Έντυπη Έκδοση

Η ΔΙΤΤΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΚΑΡΕΝΙΝΑ

Η «Αννα Καρένινα» είναι από τα βιβλία για τα οποία μπορεί κανείς να μιλήσει, κι ας μην τα έχει ξεφυλλίσει καν. Ξέρει ότι πρόκειται για μια τεράστια τοιχογραφία της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα κι ότι θεωρείται μια από τις ωραιότερες ερωτικές ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ, όπως ξέρει ότι η ομώνυμη ηρωίδα, που έχει διαπράξει το «έγκλημα» της μοιχείας, φτάνει να δώσει τέλος στη ζωή της, πέφτοντας στις ράγες ενός τρένου.

Δεν αποκλείεται μάλιστα να γνωρίζει και την εναρκτήρια φράση του βιβλίου, διάσημη στα λογοτεχνικά χρονικά: «Οι ευτυχισμένες οικογένειες είναι ίδιες κι απαράλλαχτες, όμως κάθε δυστυχισμένη οικογένεια τη βαραίνει η δική της, η ιδιαίτερη δυστυχία»...

Εκείνος ωστόσο που αγνοεί ουσιαστικά το κλασικό μυθιστόρημα του Τολστόι κι έχει διάθεση να το ανακαλύψει, μπορεί να το βρει σήμερα σ' έναν τόμο-κομψοτέχνημα της «Αγρας», πλαισιωμένο από κατατοπιστικές εισαγωγές, φωτογραφικό υλικό, κι ένα επίμετρο με εργογραφία, αποσπάσματα επιστολών και ημερολογίων του δημιουργού του, στην αρυτίδωτη μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου. Θυμίζουμε πως τα ρωσικά ήταν η μητρική γλώσσα του συγγραφέα του «Κιβωτίου», ενός από τους κορυφαίους μεταφραστές της μεγάλης ρωσικής λογοτεχνίας στα ελληνικά κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60. Σύμφωνα δε με μαρτυρία της συζύγου του, Καίτης Δρόσου, ήταν εξοικειωμένος με τη γραφή του Τολστόι καιρό πριν καταπιαστεί με την «Αννα Καρένινα». Πολλά άλλωστε από τα έργα που μετέφραζε δεν οφείλονταν μόνο σε εκδοτικές παραγγελίες αλλά και σε δικές του προτάσεις.

Μυθιστόρημα-ποταμός που δείχνει κατανόηση για όλες τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, δημοσιευμένο σε συνέχειες μεταξύ 1873 και 1877, η «Αννα Καρένινα» γράφτηκε στην πιο ταραγμένη περίοδο της ζωής του Τολστόι, λίγο πριν από την πνευματική κρίση που θα τον οδηγούσε ν' αλλάξει ριζικά τις ιδέες του για το νόημα της ζωής, να στρέψει την πλάτη του στην τέχνη της μυθοπλασίας και να βυθιστεί για τα καλά στις θρησκευτικές του αναζητήσεις. Μια περίοδο, όμως, και έντονων οικονομικών μεταρρυθμίσεων και ιδεολογικών μαχών στο εσωτερικό της χώρας του, όπου αυτός, ο ευγενής της υπαίθρου, ανάμεσα στα στρατόπεδα των συντηρητικών και των ριζοσπαστών, υποστήριζε ότι καμιά αλλαγή δεν είναι εφικτή αν δεν αλλάξουν πρώτα οι ψυχές και οι σχέσεις των ανθρώπων.

Διόλου τυχαίο που η ρεαλιστική και σοφά ζυγισμένη σύνθεση της «Αννας Καρένινα», με την αυτοκρατορική Ρωσία στο φόντο της, κι έναν παράφορο, παράνομο έρωτα στον πυρήνα της ν' αντιδιαστέλλεται με τη συντροφικότητα του γάμου, αντιμετωπίστηκε έκτοτε ως η πνευματική αυτοβιογραφία του Τολστόι. Η ιστορία της Αννας που αψηφά τις κοινωνικές συμβάσεις κι εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί για τον κομψό αξιωματικό Βρόνσκι, μπλέκεται σ' όλη την έκταση του μυθιστορήματος μ' εκείνην του Λέβιν, του alter ego του συγγραφέα: ενός επίσης αντισυμβατικού γαιοκτήμονα, όλο ενοχές για τις προσωπικές του ανέσεις και ταλανιζόμενου από αυτοκαταστροφικές τάσεις, ο οποίος θ' αναζητήσει τη γαλήνη και την ψυχική πληρότητα μακριά από τους κοσμικούς κύκλους και τις εύκολες ηδονές, στη σκληρή δουλειά στο κτήμα του πλάι στους χωρικούς, και στη ζεστασιά της οικογενειακής ζωής, πλάι στην αγαπημένη και πολύ νεότερή του Κίτι.

Επί εκατοντάδες σελίδες, ο Τολστόι ζωντανεύει την εσωτερική πάλη που δίνουν η Αννα και ο Λέβιν χωριστά, στήνοντας γύρω τους ένα ψηφιδωτό ανθρώπινων χαρακτήρων από το κοινό τους περιβάλλον - αριστοκράτες, διανοούμενους, γραφειοκράτες- και μόνο προς το τέλος τούς παρουσιάζει να συναντιώνται από κοντά, υπογραμμίζοντας στον αναγνώστη αυτό που τους ενώνει πάνω απ' όλα: την ειλικρίνειά τους μέσα σ' έναν αντιφατικό και με περίσσευμα υποκρισίας κόσμο. Η εκτίμηση που δείχνει ο Λέβιν για την περιβόητη μοιχαλίδα, αντανακλά και τα αισθήματα του Τολστόι απέναντί της, που μέχρι ν' αποκρυσταλλωθούν είχαν περάσει από σαράντα κύματα.

Ιδού τι κατέγραφε στο ημερολόγιό της η γυναίκα του Σοφία, τρία χρόνια πριν εκείνος καταπιαστεί με την «Αννα Καρένινα», ενώ ακόμα πάλευε μ' ένα παλιότερο σχέδιό του, ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Μεγάλο Πέτρο: «Χτες το βράδυ μου είπε ότι είχε διακρίνει έναν τύπο παντρεμένης γυναίκας της υψηλής κοινωνίας· η γυναίκα αυτή φαινόταν συντετριμμένη. Μου εξήγησε ότι το ζητούμενο για εκείνον ήταν να τη σκιαγραφήσει μόνον ως άξια λύπησης και όχι ως ένοχη, και ότι από τη στιγμή που ετούτος ο τύπος γυναικός είχε παρουσιαστεί εμπρός του, όλα τα πρόσωπα και οι τύποι ανδρών που είχε φανταστεί στο παρελθόν έβρισκαν τη θέση τους και συγκεντρώνονταν γύρω από εκείνη τη γυναίκα. Τώρα φωτίστηκαν όλα, μου είπε».

Στο πρώτο σκαρίφημα του βιβλίου εν τούτοις, κι ενώ ο Τολστόι είχε στο μεταξύ ξεκοκαλίσει όλα τα γαλλικά μυθιστορήματα περί μοιχείας της εποχής του, η «αξιολύπητη» Αννα ήταν «μια γυναίκα πολύ αντιπαθητική και το τραγικό της τέλος δεν ήταν παρά η τιμωρία που της άξιζε», όπως σημειώνει ο Κούντερα στην «Τέχνη του μυθιστορήματος». Ο βιογράφος του ρώσου κλασικού, Ανρί Τρουαγιά, υποστήριξε πως η μεταμόρφωσή της σ' ένα καθ' όλα ελκυστικό πλάσμα κι εντέλει σε τραγική ηρωίδα, οφείλεται στο ότι ο Τολστόι είχε φτάσει να την ερωτευτεί. Ο Κούντερα, όμως, που ανέδειξε την «Καρένινα» σε βιβλίο-φετίχ των πρωταγωνιστών της «Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι», αποδίδει την αλλαγή στην ίδια τη «σοφία του μυθιστορήματος»: «Ολοι οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι αφουγκράζονται αυτήν την υπερπροσωπική σοφία, πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από τους δημιουργούς τους».

Η «Αννα Καρένινα» αγκαλιάστηκε αμέσως από το ρωσικό κοινό, μολονότι οι κριτικοί, ανάλογα και με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, διχάστηκαν. Ο Ντοστογέφσκι πάντως υποκλίθηκε αμέσως στον Τολστόι, χαρακτηρίζοντας το βιβλίο του «αδιαμφισβήτητη απόδειξη του ρωσικού δαιμονίου» κι ως «ένα τέλειο καλλιτεχνικό έργο» που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παραγωγή. Με το πέρασμα δε του χρόνου, η «Αννα Καρένινα», χάρη στους εσωτερικούς μονολόγους των ηρώων της, αναγνωρίστηκε κι ως πρόδρομος του μοντέρνου ψυχολογικού μυθιστορήματος που υπηρέτησαν μορφές όπως ο Τζόις, ο Φόκνερ και η Βιρτζίνια Γουλφ.

Ακόμα κι ο Νόρμαν Μέιλερ, όμως, στον Τολστόι χρωστάει ό,τι κατάφερε. Την εποχή που στα 25 του, πατώντας πάνω στις εμπειρίες του από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έγραφε το παρθενικό του μυθιστόρημα, τους «Γυμνούς και τους νεκρούς», που έμελλε να τον κάνει διάσημο από την μια μέρα στην άλλη, πριν στρωθεί στη γραφομηχανή, αφιέρωνε ώρες ολόκληρες στην ανάγνωση της «Αννας Καρένινα». Κι όπως θα έγραψε αργότερα στη «Μάγισσα τέχνη», «αυτή είναι η μεγαλοφυΐα του γέροντα: ο Τολστόι μας διδάσκει ότι η ευσπλαχνία έχει αξία και εμπλουτίζει τη ζωή μας μονάχα όταν είναι αυστηρή, ότι δηλαδή μπορούμε ν' αντιληφθούμε όλα τα καλά και τα άσχημα ενός χαρακτήρα, αλλά εξακολουθούμε να νιώθουμε πως στην πλειονότητά μας, εμείς οι άνθρωποι, είμαστε πιθανόν λίγο περισσότερο καλοί παρά φρικτοί».

Η ΗΡΩΙΔΑ ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ ΤΡΕΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μόνο τα βιβλιοπωλεία που υποδέχονται ξανά την «Αννα Καρένινα».

Στο αριστούργημα του Τολστόι βασίζεται και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις μπαλέτου που φιλοξενεί φέτος το Μέγαρο Μουσικής (17-20 Φεβρουαρίου), με την υπογραφή του Μπόρις Αϊφμαν, του «ρώσου Μπεζάρ», όπως τον αποκαλούν οι συμπατριώτες του. Ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής των Μπαλέτων της Αγίας Πετρούπολης από το 1977, ο Αϊφμαν είναι από τους καλλιτέχνες που βγήκαν στην επιφάνεια την εποχή της περεστρόικα, έχοντας προηγουμένως γνωρίσει κάμποσες διώξεις κι εξευτελισμούς, ανεβάζοντας σύγχρονα πρωτοποριακά έργα, όλο αισθησιασμό και με συντετριμμένους από τις κοινωνίες τους ήρωες.

Γνωστός μας κι εδώ από την «Κόκκινη Ζιζέλ» αλλά και από τη συμμετοχή του το '97 στις εκδηλώσεις της Θεσσαλονίκης-Πολιτιστική Πρωτεύουσα, ο 63χρονος χορογράφος που συνδυάζει την έντονη εκφραστικότητα του σύγχρονου χορού με την αυστηρή φόρμα του κλασικού μπαλέτου, επιστρέφει με την «καλύτερη παραγωγή», όπως έχει δηλώσει, ολόκληρης της καριέρας του. Μια «Αννα Καρένινα» δαφνοστεφανωμένη σε Ευρώπη και Αμερική, από το 2005 που έκανε το ντεμπούτο της στην Αγία Πετρούπολη, εστιασμένη στο ερωτικό τρίγωνο των Αννας, Καρένιν και Βρόντσκι, με κορυφαίους χορευτές τους Μαρία Αμπάσοβα, Αλμπερτ Γκαλιχάνιν και Γιούρι Σμεκάλοφ, υπό τους ήχους διάσημων μελωδιών του Τσαϊκόφσκι.

Το μυθιστόρημα του Τολστόι έχει γνωρίσει άφθονες διασκευές μέχρι σήμερα. Εγινε όπερα από τον βρετανό συνθέτη Ιαν Χάμιλτον (1978) και από τον Αμερικανό Ντέιβιντ Κάρλσον (2007), πέρασε στα ερτζιανά τη δεκαετία του '40 με ερμηνευτές τον Γκρέγκορι Πεκ και την Ινγκριντ Μπέργκμαν, ενώ στα χρόνια του '90 έδωσε υλικό σε μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ που κανείς δεν θέλει να θυμάται. Σημείο αναφοράς παραμένει ακόμα η ομώνυμη, μαυρόασπρη ταινία του Κλάρενς Μπράουν, παραγωγής του '35, όπου τον ρόλο της Καρένινα ερμήνευε η αλησμόνητη ντίβα Γκρέτα Γκάρμπο, με τον τακτικό της οπερατέρ Γουίλιαμ Ντάνιελς να δίνει μέσα από διαδοχικά γκρο-πλαν μιαν αέρινη, θεϊκή όψη στο πρόσωπό της. Ηταν μάλιστα η δεύτερη φορά που η Γκάρμπο έμπαινε στο πετσί της Καρένινα, καθώς είχε προηγηθεί το «Love» του Εντμουντ Γκούλντινγκ (1927): μια γεμάτη αυθαιρεσίες διασκευή του πρωτότυπου, με δύο εκδοχές για το φινάλε, καθώς εκείνη που προοριζόταν για το αμερικανικό κοινό είχε χάπι εντ!

Αν στον 21ο αιώνα, η πρώτη ηθοποιός που θ' αναμετρηθεί με την Καρένινα είναι η Κίρα Νάιτλι στην ταινία που ετοιμάζει ο Τζο Ράιτ, στη διάρκεια του 20ού την Αννα ερμήνευσαν ακόμη η Βίβιαν Λι, πλάι στον Ραλφ Ρίτσαρντσον στην επίσης μαυρόασπρη ταινία του Ζιλιέν Ντιντιβιέ (1948), η Ζακλίν Μπισέ, πλάι στον Κρίστοφερ Ριβ σε τηλεταινία του Σάιμον Λάνγκτον (1985), η Σοφί Μαρσό σε μια αμερικανοβρετανική παραγωγή του 1997 γυρισμένη στην Αγία Πετρούπολη, καθώς και η Κλερ Μπλουμ πλάι στον Σον Κόνερι σε τηλεταινία του BBC που, θαμμένη στα αρχεία του οργανισμού επί πενήντα χρόνια, μόλις το περασμένο καλοκαίρι ανασύρθηκε στην επιφάνεια. Οσο για τις Ελληνίδες που υποδύθηκαν την Καρένινα στο σανίδι, πέρα από τη Μαρίκα Κοτοπούλη στη θεατρική διασκευή του Σπύρου Μελά, ήταν η Κάτια Δανδουλάκη, η Μιμή Ντενίση και η Τατιάνα Λύγαρη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Λογοτεχνία