Έντυπη Έκδοση

Τακτικές και συστήματα για το τερέν - το γήπεδο

Ασκήσεις επί χόρτου πάντα

Τζόναθαν Γουίλσον

Αντιστρέφοντας την πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του

μτφρ.: Χρίστος Χαραλαμπόπουλος

εκδ. Polaris, σ. 505, ευρώ 22,10

«Η μεγάλη παρανόηση γύρω από το παιχνίδι είναι πως πρόκειται πάνω απ' όλα για τη νίκη (...) ενώ πρόκειται για τη δόξα, για το ύφος (...) και τη μεγαλοπρέπεια» είπε κάποτε ο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ, επιζών του ατυχήματος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Γύρω από αυτή την «παρανόηση» και την επιλογή της νίκης ή του θεάματος καταστρώθηκαν δεκάδες συστήματα που προσέδωσαν στο ποδόσφαιρο ποικίλες φυσιογνωμίες και τέρψεις. Οι σχετικές θεωρητικές αναπτύξεις του παρόντος ιστορικού εγχειριδίου διανθίζονται με πορτρέτα παικτών και προπονητών, σχεδιαγράμματα αγωνιστικής παράταξης κορυφαίων συναντήσεων και πλήθος απόψεων από μια τεράστια ποδοσφαιρική βιβλιογραφία (ένα σύμπαν εντελώς άγνωστο στα καθ' ημάς).

Ηταν 1973 όταν μια καίρια αγωνιστική αλλαγή αποφασίστηκε σ' ένα δωμάτιο στην άκρη των αποδυτηρίων του Ανφιλντ (που αποτελούσε ένα είδος βάσης δεδομένων για τη Λίβερπουλ, καθώς προπονητές, μάνατζερ και γυμναστές συζητούσαν για κάθε βιβλίο προπονητικής και τακτικής). Η επιστροφή ενός χαφ δίπλα στον κεντρικό αμυντικό, η κατάργηση του στόπερ, η έναρξη της επίθεσης απ' την άμυνα και η αντικατάσταση του κλασικού «κλότσα και τρέχα» από ένα υπομονετικό «πάσινγκ γκέιμ», θα οδηγούσαν στην ευρωπαϊκή κυριαρχία των αγγλικών ομάδων στο τέλος της δεκαετίας του '70 και στις αρχές του '80. Λίγο νωρίτερα, η συνύπαρξη ατομικότητας και συστήματος και η διεύρυνση του αγωνιστικού χώρου μέσω κατοχής της μπάλας είχαν οδηγήσει στο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Ρίνους Μίχελς. Οι παίκτες δικαίωναν την παρουσία τους μόνο μέσω γρήγορης εναλλαγής θέσεων και αλληλοκάλυψης· κάθε επιθετικός μπορούσε να αμυνθεί και το αντίστροφο. Το τεχνητό οφσάιντ έγινε επιθετικό: η πίεση των αντιπάλων ξεκινούσε από ψηλά και το ενστικτώδες, αυτόματο παιχνίδι του Αγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας του '70 ήταν απολαυστικό.

Αργότερα, ο Βαλερί Λομπανόφκσι εφάρμοσε στη Δυναμό Κιέβου τις τεχνικές της Κυβερνητικής Μηχανικής και των μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης που διδάχθηκε στο Ινστιτούτο Επιστημών της πόλης. Η ομάδα αντιμετωπιζόταν σαν ένα δυναμικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή της υψηλότερης δυνατής ενέργειας· για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για λεπτομερή ανάλυση των στατιστικών στοιχείων κάθε παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική του αντίληψη, σε ευθεία συνάρτηση με την κρατική ιδεολογία, αποτέλεσε την επίσημη έκφραση του σοβιετικού ποδοσφαίρου: η φιλοσοφία βασιζόταν στην ομάδα και στην εξέλιξη του «συλλογικού παιχνιδιού» και η ατομικότητα είχε αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν προς όφελος του συνόλου.

Ο Αρίγκο Σάκι αμφισβήτησε την ιταλική αμυντική ηττοπάθεια και κατάργησε το ατομικό μαρκάρισμα, μοιράζοντας την ευθύνη του σε όλους τους παίκτες. Η Μίλαν, που στη δεκαετία του '60 θριάμβευσε με την εισαγωγή του λίμπερο, τώρα τον αντικαθιστούσε με άμυνα ζώνης. Για τον Σάκι, ένας καλός μάνατζερ είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης ταυτόχρονα: οφείλει να εφοδιάσει τους παίκτες με όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, εργαλεία και εναλλακτικές, ώστε να αποφασίσουν κατάλληλα, ακολουθώντας πάντα το σενάριο. Αν θες να μείνεις στην ιστορία, έλεγε, δεν μπορείς μόνο να κερδίζεις, πρέπει και να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Η δική του ομάδα έμεινε στη μνήμη περισσότερο από την πρόσφατη και πιο πετυχημένη Μίλαν του Καπέλο.

Τι μένει ακόμα να συμβεί σ' ένα άθλημα τόσο συστηματοποιημένο; Οι κλασικές ατομικές θέσεις (ακραίος, πλέι μέικερ, φουνταριστός) εξαφανίζονται, η συλλογικότητα επικρατεί της ατομικότητας, οι παίκτες γίνονται πολυ-λειτουργικοί (διαρκής υπενθύμιση του Μουρίνιο). Η φυσική κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, «το μέλλον θα είναι μια καθολικότητα όπου όλοι θα τα κάνουν όλα». Θα διατηρηθεί, άραγε, η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ομορφιά και τη σκοπιμότητα, ανάμεσα στο ποδόσφαιρο «της τέχνης» και «των αποτελεσμάτων», σαν αντικαθρέφτισμα της αντίθεσης ρομαντισμού και ρεαλισμού;

Συλλογικό

Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

εκδ. Νόβολι, σ. 187, ευρώ 19

Το σύνθετο φαινόμενο της βίας στον αθλητικό χώρο και ιδίως στο ποδόσφαιρο εξετάζεται από διάφορες πλευρές στην παρούσα συλλογή κειμένων, διά της γραφίδος των Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων (ομάδας συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων - οπαδών του Ολυμπιακού) και έτερων προσκεκλημένων. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε νέα λαϊκή θρησκεία, έχοντας αντικαταστήσει έναν κενό από την πολιτική και τις μεγάλες θρησκείες συμβολικό δεσμό. Απέναντι στη διάλυση των παραδοσιακών δικτύων συμμετοχής και ταύτισης, όπως έγραψε ο Hobsbawm, φέρει σε επαφή ανθρώπους που διαφορετικά στερούνται οργανικών και κοινωνικών και οικονομικών δεσμών και επιτρέπει την εκπλήρωση λαϊκών αξιών που είναι αδύνατο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς (συλλογικότητα, ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, πρωτοβουλία). Ομως νέοι κώδικες αξιών περιβάλλουν το άθλημα, απορρέοντας από τη σύγχρονη εμπορική-βιομηχανική του διάσταση. Η νίκη δεν αποτελεί πλέον επιθυμητή έκβαση ενός παιχνιδιού, αλλά μεταλλάσσεται σε αναγκαίο στοιχείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η βία δεν πηγάζει από τον αθλητισμό (όπως τα δάκρυα δεν βγαίνουν από το μαντίλι, σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο). Το ποδόσφαιρο δεν πυροδοτεί τη βία, αλλά αποκαλύπτει μια κρίση. Ο Διονύσης Ελευθεράτος καταδεικνύει θεσμοθετημένες μορφές βαναυσότητας που νομοτελειακά οδηγούν στην οπαδική βία. Η δράση των χούλιγκαν είναι ευθέως ανάλογη προς την εξοικείωση μιας κοινωνίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους επιβολής. Η θεσμική βία προσφέρει περισσότερη νομιμοποίηση στην περιθωριακή, τουλάχιστον στη συνείδηση των αυτουργών της. Από την άλλη, όπως γράφει ο Βασίλης Καρδάσης, το κράτος ενισχύει τη διάχυση της κοινωνικής όξυνσης μέσα στα γήπεδα, όπου εκρήγνυται ο θυμός των μαζών και εκπνέει σαν ατμός χύτρας ταχύτητας η αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων. Το γήπεδο λειτουργεί σαν κυματοθραύστης πραγματικών κοινωνικών συγκρούσεων, ένα ακίνδυνο για το κράτος πεδίο εκτόνωσης της λαϊκής οργής. Η βία των απόκληρων συνυπάρχει με εκείνη των εύπορων, των οργανωμένων και των δικτυωμένων.

Παρά τη δεδομένη πολιτιστική ώσμωση της εποχής μας, η ένταξη σε συλλογικές ομάδες (όπως οι οργανώσεις φιλάθλων) συνεπάγεται την υιοθέτηση της παραδοσιακής κουλτούρας της αντιπαλότητας. Η σύγκρουση εμπεριέχει ως απαραίτητο στοιχείο την αντιμετώπιση του αντιπάλου ως (πολιτισμικά) κατώτερου· η διάκριση καταλήγει σε ρατσισμό. Οι αθλητικές εφημερίδες έχουν μερίδιο στην έξαρση της αντιπαράθεσης φιλάθλων και στη δημιουργία κλίματος όξυνσης· άλλωστε ο φανατισμός συχνά αποτελεί κριτήριο αποδοχής για τους τελευταίους. Το δήθεν δημοκρατικό περιβάλλον των αθλητικών ραδιοσταθμών ανατροφοδοτεί το συγκεκριμένο κλίμα, οι διοικήσεις έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν τους μάχιμους στρατούς των οργανωμένων, όπως και το κράτος να θωπεύει τους φιλάθλους-εκλογείς. Σε κάθε περίπτωση, οι οπαδοί εθίζονται σε νέα αξιακά πρότυπα.

Οταν όμως πανηγυρίζουμε νίκες επί ισχυρών αντιπάλων, γράφει ο Γιώργος Κεντρωτής, εκφράζουμε σεβασμό προς αυτούς, πλην λεληθότως. Ετούτη η συνειδητοποίηση θα αποτελέσει μέγιστο βήμα προς την καταπολέμηση της βίας εφόσον εξουδετερώνει την τύφλωση από το φάσμα και το αποτέλεσμα της ήττας. Η λεκτική ελευθεριότητα διαφέρει από τη χυδαιότητα, που αποτελεί βασικό σπόρο βλάστησης του χουλιγκανισμού. Η απόσταση από το verbum στην actio είναι ελάχιστη και εύκολα διανυτή. Ο αγώνας αποτελεί εορταστικό πόλεμο, ο σεβασμός του αντιπάλου προσδίδει αξία στη νίκη, η κοσμιότητα είναι αρετή με την αρχετυπική σημασία της ανδρείας, η έντιμη ήττα είναι προτιμότερη από την άτιμη νίκη. Ο πεπαιδευμένος οπαδός είναι η καλύτερη διαχρονική μετεγγραφή μιας ομάδας.

Κώστας Μπλιάτκας

Λυπάμαι, χάσατε!

εκδ. Τόπος, σ. 259, ευρώ 16,90

«Sorry you missed the sixties» τιτλοφορήθηκε η έκθεση του κορυφαίου φωτογράφου Φίλιπ Τάουσεντ και το συλλυπητήριο τούτο σκώμμα μεταφέρεται στα γήπεδα αλλοτινών δεκαετιών. Αυτό που χάθηκε εδώ και αναζητήθηκε στη στήλη Ημερολόγιο Ποδοσφαίρου της αθλητικής εφημερίδας «Sportday» (2008-2010) είναι η αθωότητα και η μαγεία του ποδοσφαίρου της ερασιτεχνικής και ημιεπαγγελματικής εποχής. Οι συγκρίσεις τού χθες με το σήμερα είναι αναπόφευκτες: διαφορετικοί άσοι μεγαλουργούσαν στο ξερό γήπεδο χωρίς την τηλεοπτική χρυσόσκονη, οι αντίπαλοι οπαδοί κάθονταν μαζί στις εξέδρες με τα τσιμεντένια καθίσματα και τα φελιζόλ. Ηταν «εποχές θριάμβου για το μελάνι και το χαρτί»: δημοσιογράφοι «έγραφαν ματς» από το σκάμμα ή τα υποτυπώδη θεωρεία, φωτογράφοι αποτύπωναν τις κορυφαίες στιγμές (όπως η μονομαχία Κούδα - Καψή που κοσμεί τα προποτζίδικα της Θεσσαλονίκης) και τις επίμαχες φάσεις με τις «γκράνφλεξ». Ο θεσμός του Κυπέλλου Ελλάδος προκαλούσε δέος αντίστοιχο με το ογκώδες τρόπαιο, οι αρχηγοί ενέπνεαν σεβασμό. Σήμερα, οι ομάδες δεν έχουν σταθερό κορμό, αλλά είναι μιας ή δύο χρήσεων: οι νεοαποκτηθέντες διώκονται ή μοσχοπουλιούνται ακυρώνοντας κάθε συναισθηματική αφομοίωση των οπαδών, η κοινή κοινωνική εμφάνιση παικτών αντίπαλων ομάδων θεωρείται έγκλημα, ντέρμπι συχνά γίνονται με οπαδούς της μιας ομάδας ή σε άδειες κερκίδες.

Αναπόφευκτα το βάρος της μνήμης πέφτει στις μεγάλες θεσσαλονικιώτικες ομάδες που, αντίθετα με τις αντίστοιχες αθηναϊκές που διεκδικούν τη χαρά της νίκης «αορίστου χρόνου», αντιπαραθέτουν τις δικές τους άτυπες πρωτιές, ελκύοντας φιλάθλους, όπως ο Ηρακλής τον Αλμπέρτο Ναρ, «από το στοιχείο της μη αναγνωρισμένης αυθεντίας, της μειοψηφίας που διώκεται αλλά επιμένει να υπάρχει, του περιπλανώμενου που συνεχίζει χωρίς ελπίδα στεγαστικής αποκατάστασης». Η μυθολογία τους άλλωστε θερμαίνεται από τους λογοτέχνες της πόλης: ο Μανόλης Αναγνωστάκης φεύγει τελευταίος από το γήπεδο, περιμένοντας με τους φίλους του έξω από τα αποδυτήρια τους παίκτες με την μπριγιαντίνη στο μαλλί, ώστε να τους «αναλύσουν» μετά στα σκαλάκια της Παναγίας των Χαλκέων, ο Περικλής Σφυρίδης ως γιατρός του Αρη τρυπώνει στα αποδυτήρια του ΠΑΟΚ για να μιλήσει με τον Κούδα, ο Πάνος Θεοδωρίδης αναζητά τους παλαίμαχους στα ταπεινά μαγαζιά τους και στις αναλογίες με τους ποιητές: «Θα με ξεχάσουν σαν τον Καπερνέκα./ Οταν η φλόγα μου μπλαβιάσει, θα παίρνουν κάποιοι τον στίχο μου για μια αναφορά».

Προσωπικές μνήμες (Χιώτης, Καζαντζίδης και Νιλ Σεντάκα στα μεγάφωνα, σαββατιάτικες μεταδόσεις στο ασπρόμαυρο ΕΙΡΤ, γειτονικά ντέρμπι μικρών πόλεων) εμπλέκονται με μυθοποιητικές ιστορίες: ο Αντωνιάδης έχει ως μόνη παρέα έναν περιπτερά της Λεωφόρου, ο Μίμης Παπαϊωάννου, επί δοκιμή τραγουδιστής στη Στουτγάρδη, κάνει ντρίμπλες στα δέντρα μιας αλάνας, οι οπαδοί του ΠΑΟΚ μένοντας ακόμα στα προσφυγικά τολ χρηματοδοτούν την κατασκευή της Τούμπας. Η συναισθηματική γραφή του Μπλιάτκα συγκρατείται από ένα «δημοσιογραφικό», χωρίς ίχνος λογοτεχνικότητας, ύφος οδηγώντας σε μια ευγενή ισορροπία προσωπικού ενθυμήματος και ιστορικού χρονογραφήματος, διανθισμένης με μαυρόασπρες φωτογραφίες. Ηταν άραγε όλα τόσο μαγικά ή εξιδανικεύονται από τη νεότητα; Στο απόσπασμα αδημοσίευτου διηγήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ο έφηβος συγγραφέας συμμετέχει στο παιχνίδι των πέναλτι σε μεγάλους τερματοφύλακες στο λούνα παρκ της Διεθνούς Εκθεσης. Ενα γκολ στον Νίκο Χρηστίδη το κρατά μαζί του για χρόνια, μέχρι να μάθει από τον ίδιο πως αφηνόταν πού και πού κάποιο σουτ να μπει στα δίχτυα. Τελικά να παραμένει κανείς πιστός σε προσωπικούς και συλλογικούς μύθους; *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου