότητα, ενώ ταυτοχρόνως τα διεκδικεί με σφοδρότητα ως συστατικά στοιχεία του ίδιου του ιδεολογήματος: του ελληνισμού. Αυτό το παράδοξο σχήμα αφορά και τον άυλο πολιτισμό, όπως είναι η γλώσσα και οι ιδέες. Πρόκειται για μια διπλή πλάνη. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα εμφανίζεται ως μια ενοχική κουλτούρα, η οποία αδυνατεί να προστατεύσει το πολιτισμικό κεφάλαιο, το οποίο θέλει να θεωρεί ως κτήμα της».

Ο Παρθενώνας στέκεται αγέρωχος πάνω από την Αθήνα για να κρύψει και την προβληματική σχέση μας με την πόλη. «Η Αθήνα δεν διαθέτει άλλο σημάδι», υπενθυμίζει ο συγγραφέας. «Δεν υφίσταται ιστορικό κέντρο, ζωντανή αστική κουλτούρα και μνήμη, αρχιτεκτονική ταυτότητα, χαρακτηριστικό γεωγραφικό τοπίο. Η σημειωτική της Αθήνας είναι η σημειωτική του βράχου. Αν ο βράχος καταστραφεί...» *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Λογοτεχνία