Έντυπη Έκδοση

«Σας ασπάζομαι, Φαίδων»

Γρηγόριος Ξενόπουλος: μια ζωή στα γράμματα και στα παιδιά

«Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος ήσυχος και καλός. Ηταν καλός άνθρωπος, δουλευτής και γι' αυτό πέθανε στην ψάθα».

Είναι η Ευθαλία - Λουλού Ξενοπούλου, σε μια συνέντευξη για τον πατέρα της, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, στην «Ε», 13 Αυγούστου 1989. Και την ανέσυρα, καθώς σαν χθες, πριν από 60 χρόνια, 14 Ιανουαρίου 1951, ο Ξενόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 84 του. Η κόρη του (δεύτερη από έναν δεύτερο γάμο του πατέρα της, ενώ υπήρχε και μια κόρη από τον πρώτο του), που δεν βρίσκεται πλέον κι αυτή στη ζωή, ήταν το 1989 85 ετών.

Τη συνάντησα ένα βράδυ στην παράσταση του θεατρικού έργου του πατέρα της «Στέλλα Βιολάντη» (στο Μαρούσι, από το «Αθμόνιο Θέατρο», σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, με την Αταλάντη Κλαπάκη στον επώνυμο ρόλο). Στη συνέχεια βρεθήκαμε και τα είπαμε στο θερινό της σπιτάκι στον Διόνυσο.

Να μνημονεύσουμε λοιπόν, με αποσπάσματα από εκείνη τη συνέντευξη, τον πολυγραφότατο, και πρωτοπόρο αυτόν συγγραφέα, που δέσποσε στην πνευματική ζωή της νεότερης Ελλάδας 60 και πλέον χρόνια.

«Η Διάπλασις των Παίδων»

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, επιφυλλιδογράφος, μεταφραστής, καθαρευουσιάνος στην αρχή, υπέρμαχος της δημοτικής στη συνέχεια. Και, ακόμα, ψυχή του μακροβιότερου παιδικού περιοδικού, της «Διαπλάσεως των Παίδων» (έκλεισε το 1948, έπειτα από 71 χρόνια), απ' όπου έκαναν τα πρώτα τους λογοτεχνικά βήματα αρκετοί συγγραφείς.

Λέει σχετικά η κόρη του:

«Τη "Διάπλαση" την έβγαζε από το 1879 ο Νικόλαος Παπαδόπουλος από την Υδρα, που ήταν θείος της μαμάς μου. Στην αρχή γραφόταν στην καθαρεύουσα. Επειτα, λίγο αφ' ότου πήγε ο μπαμπάς, άρχισε να γράφεται στη δημοτική. Το πρώτο κείμενό του δημοσιεύθηκε το 1892. Ηταν ένα διήγημα, "Η αδελφούλα μου", στη δημοτική. Το 1896 ο αρχισυντάκτης του Αριστοτέλης Κουρτίδης πήγε στη Γερμανία και πήρε τη θέση του ο πατέρας μου. Τότε άρχισε να γράφει τις "Αθηναϊκές επιστολές", με το ψευδώνυμο Φαίδων ["Σας ασπάζομαι, Φαίδων"]. Από εκεί, μιλώντας στα παιδιά, σχολίαζε τα πάντα».

- Πόσες επιστολές να 'χει γράψει;

«Περί τις 3.000. Αλλά οι επιστολές ήταν το λιγότερο. Ολη σχεδόν η δουλειά περνούσε από το χέρι του. Φοβερή δουλειά. Σκεφτείτε ότι παίρναμε 500-1.000 γράμματα την ημέρα. Κάποτε μπήκα κι εγώ σ' αυτή τη δουλειά».

- Τι κυκλοφορία είχε η «Διάπλαση»;

«Είχε 7.000 συνδρομητές. Στην υπόλοιπη Ελλάδα τη στέλναμε με το πρακτορείο εφημερίδων. Σκεφτείτε τι δουλειά είχαμε κάθε βδομάδα».

- Θα είχατε και επισκέψεις παιδιών.

«Το σπίτι μας ήταν κέντρο διερχομένων. Τι παιδιά, τι ηθοποιοί που έπαιζαν στα έργα του μπαμπά, τι συγγραφείς -γιατί τότε δεν υπήρχε τηλέφωνο και για ό,τι ήθελαν έρχονταν εκεί».

Και καβγάδες

- Φιλολογικές συγκεντρώσεις, που συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια, γίνονταν στο σπίτι σας;

«Και βέβαια. Συνήθως κουβέντιαζαν για τη γλώσσα. Ερχόταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Κωστής Παλαμάς, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Μανόλης Καλομοίρης, ο Σωτήρης Σκίπης, ο Μηνάς Φιλήντας, ο Ηλίας Βουτιερίδης, ενίοτε ο Γιάννης Ψυχάρης. Και καμιά φορά παίζανε χαρτιά, πόκερ και άλλα».

- Και πότε έγραφε;

«Εγραφε τη νύχτα, ώς τις πρωινές ώρες, 4-5, και ξυπνούσε γύρω στις 11. Δεν κουραζόταν εύκολα. Αλλωστε ό,τι έκανε τ' αγαπούσε».

- Το σπίτι, στην οδό Ευριπίδου όπου μένατε, ήταν δικό σας;

«Οχι, ανήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μας το 'χε νοικιάσει. Ζήσαμε εκεί 40 χρόνια, ώς τα Δεκεμβριανά, που μας το τίναξαν οι ΕΛΑΣίτες».

- Γιατί το ανατίναξαν;

«Δεν ξέρουμε. Την περιοχή εκείνη, του Ψυρρή, την είχαν οι ΕΛΑΣίτες κι εκεί γίνονταν πολλές μάχες. Μας είπαν να φύγουμε γιατί έπρεπε να ανατινάξουνε το σπίτι. Και το ανατίναξαν μαζί με άλλα εκεί κοντά. Δεν έμεινε τίποτα, καταστράφηκαν πολλά πράγματα, αρχεία, πίνακες».

Δεν έλειψαν και οι φιλολογικοί καβγάδες. Ηταν ο Ταγκόπουλος του περιοδικού «Ο Νουμάς», που ειρωνευόταν τον Καβάφη και συνακόλουθα τον Ξενόπουλο, που τον υποστήριζε, αποκαλώντας τον... Ξερνόπουλο - («Θαυμάζει κι ο Ξερνόπουλος / τον κύριο Καβάφη / που ένα α-ποίημα / τον κάθε χρόνο γράφει»!). Το θυμίζω στην κόρη του.

«Και ο πατέρας μου τον έλεγε... Ουρακοταγκόπουλο! Αλλά οι μεγάλοι καβγάδες ήταν με τον Γεώργιο Δροσίνη, που ενώ συνεργάστηκαν στην "Εστία", όταν ο πατέρας αποχώρησε κι έβγαλε τη "Νέα Εστία" άρχισε να τον πολεμάει».

Αργότερα έγιναν φίλοι. Οπως είχε συμβεί με τον Ψυχάρη. Οπου όταν κάποτε τσακώθηκαν, ο Ψυχάρης αναφέρθηκε σε κάποιον περίπατό τους σε μια λασπωμένη οδό Πανεπιστημίου, με τον Ξενόπουλο να διπλώνει τις άκρες του παντελονιού του να μη λερωθεί. Και το σχόλιο του Ψυχάρη: «Να, αυτός είναι ο Ξενόπουλος: Εγώ να του μιλώ για τη γλώσσα κι εκείνος να κοιτάζει να μη λερώσει το παντελονάκι του!». Και η απάντηση του Ξενόπουλου: «Δεν το 'ξερα πως, επειδή μου μιλούσε ο Ψυχάρης, έπρεπε να κυλιστώ στις λάσπες σα γουρούνι!».*

Ετσι κι αλλιώς

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών αφιερωμένο το φετινό (δωδέκατο στη σειρά «Ο κύκλος των μουσείων») λεύκωμα του Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση. Ενα μουσείο ελάχιστα προβεβλημένο (χωρίς, εννοείται, να είναι το μόνο) αλλά πλουσιότατο, όπως καταφαίνεται από το φωτογραφικό υλικό (με το φακό του Σωκράτη Μαυρομμάτη).

«Κιβωτό του πολιτισμού και θησαυροφυλάκιο ιστορικών κειμηλίων, πνευματική περιουσία όλης της ανθρωπότητας», το χαρακτηρίζει ο διευθυντής του Βασίλειος Αραβαντινός, που υπογράφει τα κείμενα. Τι θησαυροί μας χαρίστηκαν, στους ανεπρόκοπους.

Γόνιμη συνύπαρξη Τζορτζ Γκέρσουιν - Περικλή Κούκου, με τη «Γαλάζια ραψωδία» του πρώτου και τη «Γαλάζια σουίτα» (και όχι μόνο) του δεύτερου, από την Ορχήστρα των Χρωμάτων, υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, την περασμένη εβδομάδα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση (ανήκω σ' αυτούς που εκτιμούν παρεμφερείς προσφορές «λεφτάδων», ειδικότερα σ' έναν τόπο σαν τον δικό μας - όπου αλίμονο αν τα περιμέναμε όλα από το μίζερο κράτος). Μια νέα στέγη πολιτισμού, κόντρα στην ευτέλεια, με την οποία μάλιστα συγγενεύει, στην αμαρτωλή λεωφόρο Συγγρού. Απολαυστική η συναυλία, με θερμή ανταπόκριση από το κοινό που είχε πληρώσει την αίθουσα, με σολίστ τον, διαρκώς βελτιούμενο, πιανίστα Δημήτρη Κούκο, στο έργο του Γκέρσουιν, αλλά και τον παρόντα πατέρα του. Κρατάμε τη διαβεβαίωση ότι ο νέος χώρος θα ενθαρρύνει και θα προωθήσει τη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία.

«Σώσον -πάλι- Κύριε το λαό σου / Ανοιξέ του τα μάτια / Κάνε του τη μέρα μέρα / Νύχτα τη νύχτα / Στάσου στη μέση, κράτησέ τες -σαν πρώτα- / Χωριστά. / Πού το φως / Πού το σκοτάδι / Να ξέρουμε / Εμείς οι πιστοί σου τελοσπάντων!» Στίχοι (το ποίημα «Γένεση 2») του Θεσσαλονικιού Πάνου Θασίτη (1929 - 2008), «ποιητή του κοινωνικού χώρου, της κοινωνικής διαμαρτυρίας», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, με -τίμημα- διώξεις κι εξορίες, σε εκτενές αφιέρωμα του σταθερά ποιοτικού περιοδικού «Εντευκτήριο». Κι ένα άκρως ερωτικό δίστιχο: «Αγάπη μου / Σεισμέ του νου μου». Δικέ μας.

ΣΗΜ. Δεν άνοιξαν στον παπά που πήγε να τους αγιάσει - δεν ήταν βέβαιοι πως ήταν πραγματικός.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά