Έντυπη Έκδοση

Φαινομενικά εύληπτες, αλλά δηλητηριώδεις νουβέλες

Αμελί Νοτόμπ

Το ημερολόγιο του Χελιδονιού

μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας

εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 99, 10,45 €

Οταν βλέπει κανείς σε τι αποδίδεται στις μέρες μας το ωραίο όνομα «συνάντηση» αποκαρδιώνεται. Η συνάντηση με κάποιον θα 'πρεπε να αποτελεί γεγονός... να προκαλεί τόση αναστάτωση όση νιώθει ένας ερημίτης βλέποντας έναν αναχωρητή στον ορίζοντα της ερήμου έπειτα από σαράντα μέρες απομόνωσης. (σ. 46)

Επεκτείνοντας τις σκέψεις του, ένας ανώνυμος κούριερ εξοντώνει εκείνους που συναντά, εφόσον «αυτό δημιουργεί έναν δεσμό». Ολα ξεκίνησαν από την επιθυμία να κλείσει τον εσωτερικό διακόπτη των αισθήσεών του εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης, πεπεισμένος πως «ποτέ δεν είσαι τόσο ευτυχισμένος όσο όταν έχεις βρει τον τρόπο να χάνεσαι». Κάτω από αυτή την αισθητηριακή αμνησία προσλαμβάνεται ως εκτελεστής μιας συμμορίας. Οι δολοφονίες του, «κάτι νέο, χωρίς όνομα», συνοδευόμενες από έναν εξαίσιο φόβο-καταλύτη της απόλαυσης, δεν αποτελούν μόνο σπάνια πνευματική φόρτιση αλλά και οδηγούν στον πολυπόθητο απολεσθέντα οργασμό. Αυτοαποκαλείται πειραματικός εκτελεστής, κατ' αναλογία με τον πειραματικότερο δίσκο των Radiohead που ακούει μανιωδώς και φέρει τον διόλου συμπτωματικό τίτλο «Amnesiac». Δεν οργάζεται απλώς με την ιδέα της αιμοσφαιρίνης· νιώθει πως μοιάζει «με τις πιο άδικες θεότητες, ή, με τον πιο ενήμερο θεό». Κάθε πελάτης τού χρησιμεύει ως καύσιμο -μέχρι τη δολοφονία ενός νεαρού κοριτσιού, τη στιγμή που προσπαθεί να κρατήσει το ημερολόγιό της μακριά από αδιάκριτα μάτια. Γοητεύεται επειδή «η επιφυλακή ήταν ο τρόπος της ύπαρξής της» και αποφασίζει να το διαφυλάξει. Το τετράδιο μετουσιώνεται σε ιερό κείμενο και μόνο λόγω της επιθυμίας μυστικότητας αλλά και σε καθαρτήριο δοχείο.

Η Νοτόμπ γι' άλλη μια φορά χρησιμοποιεί σπινθηροβόλους διαλόγους και σκληρές αιχμές στις φαινομενικά εύληπτες, αλλά τελικά δηλητηριώδεις νουβέλες της. Αν ο ήρωάς της σαρκάζει οτιδήποτε βρεθεί στον δρόμο του, εκείνη ειρωνεύεται τον ίδιο: την απεγνωσμένη ανάγκη για ποικιλία, το κυνήγι του κινδύνου και της ακρότητας, την παγίδευση σε αντιφατικές εμμονές, τη θεώρηση της αγαπημένης του ως νερβαλικής Οκταβίας ή μπαλζακικής Σεραφίτας - παρωδώντας εμφανώς τον Ρομαντισμό αλλά και το Νουάρ.

Αν το όνομά μας δεν είναι παρά «μια επινοημένη ταυτότητα», τότε ένα καινούριο όνομα είναι το κλειδί για μια νέα ύπαρξη -«μια παρθενιά αρκετά ευρύχωρη για εκείνον που έρχεται να την κατοικήσει». Το «Δήμιος» μετατρέπεται σε «Ακάκιος» και αναλόγως ονοματοδοτείται το θύμα ως «χελιδόνι» (απηχώντας σαν ένα άλλο «κουρδιστό πουλί» τις μεταφυσικές προεκτάσεις της ιστορίας;). Και μήπως η διεκδίκηση του ημερολογίου από τους πάντες αποτελεί μια μορφή εκλεπτυσμένου βιασμού; Σε μια εποχή που οι πάντες μπλογκάρουν, ίσως να μην υπάρχει «τίποτα πιο ποθητό από ένα μυστικό», ίσως η διαφυλαγμένη ιδιωτικότητα αποτελεί την πολυτιμότερη περιουσία. Κι αν οι δύο ήρωες δεν συναντήθηκαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, ήταν επειδή ο καθένας τους χρησιμοποίησε το ιδιαίτερο όπλο του όχι για να πλησιάσει τον άλλον, αλλά για να τον σκοτώσει.

Σπύρος Λαζαρίδης

Ενδοσκεληδόν

Ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές

εκδόσεις Ζήτρος, σ. 550, 25,08 €

Τώρα και χρόνια καίει σωρούς τα γλυκόλογα με καθαρή βενζίνη τυλίγοντας απαλά τον έρωτα στον ξέφρενο θόρυβο που κάνουν έξω στα μακρουλά κοκαλιάρικα γεγονότα κάτι αιφνίδιες μοτοσυκλέτες και βλέποντας τα υπέρτερα πουλιά σαν αντίδοτα παντού μέσ' στ' ολοζώντανο και θυμωμένο δάσος ωσάν αχόρταγες καρφίτσες της Ειμαμένης...

Νίκος Καρούζος, Η πρώιμη κόλαση της Εύας Μπράουν, 1982

Σύμβολο ελευθερίας, περιπλάνησης, κοινωνικής πρόκλησης ή διαμαρτυρίας, φετίχ ή προστάδιο ερωτικής αφύπνισης, περιβεβλημένη με τον μύθο μιας νεότητας που αψηφά τον κίνδυνο ή και τον θάνατο, η μοτοσυκλέτα διένυσε και διανύει μια παράλληλη πορεία στα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα, προσφέροντας αφορμή για πλήρη ανθολόγηση. Αν το «Μοτοσυκλέτας εγκώμιον» (Γ. Ιωάννου) αποτελούσε το πρώτο υμνητικό κείμενο, ανοίγοντας τον κύκλο της στη λογοτεχνία της δεκαετίας του '70, στην επόμενη δεκαετία θα αντικαθιστούσε ολοκληρωτικά το αυτοκίνητο ως το απόλυτο όχημα συναισθηματικής ή πραγματικής φυγής και όχι μόνο.

Μέσα από δύο τμήματα (ποίηση-πεζογραφία), με δέκα κι εννιά ιδιότυπες θεματικές ενότητες, αντίστοιχα, περνούν μοτοσυκλετιστές -«ιστιοπλόοι της εθνικής οδού» (Κ. Γκιμοσούλης), «προάγγελοι της άνοιξης» (Γ. Ρίτσος) κι «εξάγγελοι των νιάτων και των κινδύνων τους» (Ρ. Αποστολίδης). Η μοτοσυκλέτα γίνεται τόπος ερωτικού αγκαλιάσματος (Ν. Κάσδαγλης), μηχανή (οριστικής;) απόδρασης και λήθης (Α. Τσακνιά), μέσο ταξινόμησης προσωπικοτήτων (Γ. Κάτος) ή παράτασης της νεότητας (Η. Κουτσούκος), συντηρήτρια ψευδαισθήσεων (Ν. Νικολαΐδης) ή «άλογο με φτερούγες που δεν μπορείς να φορτώσεις τα όνειρά σου» (Γ. Βαφόπουλος), κομμάτι άλλης εποχής κι αλλοτινής δόξας (Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος), φόβητρο και ταφόπλακα του κακού (Τ. Καζαντζής), έμψυχο πάντως πλάσμα, ακόμα κι όταν αντιδιαστέλλεται με τον παλμό του ζωντανού οργανισμού (Ζ. Καρέλλη), εκθέτει ανεπανόρθωτα το σώμα (Μ. Φακίνος) και μετατρέπεται σε «εργαλείο επιστροφής στη ζεστή μήτρα του Τίποτα, του Ποτέ και του Πουθενά» (Κ. Μοσκώφ). Εποχούμενοι όμως στα κείμενα των ανθολογουμένων (μεταξύ των οποίων οι Σ. Αντωνίου του οριακού «Leather Boy», Ν.-Α. Ασλάνογλου, Γ. Βαρβέρης, Γ. Βέης, Α. Δεληγιώργη, Τ. Καλούτσας, Μ. Κουμανταρέας, Χ. Λιοντάκης, Μ. Ξεξάκης, Γ. Πατίλης, Τ. Πίττας, Β. Ραπτόπουλος, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Σερέφας, Β. Στεριάδης, Α. Φωστιέρης, Ν. Χριστιανόπουλος, που προλογίζει το έργο, κ.ά.), καταλήγουμε στους ποιητές που έδωσαν πολλάκις εμβληματικούς στίχους για δικυκλιστές που «φτερουγίζουν στην άσφαλτο τους πανικούς τους» (Ν. Καρούζος) και για τις μηχανές της καθημερινής μυθολογίας αλλά και μιας απόλυτης οικουμενικότητας - «από την Ξάνθη και την Μάνη, στο Περού και το Καμερούν» - (Γ. Χρονάς), και εντέλει, επιστρέφοντας στον Ρίτσο, καθρέφτες μιας άγνωστης εσωτερικής ταχύτητας μέσα μας.

Ντέιβιντ Πις

Καταραμένη ομάδα

μτφρ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος,

εκδόσεις Τόπος, σ. 493 , 17,90 €

Ο Μπράιαν Κλαφ υπήρξε μια συναρπαστική όσο και «δύσκολη» προσωπικότητα. Οσοι «ανατραφήκαμε» με το αγγλικό ποδόσφαιρο τον γνωρίσαμε ως προπονητή της Ντέρμπι και της Νότιγχαμ Φόρεστ, ομάδες που οδήγησε από τη δεύτερη κατηγορία στην κορυφή του Πρωταθλήματος Αγγλίας και Ευρώπης, αντίστοιχα. Σε αυτή την πορεία από την κορυφή στον Παράδεισο και τανάπαλιν, η παρουσία του ήταν καταλυτική. Εμψυχωτής, δικτάτωρ, αθυρόστομος πότης και οργισμένος εγωιστής, εκτόξευε «πληρωμένες» απαντήσεις αλλά και φώναζε αλήθειες που μέχρι τότε ελάχιστοι είχαν εκστομίσει. Από τότε έμοιαζε ιδανική λογοτεχνική φιγούρα. Ο Πις δεν συντάσσει απλώς τη μυθιστορηματική βιογραφία ενός ποδοσφαιριστή που σταμάτησε νεότατος το άθλημα εξαιτίας τραυματισμού, προτού γίνει ένας αριστοτέχνης προπονητής. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός αμφιλεγόμενου εκκεντρικού, αντιφατικού ανάμεσα στη σκληρότητα των μαθημάτων του και στην τρυφερότητα για τους παίκτες του, επιτιθέμενου με φαρμακερές λεκτικές επιθέσεις και αμυνόμενου απέναντι στους εχθρικούς αριστοκράτες του ποδοσφαίρου· ενός δηλωμένου άθεου και σοσιαλιστή (που υποστήριζε την Anti - Nazi League, προσέφερε χρηματικά ποσά σε εργατικά συνδικάτα και φρόντιζε για τους μισθούς των παικτών) μέσα στις σκληρές αρένες των γηπέδων και των συνεντεύξεων Τύπου. Ο παραληρηματικός του λόγος θρυμματίζεται τριπλά σε δύο πρωτοπρόσωπες και μια δευτεροπρόσωπη γραφή (γεγονότα και σκέψεις του παρόντος και μνήμες του παρελθόντος, αντίστοιχα), υπερβαίνοντας το κάπως «στατικό» υμνολόγιο της Αρσεναλ που επιχειρούσε ο Νικ Χόρνμπι στον Πυρετό της πάλας.

Παράλληλα με την προσωπογραφία του ως ανεπιθύμητου μέλους της ποδοσφαιρικής κοινότητας, ανοίγονται οι κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων του ποδοσφαίρου εκθέτοντας τις στρεβλώσεις του. Ο Κλαφ πολεμούσε εναντίον των διεφθαρμένων παραγόντων για τίμιο και καθαρό άθλημα, εναντίον του φόβου των τραυματισμών και του αλκοολισμού, αλλά και για ρήξη με το παρελθόν. Ισως γι' αυτό ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στις 44 ημέρες του στο τιμόνι της Λιντς (1974), όταν επιχειρούσε να σβήσει την «παρουσία» του προκατόχου του Ντον Ρέβι και των ύποπτων τακτικών πρωταθλητισμού. Ηταν ο μόνος αγώνας που έχασε: το παρελθόν αποδεικνύεται ο δυσκολότερος αντίπαλος.

Σε μια εποχή που οι προπονητές ήταν αδιάφορες περσόνες για τα μίντια, εκείνος ο «θαυματοποιός» τεχνικός έστρεψε πάνω του τα φώτα και, όσο κι αν διατράνωνε πως κάθε νίκη είναι μια μικρή καθυστέρηση της ήττας, τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο. Στην κηδεία του το 2004 χιλιάδες οπαδοί, μισητοί μεταξύ τους αντίπαλοι, του τραγούδησαν παρέα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου