Έντυπη Έκδοση

Ανάμεσα σε δύο εστίες

Καλοκαίρι του '74, σ' ένα θέρετρο του Κορινθιακού, η ζωή του τετράχρονου Στέφανου Υψηλάντη κόβεται στα δύο. Η εκπληκτική του ομοιότητα με το νεκρό παιδάκι ενός ζεύγους Γερμανών, του κοστίζει την απαγωγή του. Ο μικρός οδηγείται στο Βερολίνο, ακούει πλέον στο όνομα Μίχαελ Σουλτς, κι ό,τι τον συνέδεε με το παρελθόν τυλίγεται σ' ένα γκρίζο σύννεφο.

Οι προσπάθειες, ωστόσο, των δικών του να τον βρουν, θα καρποφορήσουν. Στα 11 χρόνια του ενώνεται ξανά μαζί τους, κι είναι πια το γερμανικό του παρελθόν που θα διευρύνει τη μαύρη τρύπα μέσα του. Ωσπου στα 30 του, αθεράπευτα εσωστρεφής και πάντα ανάμεσα σε δύο κόσμους, θα επιλέξει να «κρυφτεί» ως καθηγητής ελληνικών στη γερμανική μητρόπολη, πείθοντας τον εαυτό του ότι αναζητά τους απαγωγείς του. Τι πιθανότητες έχει να ορθοποδήσει ένας τόσο σαραβαλιασμένος άνθρωπος;

Με αφορμή ένα μονόστηλο

Ο Στέφανος είναι ο κεντρικός ήρωας του νέου μυθιστορήματος της Αμάντας Μιχαλοπούλου «Πώς να κρυφτείς» (Καστανιώτης), όπου αποτυπώνεται και η δική της προσπάθεια να διαπραγματευτεί το ζήτημα της διπλής πατρίδας, της διγλωσσίας και, κυρίως, «της συναισθηματικής εξορίας». Πυροδοτημένο από μια είδηση που είχε περάσει στα ψιλά των εφημερίδων, το βιβλίο της άρχισε να παίρνει μορφή το 2008, όταν η ίδια δρομολογούσε την επιστροφή της στην Ελλάδα, έπειτα από επτάχρονη παραμονή στη γειτονιά όπου κινείται και ο ήρωάς της, το Μίτε. Κι ενώ όλοι απορούν -«Καλά, τώρα βρήκες να γυρίσεις πίσω;»- η Μιχαλοπούλου ρουφά τον ήλιο με ηδονή, ξαφνιάζεται ευχάριστα με την ποικιλία που προσφέρει η καλλιτεχνική Αθήνα, αναθαρρεί με τις επιδόσεις των Καμίνη και Μπουτάρη κι επιμένει να βλέπει το μέλλον με αισιοδοξία.

«Αφησα πίσω μου σκληρούς ανθρώπους» λέει, «ενώ τώρα συναντώ ανθρώπους ευάλωτους, πολύ πιο πρόθυμους ν' ανοιχτούν σε μια ουσιαστική επικοινωνία. Η μεγαλομανής Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων μου θύμιζε... αποικία. Και καθώς στο Βερολίνο ζούσαμε οικογενειακώς πολύ απλά, με χρήματα από υποτροφίες, κοίταζα με αποδοκιμασία όλη αυτή τη σπατάλη και την επίδειξη. Στο μεταξύ, βέβαια, μπροστά στο γυάλινο έως υπεροπτικό βλέμμα των υπαλλήλων στις δημόσιες υπηρεσίες, συνειδητοποιούσα τι σημαίνει να είσαι μετανάστης στη Γερμανία και σκεφτόμουν ότι αν δεν υπάρχει λόγος σοβαρός, δεν αξίζει να υφίστασαι τέτοια μεταχείριση. Ομως ο καλλιτέχνης εκεί δεν είναι καθόλου περιθωριακή κατάσταση. Πας σ' ένα καφέ και βλέπεις ζωγράφους με μπογιατισμένα χέρια. Κι αν είσαι συγγραφέας, από τις αμοιβές και μόνο για τις δημόσιες αναγνώσεις των έργων σου μπορείς να τα βγάλεις πέρα».

Μυθιστόρημα που διαβάζεται με μιαν ανάσα κι όπου τα υπαρξιακά σκαμπανεβάσματα του Στέφανου δίνονται μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες -μιας έφηβης που τον έχει ερωτευτεί, της μικρής του αδελφής, της ώριμης γερμανίδας συντρόφου του, του καταβεβλημένου απαγωγέα του- το «Πώς να κρυφτείς» προσφέρει και μια, μικρή έστω, γεύση από την καθημερινότητα των Γερμανών κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενα θέμα που παραμένει ταμπού, σύμφωνα με τη Μιχαλοπούλου, «μολονότι η πόλη είναι χτισμένη πάνω στα συντρίμμια, υπάρχουν σημάδια από οβίδες παντού και στα κατώφλια των σπιτιών βλέπεις σφραγίδες με ονόματα εξοντωμένων Εβραίων. Σοβαροί άνθρωποι γύρω μου ισχυρίζονταν ότι ο πόλεμος δεν είχε φτάσει ώς τα μέρη των παππούδων τους...»

Πώς βίωσε την καχυποψία των Γερμανών απέναντι στην καταχρεωμένη Ελλάδα; «Πράγματι, η ατμόσφαιρα το 2010, ήταν πολύ τεταμένη. Δημοσίευσα ένα δυο άρθρα σε τοπική εφημερίδα προσπαθώντας να τους εξηγήσω ότι αν ζεις σ' ένα κράτος που σε κλέβει, μπαίνεις στον πειρασμό να το κλέψεις κι εσύ. Δυσκολεύονταν, όμως, να το κατανοήσουν. Σε σύγκριση μ' εμάς, μου φαίνονται πιο ανώριμοι πολιτικά. Ολοι σχεδόν στοιχίζονταν πίσω από τις θέσεις της Μέρκελ».

«Η καθιέρωση αργεί»

Πεζογράφος που έκανε αίσθηση στα μέσα της δεκαετίας του '90 με το «Γιάντες», η Αμάντα Μιχαλοπούλου είδε το παρθενικό της μυθιστόρημα να κυκλοφορεί στη Γερμανία και σε έκδοση τσέπης και να μεταφράζεται στα σουηδικά και τα ιταλικά, ενώ τα διηγήματα της συλλογής της «Θα ήθελα» εκδόθηκαν από τον μικρό αλλά επιφανή αμερικανικό οίκο Dalkey Archive Press. Ωστόσο, «υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση από το να έχεις μεταφραστεί, μέχρι να έχεις καθιερωθεί σε μια ξένη βιβλιαγορά όπως τα κατάφερε ο Πέτρος Μάρκαρης», παραδέχεται. Κι όπως ομολογεί, «όσα περισσότερα βιβλία μαζεύονται πίσω μου, τόσο δοκιμάζεται κι η αυτοπεποίθησή μου. Οσο πιο πολύ καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτή η δουλειά, τόσο πιο δύσκολο μοιάζει το επόμενο βήμα». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία