Έντυπη Έκδοση

Οι πεταλούδες της φυγής ή η ηδονή της επιβίωσης

Ποιος να φροντίσει ποιον; Μες στις ομοβροντίες και στους κανονιοβολισμούς, ο κάθε μαχόμενος έψαχνε να προφυλαχτεί από τις σφαίρες και τους όλμους, που έπεφταν βροχή. Καπνοί σχημάτισαν τον Χάρο με το δρεπάνι του στον ουρανό.

Χρήστος Ναούμ

Γιαρντίμ. Οι φλόγες της Ανατολής

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 520, ευρώ 18

Σταμπάριζε τους μελλοθανάτους. Ακρωτηριασμένοι στρατιώτες, νεκρά άλογα, κουρελιασμένες σημαίες και λάβαρα γίνονταν μακάβριοι πίνακες. Θλιβεροί. Αποτροπιασμός σε όλο του το μεγαλείο! Στην πλάση, μόνο ο άνθρωπος είναι ικανός για τέτοια θηριωδία (σ. 451).

Ο διδάκτωρ Δερματολογίας Χρήστος Ναούμ στο δεύτερο μυθιστόρημά του περνάει από τη σουρεαλιστική κωμωδία στο ιστορικό δράμα, αποφεύγοντας τον μελοδραματισμό, αφού χρησιμοποιεί το στοιχείο της ειρωνείας τόσο προσεκτικά όσο ένα νυστέρι σε λεπτή χειρουργική επέμβαση. Ενίοτε σαρκαστικός ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής του εγκαταλείπει τα ουράνια δώματα, όπου υπερίπταται, για να καταδυθεί στο έρεβος των ανθρώπινων ψυχών που πάσχουν, καταστρέφουν κι αυτοκαταστρέφονται σαν πεταλούδες, που ερωτοτροπούν με τη φωτιά θαρρώντας πως προσεγγίζουν το θείο φως της ανάληψης σε άλλες διαστάσεις, όπου όλα είναι τέλεια. Μακράν τού να είναι ένα μυθιστόρημα φυγής, χαρίζει στον αναγνώστη τις ανάσες εκείνες που χρειάζεται για να αντέξει τον τόσο ζόφο. Μεταξύ Τσέχοφ, Γκόρκι, Βενέζη και Καραγάτση, ο ιατρός-συγγραφέας πλέκει ένα πανοραμικό χαλί μιας εποχής πολύτροπης και πολύπλοκης. Πολυπολιτισμικές, πολυγλωσσικές, πολυθρησκευτικές και πολυφυλετικές κοινωνίες (όπως αυτές της Αλεξάνδρειας, της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης) θέλγουν αναπόδραστα αναγνωστικό κοινό και συγγραφείς. Ισως γιατί μέσα από την ανομοιογένεια των ψηφίδων συντίθεται ένα ψηφιδωτό πολύ κοντά στην πραγματική παγκοσμιοποιημένη ζωή μας. Και πότε, άλλωστε, δεν ήταν η ζωή μας παγκοσμιοποιημένη; Τα ανθρώπινα όντα (ζωντανά και πεθαμένα) είναι περισσότερο αλληλένδετα απ' ό,τι φαντάζεται κανείς. Ο πνευματισμός, η μαντεία και οι μαγικές πρακτικές (καθώς επιβιώνουν σε άπειρες παραλλαγές μέσα στους αιώνες) είναι η περίτρανη απόδειξη αυτής της ανάγκης του ανθρώπου να νιώσει «δικτυωμένος» με το Ολον. Οι σύγχρονες διαδικτυακές κοινωνικές επαφές μαρτυρούν αυτήν ακριβώς την ανάγκη μας, ως ανθρώπινο είδος. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ο παράλογος κόσμος της Ανατολής συναντιέται με τον ορθολογικό κόσμο της Δύσης σε αυτό το καθηλωτικό πεζογράφημα, όπου τα μέρη ενορχηστρώνονται από τον ταλαντούχο συγγραφέα αρμονικά, προκειμένου να συνηχήσουν στη μελοδραματική συμφωνία μιας καταστροφής, που λειτουργεί ως ανεπούλωτο τραύμα στο συλλογικό ασυνείδητο του Ελληνισμού (και όχι μόνο). Η καταστροφή της Σμύρνης είναι ένα πολυχρησιμοποιημένο θέμα, και φόντο πολλών αφηγήσεων. Ομως, κάθε φορά ανακαλύπτει ο επαρκής αναγνώστης και μια άλλη οπτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα από μια οικογένεια ανθρώπων που φτάνει κουτσουρεμένη στην αττική γη από την περίφημη γη της Ιωνίας, παρακολουθούμε τα πάθη και τους έρωτες, που δεν επισύρουν την ενοχή, που δεν προκαλούν την Ατη, αλλά φαντάζουν μάλλον ως ασήμαντες λεπτομέρειες στην ιστορική δίνη, έτσι όπως φιλτράρεται από το ρομαντικό σαρκασμό του συγγραφέα. Αποφεύγοντας τεχνηέντως τον πολυφορεμένο «μαγικό ρεαλισμό» και ποιητικότητες κάθε είδους, ο πρωτότυπος συγγραφέας χρησιμοποιεί τον κυνισμό ως αντίδοτο του άκοπου συναισθηματισμού και την ειρωνεία ως αντίδοτο του μελοδραματισμού. Οι λαογραφικές του παρατηρήσεις, η πλούσια ιδιόλεκτος, η προσεκτική λογοτεχνικότητα, οι ιατρικές και ψυχογραφικές διαγνώσεις κι ενδοσκοπήσεις των φανταστικών ηρώων του (και κυρίως των ηρωίδων) μαζί με συνταγές μαγειρικής και τη γραφικότητα αυτού του πολύπαθου λιμανιού της Ανατολής, συνθέτουν ένα δοξαστικό στις γήινες ηδονές, έναν ύμνο στη ζωή και στις χαρμολύπες της. Δυνατές κινηματογραφικές σκηνές (όπως αυτή της σελ. 295) παρασύρουν τον αναγνώστη να καταναλώσει απνευστί το λογοτέχνημα, χωρίς να ενοχλείται από τις υποσέλιδες σημειώσεις, που μεταφέρουν στη σύγχρονη ελληνική λαλιά τις άπειρες ιδιωματικές εκφράσεις (αμάλγαμα ελληνικών, τουρκικών, ιταλικών, γαλλικών, αρμένικων κι ένας θεός ξέρει τι ακόμα). Για του λόγου το αληθές, σας μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα: Με κενό βλέμμα, η χήρα Χιντ συνέχισε να ψάχνει ανάμεσα στα διαμελισμένα σώματα, προκειμένου ν' ανακαλύψει τον φονιά των δικών της. Οταν, σε μια στιγμή, αναποδογύρισε ένα αιματοβαμμένο κεφάλι, αναγνώρισε τον ένοχο. Με κοφτερή λεπίδα κι άναρθρες κραυγές ικανοποίησης, ξέσκισε τους ιστούς του κι έβγαλε την καρδιά του. Τη σήκωσε ψηλά στον ουρανό με άκρατη αλαζονεία, κι ύστερα, τη δάγκωσε σβήνοντας οριστικά την εκδίκησή της (σελ. 295). Τα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα συναντούν την ανάγκη του πνευματικού ανθρώπου να καταφύγει μέσα από την Τέχνη σε ανώτερα πνευματικά πεδία, εκεί όπου μπορεί ν' ανασάνει ανενόχλητος τη γαλήνη των αγγελικών όντων. Σαν την πολύπαθη Λέλα, που χάνει συζύγους και παιδιά, όμως μαθαίνει να επιβιώνει, χάρη στην άδολη ανάγκη της ψυχής της να ζωγραφίζει λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες-ψυχές. Αυτή είναι και η αισθητική πρόθεση του συγγραφέα: να υπερβεί τη βαρβαρότητα των πρωτόγονων (ακόμα) ανθρώπων με την καίρια καλλιτεχνική φυγή, προκειμένου να μας μεταδώσει την υψηλή τέχνη της επιβίωσης, όπως αυτός φαίνεται πως τη διδάχτηκε από τη ζωή και τη σταδιοδρομία του ως γιατρού. Φράσεις σαν γνωμικά, απόσταγμα σοφίας. Η ικανότητα του Χρήστου Ναούμ να δημιουργεί μεγάλες συνθέσεις και να κινεί με αριστοτεχνικό δραματουργικό τρόπο πολλά και ανόμοια πρόσωπα, χωρίς να δημιουργεί αφηγηματική σύγχυση, σε συνδυασμό με την πρωτοτυπία του ύφους του, την ιδιότυπη ρομαντική, φιλάνθρωπη ειρωνεία του και την πολυποίκιλη ιδιόλεκτό του τον κατατάσσουν στη χορεία των σημαντικών πεζογράφων που ζουν και δημιουργούν στη χώρα μας, αφού ήδη από το πρώτο του βιβλίο ξεπέρασε το πρωτόλειο και τη χαριστική περίοδο που απολαμβάνουν -συνήθως- οι πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι και μπήκε δυναμικά στην αρένα των επαγγελματιών συγγραφέων, όπου ο ανταγωνισμός είναι σκληρός (και όχι μόνο σε περιόδους κρίσεως). Αφού το εκκρεμές της εμπνευσμένης παρορμήσεώς του πέρασε από το «ελαφρό» Αχ αυτές οι βασίλισσες! στο ερεβώδες (και τρυφηλό ταυτόχρονα) Γιαρντίμ. Οι φλόγες της Ανατολής, περιμένω να δω τη μέση οδό που θ' ανακαλύψει -ή θα δημιουργήσει με τα ίχνη της πένας του στο χαρτί- στο επόμενο συναρπαστικό και απρόβλεπτο βιβλίο του. Οφείλω επίσης να προσθέσω ότι ο προσεκτικός και αντικειμενικά «ψυχρός» τριτοπρόσωπος αφηγητής δίνει τη θέση του στον επίλογο σε έναν παθιασμένο και κατακυριευμένο από τα αισθήματα αγάπης, που του εμπνέει η ψυχορραγούσα γιαγιά του από τα Βουρλά της Μικρασίας, στην οποία -ως φαίνεται- οφείλει την πρώτη ύλη για το αριστοτεχνικό αυτό μυθιστόρημά του. «Μια στιγμή είναι ο θάνατος. Κλείνεις τα μάτια και πετάς. Οπως στα όνειρα. Οπως στα παραμύθια που σου έλεγα, μικρός». Την παρακάλεσα να με συγχωρέσει για όσα δεν έκαμα ή δεν είπα. Με κοίταζε θλιμμένη, αφού για εκείνη η ύπαρξή της ήταν μια συνεχής πορεία πάνω στα κάρβουνα: Μικρασία. Πόλεμος του '40. Εμφύλιος. Χούντα. Η ιστορία της Ελλάδας σε μια ζωή, τη δική της. Η νυχτερινή νοσοκόμα μάς διέκοψε. Επρεπε να ησυχάσει, η ώρα ήταν κιόλας περασμένη. Πριν την αποχωριστώ, της φίλησα το χέρι. Η φωνή της βαριά, επιβλητική, μου υπενθύμισε: «Μετά την ήττα, ανώφελα θρηνείς. Να διδάσκεσαι απ' αυτήν και να επιστρέφεις στην ιστορία σου. Χώνεψε τη γνώση που σου έδωκε και φύλαξ' τη βαθιά στην καρδιά σου, γιε μου». «Καληνύχτα γιαγιά», προσπάθησα να την ηρεμήσω τακτοποιώντας τα σκεπάσματα, όταν ξαφνικά μια πεταλούδα ξεπήδησε ανάμεσα από τα σεντόνια και πέταξε στο φως της λάμπας (σελ. 511).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου