Έντυπη Έκδοση

Η ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΕΜΠΕΚ

Η Ησυχη Επανάσταση που αναίρεσε τον εαυτό της

Οπως πολλές χώρες που υποφέρουν από την κυριαρχία των γειτόνων τους ή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, έτσι και το Κεμπέκ επιχείρησε να συνδυάσει εθνικισμό και κοινωνική μεταρρύθμιση. Η Ησυχη Επανάσταση, που δεν έγινε στους δρόμους αλλά στα γραφεία, ξεκίνησε ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια. Πώς εξελίσσεται σήμερα;

Το 1982 το Κόμμα του Κεμπέκ που βρίσκεται στην εξουσία αντιμετωπίζει την οικονομική ύφεση με περικοπές στον προϋπο-λογισμό όπως οι Θάτσερ και Ρέιγκαν. Οι πολιτικοί του ηγέτες τάχθηκαν την κρίσιμη στιγμή με την οικονομία της αγοράς. Το 1982 το Κόμμα του Κεμπέκ που βρίσκεται στην εξουσία αντιμετωπίζει την οικονομική ύφεση με περικοπές στον προϋπο-λογισμό όπως οι Θάτσερ και Ρέιγκαν. Οι πολιτικοί του ηγέτες τάχθηκαν την κρίσιμη στιγμή με την οικονομία της αγοράς. Τα τετρακόσια χρόνια της πόλης του Κεμπέκ γιορτάστηκαν θριαμβευτικά, το 2008, με έντονη αναφορά στην καναδική εθνική ενότητα. Χάρη στα 150 εκατομμύρια δολάρια που αποδεσμεύτηκαν από διάφορες κυβερνήσεις, ένας στολίσκος ιστιοπλοϊκών σκαφών έφυγε από τη Λα Ροσέλ της Γαλλίας με σκοπό να αναπαραστήσει τον διάπλου του Ατλαντικού, διοργανώθηκαν δωρεάν συναυλίες (Σελίν Ντιόν, Πολ Μακάρτνεϊ...), μια αναδρομή στην ιστορία του Κεμπέκ προβαλλόταν κάθε βράδυ σε γιγαντοοθόνη κ.ά.

Κάποια άλλα γενέθλια, αντιθέτως, πέρασαν απαρατήρητα: τα πενήντα χρόνια της Ησυχης Επανάστασης, η άνθηση ενός κινήματος προοδευτικού αυτονομισμού, που κατάφερε να χαρίσει στο Κεμπέκ ένα εξελιγμένο κοινωνικό σύστημα. Εκτοτε, εντούτοις, η εγκατάλειψη, από τους εθνικιστές του Κεμπέκ, των προοδευτικών τους στόχων, προκάλεσε και την καταστροφή τους. Η ιστορία θα μπορούσε, άραγε, να είχε ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο;

Το 1960, ο Ζαν Λεσάζ, αρχηγός του Φιλελεύθερου Κόμματος του Κεμπέκ (PLQ/ΦΚΚ), διαδέχεται στην πρωθυπουργία τον Μορίς Ντιπλεσίς, τον ιδρυτή της ιδιαίτερα συντηρητικής Εθνικής Ενωσης. Στη γαλλόφωνη επαρχία όπου κυριαρχεί το ξένο κεφάλαιο, το οικονομικό τέλμα προκαλεί μεγάλη ανεργία (9,2% το 1960) και, ελλείψει κρατικής επέμβασης, η Καθολική Εκκλησία είναι εκείνη που βασιλεύει επί της εκπαίδευσης, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών. Με κύριο σύνθημα «αφεντικά στο σπίτι μας», η νέα κυβέρνηση αναλαμβάνει να «εκμοντερνίσει» το Κεμπέκ -όρος που, εκείνη την εποχή, δεν σήμαινε περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες.

Η διασταύρωση του κεϊνσιανισμού με τον οικονομικό εθνικισμό των αρχιτεκτόνων της Ησυχης Επανάστασης γεννάει ένα... βρετανικής έμπνευσης κράτος που ευημερεί. Τα έξοδα για την υγεία αναλαμβάνει η Δημόσια Επιχείρηση Ασφάλειας Ασθενείας, ενώ η Δημόσια Επιχείρηση Εσόδων του Κεμπέκ αντικαθιστά το ανεπαρκές σύστημα συντάξεων του ομοσπονδιακού καναδικού κράτους. Η φιλελεύθερη κυβέρνηση, θεσπίζοντας τη δωρεάν παιδεία, εκδημοκρατίζει την εκπαίδευση.

Και, για να αυξήσει το μερίδιο του Δημοσίου στην οικονομία, ιδρύει κρατικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (Ταμεία Κατάθεσης και Τοποθέτησης, Γενική Εταιρεία Χρηματοδότησης κ.λπ.). Η πλήρης εθνικοποίηση των εταιρειών ηλεκτρισμού δημιουργεί την εθνική εταιρεία ηλεκτρισμού Hydro-Quebec, το σύμβολο της ανακτημένης περηφάνιας των γαλλόφωνων.

Ολες αυτές οι μεταρρυθμίσεις επιφέρουν σημαντική αύξηση στον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων και των κρατικών και παρακρατικών υπηρεσιών της επαρχίας. Η Ησυχη Επανάσταση δεν έχει καμία σχέση με κοινωνική και λαϊκή επανάσταση, καθώς δεν γίνεται στους δρόμους, αλλά στα γραφεία. Χωρίς να αμφισβητεί το οικονομικό σύστημα, ευνοεί την ανάδειξη μιας νέας γαλλόφωνης αστικής τάξης, που ανατρέφεται στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, στην καρδιά τοπικών εταιρειών που, όπως η Bombardier ή η Quebecor, αναγνωρίζονται ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ελίτ αλλάζει γλώσσα.

Απαλλαγμένη από κάθε σοσιαλιστική επιρροή, η Ησυχη Επανάσταση αποτελεί, παρ' όλα αυτά, τη βάση του εθνικισμού της αριστεράς. Παλαιό προνόμιο της Εκκλησίας -που προφασιζόταν ότι υπεράσπιζε τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη θρησκεία των κατοίκων του Κεμπέκ- ο εθνικισμός αποκτά εφεξής οικονομική και κοινωνική απόχρωση. Η Ενωση για την Εθνική Ανεξαρτησία (RIN), που δημιουργήθηκε το 1960, γίνεται το πρώτο εθνικιστικό κίνημα της αριστεράς. Καταγγέλλει την εκμετάλλευση των εργατών από τον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό και σπρώχνει τους εργάτες σε απεργία: στα εργοστάσια Dominion Ayers, Canadian Gypsum, Armstrong Cork και Best Ever Shoes, τα μέλη του διαδηλώνουν και μοιράζουν φυλλάδια. Το Μέτωπο Απελευθέρωσης του Κεμπέκ (FLQ), που συστάθηκε το 1963, αποτελεί την εξτρεμιστική μορφή αυτής της αριστερής πολιτικοποίησης του εθνικισμού. Γεννά την ένοπλη δράση.

ΟΙ ΛΑΪΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Παράλληλα, η Ησυχη Επανάσταση ενθαρρύνει τον πνευματικό και κοινωνικό ενθουσιασμό. Η μαρξιστική σκέψη εισχωρεί στο πανεπιστήμιο και ευνοεί την εμφάνιση περιοδικών και εκδόσεων, όπως το «Parti pris», τα οποία τροφοδοτούν τη δημόσια συζήτηση. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον, το «joual», ένα στιλ γραφής που μεταφέρει στο χαρτί την καθομιλούμενη διάλεκτο, προτάσσει μια φιλολαϊκή λογοτεχνία. Με το «σινεμά ντιρέκτ», οι σκηνοθέτες κινηματογραφούν χωρίς περιστροφές τις συνθήκες ζωής των κατοίκων. Ο αναβρασμός προεκτείνεται στις εργατικές συνοικίες, όπου ξεφυτρώνουν λαϊκές ομάδες (συντεχνίες καταναλωτών, λαϊκές κλινικές, σύλλογοι ενοικιαστών), για να υπερασπιστούν τα τοπικά συμφέροντα των εργαζομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο οξείας κοινωνικής κριτικής, τα παραιτηθέντα μέλη του Φιλελεύθερου Κόμματος, συνασπισμένα στο Κίνημα Αυτονομίας, δημιουργούν, το 1968, το Κόμμα του Κεμπέκ (Ρ.Q./Κ.Κ.), που απορροφά το RIN και το συντηρητικό κόμμα Εθνική Συσπείρωση. Με τη νέα γαλλόφωνη ελίτ που γεννήθηκε από την Ησυχη Επανάσταση, στην ηγεσία του, το Κ.Κ. θέλει να συστήσει μια ομοσπονδία των εθνικιστικών ρευμάτων και να προσεταιριστεί την εργατική τάξη στο στόχο της ανεξαρτησίας. Μια στρατηγική που επικυρώνεται από τις περιφερειακές εκλογές του Απριλίου 1970, όπου παίρνει το 23,6% των ψήφων. Οι επτά βουλευτές του κερδίζουν τις έδρες τους στις εργατικές ή φτωχές εκλογικές περιφέρειες (Μπουρζέ, Γκουάν, Λαφοντέν, Μεζονέβ, Σαγκενέ, Σεντ Μαρί, Σεν Ζακ). «Το σημαντικότερο είναι η στήριξη που ζητήσαμε από τις λαϊκές τάξεις, εκείνες που ήταν οι πιο παραμελημένες», δηλώνει με ικανοποίηση ο επικεφαλής του Κ.Κ., Ρενέ Λεβέσκ. Το ότι δεν νίκησαν οφείλεται στο ότι «οι δυνάμεις του χρήματος, οι δυνάμεις του κατεστημένου φοβόντουσαν μήπως χάσουν τα προνόμιά τους».

Το Κ.Κ., κλίνοντας προς τα αριστερά, εξαιτίας της κοινωνικής και πνευματικής αναταραχής εκείνης της εποχής, προάγει προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που ξεπερνούν τις αρχές της Ησυχης Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του 1972, τα μέλη του συζητούν για αυτοδιαχείριση, για δημιουργία εργατικών συμβουλίων και επιτροπών εκλεγμένων από τους εργαζόμενους. Χωρίς να αμφισβητεί τον καπιταλισμό, το μανιφέστο του θεωρεί ότι «κανείς δεν θα σταματήσει τη μετάβαση προς τον δημόσιο τομέα των προϊόντων που παρέχονται από τις εταιρείες» και συστήνει την ανάπτυξη της συνεταιριστικής οικονομίας(1). Οι «δυνάμεις του χρήματος» ανησυχούν. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εργοδοτών, Σαρλ Περό ισχυρίζεται ότι οι αυτονομιστές θέλουν «να προσδώσουν στο κράτος το ρόλο που παίζει στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (...). Πρέπει να περιμένουμε η οικονομία να προοδεύσει περίπου όπως αυτή των Πολωνών, των Τσέχων ή των Ανατολικογερμανών»(2).

Η ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΝΙΚΗ

Προς γενική έκπληξη, το Κ.Κ. κερδίζει τις εκλογές του 1976. Ο Λεβέσκ γίνεται πρωθυπουργός, με την υπόσχεση δημοψηφίσματος για την αυτονομία -στο τέλος της θητείας του. Εντούτοις, το Κόμμα του Κεμπέκ, αναλαμβάνοντας την εξουσία, υιοθετεί μια τελείως διαφορετική φορολογική πολιτική. Από τον πρώτο του προϋπολογισμό κιόλας, ο υπουργός Οικονομικών, Ζακ Παριζό, ο πάλαι ποτέ οικονομολόγος της Ησυχης Επανάστασης, βάζει πλαφόν στα δημόσια έξοδα, μειώνει το συντελεστή φορολογίας στα κέρδη των επιχειρήσεων και παγώνει τις προσλήψεις των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν μιλάμε πλέον για ένα κράτος με πορεία ανάπτυξης αλλά σε ύφεση: τα θεμέλια του κράτους-πρόνοιας κλυδωνίζονται υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης. Υστερα από τέσσερα χρόνια διαχείρισης λιτότητας, η κυβέρνηση δεν μπορεί να θέσει το κοινωνικό ζήτημα στην καρδιά της πολιτικής της. Μεταθέτει, λοιπόν, τις συζητήσεις στο ζήτημα των θεσμικών προεκτάσεων του δημοψηφίσματος που έχει υποσχεθεί. Το «όχι» κερδίζει με διαφορά (59,5%).

Η ήττα βυθίζει τους εθνικιστές και την αριστερά σε βαθιά κατάθλιψη. Το 1982, οι δύο κύριες ριζοσπαστικές οργανώσεις («Στη μάχη!» και «Κουμμουνιστικό Εργατικό Κόμμα») διαλύονται, ενώ το Κ.Κ., όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, αντιμετωπίζει την ύφεση με περικοπές του προϋπολογισμού. Στις διαδοχικές απογοητεύσεις ελλοχεύει η υποχώρηση των ιδεολογιών της συλλογικής αμφισβήτησης προς όφελος της οικολογίας και των «ατομικών ιδεολογιών», τις οποίες εκμεταλλεύονται υπέρ το δέον το εμπόριο και η διαφήμιση, και οι οποίες επικεντρώνονται στην ιδιωτική ζωή, στο σωματικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό ευ ζην.

Οι διανοούμενοι διαγράφονται σταδιακά από τον δημόσιο βίο, η δέσμευση των προηγούμενων δεκαετιών παραχωρεί τη θέση της στη βασιλεία του εξπέρ πανεπιστημιακού, συμβούλου του πρίγκιπα(3). Η αριστερά του Κεμπέκ ξεχνάει σταδιακά την ανεξαρτησία, ενώ το κίνημα της εθνικής κυριαρχίας, ενωμένο γύρω από το Κ.Κ., απωθεί το κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα και κάνει στροφή προς τον εθνικισμό.

Η «ΟΜΟΡΦΗ ΕΠΑΡΧΙΑ»

Το Κ.Κ., επιθυμώντας διακαώς να αυξήσει την αυτονομία της «Ομορφης Επαρχίας», γίνεται ένθερμος υπερασπιστής της οικονομίας της αγοράς. Δεν μένει παρά να ταχθεί στο πλευρό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το 1989, υποστηρίζει, μαζί με τα στελέχη επιχειρήσεων και τον συντηρητικό πρωθυπουργό Μπράι-αν Μαλρόνεϊ, τη διμερή συμφωνία ελεύθερων ανταλλαγών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά. Το 1993, κι ενώ οι άλλες επαρχίες, η πλειονότητα των συνδικάτων και η κοινή γνώμη αντιτίθενται στο σχέδιο Συμφωνίας για τις Νοτιοαμερικανικές Ελεύθερες Ανταλλαγές (Alena), το Κ.Κ. την υπερασπίζεται ανεπιφύλακτα και στηρίζει τη φιλελεύθερη κυβέρνηση του Ζαν Κρετιάν. Το επιχείρημά του είναι ότι η αυξανόμενη δέσμευση της οικονομίας του Κεμπέκ από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα του επέτρεπε να προφυλαχθεί από πιθανά καναδικά οικονομικά αντίποινα σε περίπτωση ανεξαρτησίας. Χωρίς να ενδιαφέρεται για τον κίνδυνο της πολιτιστικής εξομοίωσης και το κοινωνικό κόστος της συμφωνίας.

Παρ'όλα αυτά, το Κ.Κ. δεν έχει σκοπό να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την Οτάβα. Η προτεινόμενη, το 1995, ανεξαρτησία προβλέπει την αναγνώριση όλων των διεθνών συνθηκών (όπως τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ), τη διατήρηση του καναδικού δολαρίου και της ζώνης ελεύθερων ανταλλαγών - ήτοι την ολική ένταξη του Κεμπέκ στο βορειοαμερικανικό σύστημα. Από τη γέννησή της, λοιπόν, η μέλλουσα χώρα θα στερούνταν ένα μέρος των δικών της μέσων δράσης. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, η νίκη του «όχι» στην ανεξαρτησία είναι στην κυριολεξία οριακή (50,6%)

Ως σύμβολο της πολιτιστικής στροφής του εθνικισμού του Κεμπέκ, ο πρωθυπουργός Ζακ Παριζό, του Κ.Κ., προβάλλει ως αιτία της ήττας το «το χρήμα και την εθνική ψήφο». Είναι αλήθεια ότι οι οπαδοί της κυριαρχίας βρήκαν μικρή ανταπόκριση μεταξύ των νέων μεταναστών που ανήκουν, στην πλειονότητά τους, στα λαϊκά στρώματα. Εγκαταλείποντας τη χώρα τους για να εγκατασταθούν στο Μόντρεαλ, ονειρεύονται τον Καναδά, ενώ το σχέδιο ένταξής τους στο εθνικιστικό ζήτημα δεν έχει ακόμη επινοηθεί.

Ηδη το 1982, στο ντοκιμαντέρ του Ντενί Αρκάν, «Η άνεση κι η αδιαφορία», ένας έλληνας μετανάστης αναφερόμενος στην πρώτη μεταρρύθμιση, έδινε τον τόνο: «Ολοι οι καπιταλιστές λένε να ψηφίσουμε «όχι» (...) . Είμαι εργάτης και θέλω να υποστηρίξω τους εργάτες του Κεμπέκ. Αν οι εργάτες του Κεμπέκ κερδίσουν την εξουσία, κι εγώ επίσης κερδίζω εξουσία. Ιδού ένας ακόμη λόγος για να ψηφίσω "ναι"».

Αδυνατώντας να αναπτύξει ένα κοινωνικό σχέδιο ικανό να ενώσει τους μετανάστες με την ιδέα της ανεξαρτησίας, το Κ.Κ. προσπαθεί να τους πείσει για τα πλεονεκτήματα της κουλτούρας του Κεμπέκ, οχυρωμένο σε ένα αδιέξοδο ταυτότητας, όπου ο σχεδιασμός του έθνους είναι επαρκής από μόνος του. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα ακολουθούν συγκρίσιμες οικονομικές κατευθύνσεις -στις κοινωνικές περικοπές του Κ.Κ. του 1996-1997 απαντούν αυτές του Φιλελεύθερου Κόμματος του Κεμπέκ το 2004 (4)- ενώ τα πολιτιστικά και γλωσσολογικά προβλήματα μονοπωλούν πλέον τη δημόσια συζήτηση. Η πιο πρόσφατη απόδειξη είναι η πρόταση μιας «χάρτας της λαϊκότητας» που έγινε το 2010 από το Κ.Κ. ως απάντηση στην Επιτροπή για τους «λογικούς συμβιβασμούς» που, από το 2006, συμβάλλει στην επικέντρωση της πολιτικής και μιντιακής προσοχής στη μετανάστευση.

(1) «Οταν θα είμαστε πραγματικά κύριοι του τόπου μας», Εκδόσεις του Κόμματος του Κεμπέκ, Μόντρεαλ, 1972, σελ. 73.

(2) Radio-Canada, 9 Μαΐου 1972.

(3) Diane Lamoureux, «Ο ρόλος των διανοούμενων ανδρών και γυναικών πολιτικών επιστημόνων στη σημερινή πολιτική συζήτηση», στο L. Balthazar, G. Laforest και V. Lemieux (υπό τη διεύθυνσή του), «Το Κεμπέκ και η αναδιάρθρωση του Καναδά, 1980-1992. Προκλήσεις και προοπτικές», Septentrion, Sillery, 1991.

(4) Βλ. Jean Pichette, «Ισχνό καθεστώς, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή» και Gerard Duhaine, «Επίθεση ενάντια στο κοινωνικό κράτος στο Κεμπέκ», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 1997 και Ιούλιος 2004».

«Αλληλέγγυο Κεμπέκ»

«Δεν θα ήταν άσχημο, αν ετοιμάσουμε την αγορά, να συνηθίσουμε τους ανθρώπους σε αυτό», ισχυριζόταν, το 2008, ο Ζακ Παριζό, πρώην πρωθυπουργός και συντελεστής της Ησυχης Επανάστασης («Le Devoir», 8 Νοεμβρίου 2008). Ποιο «αυτό»; Τη μερική ιδιωτικοποίηση της Hydro-Quebec, μονοπώλιο στην εθνικοποιημένη ενέργεια το 1963. Η ατζέντα του ετήσιου συνεδρίου του Κόμματος του Κεμπέκ προέβλεπε, τον Μάιο του 2010, να «επανεξετάσει τις υπηρεσίες που εκτελούνται αυτή την περίοδο από τη Δημόσια Επιχείρηση Ασφάλειας Ασθενείας». Μείωση των δημόσιων υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις, παράξενες προτάσεις για μια οργάνωση που εξακολουθεί να αυτοαποκαλείται «προοδευτική» και διεκδικεί τη συγγένειά της με την Ησυχη Επανάσταση.

Η γέννηση, το 2007, του Αλληλέγγυου Κεμπέκ, ενός κόμματος που διαβεβαιώνει για την προτεραιότητα των κοινωνικών ανησυχιών επί του εθνικού ζητήματος, παρουσιάζεται σαν μια αχτίδα φωτός στον χώρο της αριστεράς του Κεμπέκ. Να ξανακερδίσει τις κατά πολύ απέχουσες λαϊκές τάξεις, για να τις προσεταιριστεί στην ιδέα της ανεξαρτησίας; Η προσπάθεια είναι κολοσσιαία. Στις περιφερειακές εκλογές του 2008, το «οικολογικό, φεμινιστικό, κυριαρχικό και παγκοσμιοποιημένο» κόμμα εκλέγει έναν βουλευτή. Αλλά αυτή η νίκη, που καταγράφηκε στο Πλατό-μον-ρουαγιάλ, μια συνοικία ναρκομανών του Μόντρεαλ, και τα μέτρια αποτελέσματα στις φτωχές ή αγροτικές εκλογικές περιφέρειες εγείρουν αμφιβολίες για την ικανότητα του Αλληλέγγυου Κεμπέκ να γίνει ένα λαϊκό κόμμα.

*Ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ, στο Μόντρεαλ και στο Πανεπιστήμιο Paris-Ι Pantheon-Sorbonne.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
Καναδάς