Έντυπη Έκδοση

Ο Νίκος Ξυδάκης «θυμάται» 34 χρόνια φιλίας με τον Μανώλη Ρασούλη

Αυθεντικός σε έναν κόσμο Δήθεν

Δεν είναι καινούργιο. Η ζωή στήνει παράξενα παιχνίδια. Να, όπως αυτό που συνέβη στον Νίκο Ξυδάκη. Η πρώτη του γνωριμία με τον Μανώλη Ρασούλη έγινε ένα βράδυ του 1977, στη «Σαΐτα», μια υπόγεια, πλακιώτικη ταβέρνα που ήταν καλλιτεχνικό στέκι. Σ' αυτή την ίδια ταβέρνα έτρωγε ο ίδιος την περασμένη Κυριακή όταν έμαθε ότι ο πάλαι ποτέ συγκάτοικος, φίλος και συνεργάτης του βρέθηκε νεκρός στη Θεσσαλονίκη.

Μαζί με το συνθέτη της «Εκδίκησης της Γυφτιάς», επιστρέφουμε νοερά 34 χρόνια πριν, δίπλα στην παρέα που ηχογράφησε στο home-studio «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου το δίσκο που έμελλε να διαμορφώσει ένα νέο ρεύμα στο ελληνικό τραγούδι. Ολα απ' την αρχή, αντί για μνημόσυνο.

ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΔΥ. «Ηταν το '77, στην καρδιά της Μεταπολίτευσης. Ο Ηλίας Λιούγκος με κάλεσε να τους ακούσω στους "Αχαρνής" του Σαββόπουλου στην Πλάκα. Οταν τέλειωσε η παράσταση, πήγαμε όλοι μαζί στη "Σαΐτα". Ετσι γνωριστήκαμε με τον Ρασούλη. Κι επειδή είχε πληροφορηθεί ότι κάπως ασχολούμαι κι εγώ με τη μουσική, άρχισε να με ρωτάει επίμονα αν γράφω τραγούδια. Εγώ, λίγο αγριεμένος εκείνη την εποχή, αρνήθηκα. Αλλά δεν πείστηκε»...

ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ. «Από την επόμενη ημέρα άρχισε να περνάει από το σπίτι μου -έμενα σε ένα ισόγειο στον περιφερειακό του Λυκαβηττού- και να μου αφήνει χιουμοριστικά σημειωματάκια. Λίγο λίγο αποκτήσαμε φιλική σχέση. Εν τω μεταξύ, είχα εκδηλωθεί κι εγώ μουσικά, οπότε, μαζί, αποπειραθήκαμε να γράψουμε μπαλάντες -τις οποίες ο Μανώλης αργότερα τις ενσωμάτωσε στο δίσκο του "Ναι στο ναι και ναι στο όχι". Κάποια στιγμή τον φιλοξένησα και καταλήξαμε να συγκατοικούμε κατά κάποιον τρόπο».

ΤΡΕΛΟΙ ΚΙ ΑΔΕΣΠΟΤΟΙ. «Ο Μανώλης, πάντα ευαίσθητος στις κοινωνικές πιέσεις, στενοχωριόταν με το παραμικρό. Ενα τέτοιο βράδυ που είχε αργήσει, αποφάσισα να γράψω ένα τσιφτετέλι ώστε, όταν γυρίσει, να του φτιάξω τη διάθεση και να του κάνω έκπληξη, γιατί εκείνη την εποχή, επειδή διάβαζα Προυστ, με κατηγορούσε για εστετισμό. "Να σου παίξω κάτι" τον ρώτησα όταν επέστρεψε στις 4 τα χαράματα. Του έπαιξα στο πιάνο το "Τρελή κι αδέσποτη". Τρελάθηκε απ'τη χαρά του. Κάθισε σ' ένα γραφειάκι που είχα κι έγραψε κατευθείαν τους στίχους... Ακολούθησαν τραγούδια-βροχή, σαν να ανακαλύψαμε μια φλέβα. Γράφτηκαν όλα σε 3-4 ημέρες! Γύριζε ο Μανώλης, εγώ του έπαιζα μουσικές κι έγραφε στίχους ή έφερνε εκείνος στίχους που 'χε γράψει, εμπνευσμένος από διάφορα περιστατικά που μας συνέβαιναν...».

ΤΑ «ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΙΚΑ». «Αυτά τα τραγούδια πέρασαν μεγάλη περιπέτεια. Περιπλανήθηκαν στη CBS, στον Μίνωα Μάτσα... Ολοι μας τα απέρριπταν ως "κουλτουριάρικα", θεωρώντας ότι είχαν κάτι ερμαφρόδιτο κι όχι καθαρόαιμα λαϊκό. Τελικά ο Μανώλης τα πήγε στον Σαββόπουλο κι εκείνος μας σύστησε στον Αλέκο Πατσιφά, έχοντας πριν πλέξει μια μυθολογία γύρω απ' ό,τι είχαμε φτιάξει. Ο Πατσιφάς συμφώνησε να τα βγάλει κι ο Σαββόπουλος πρότεινε να τα πει ο Νίκος Παπάζογλου. Κι έτσι ξαφνικά βρεθήκαμε ο Μανώλης, εγώ κι ο Σαββόπουλος να ταξιδεύουμε βράδυ προς Θεσσαλονίκη με το τρένο...».

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. «Πρώτο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Μαζί μας στην παρέα κι ο Δημήτρης Κοντογιάννης.

Αρχίσαμε να μαζεύουμε λαϊκούς μουσικούς από μαγαζιά, να παίρνουμε πληροφορίες ποιος θα μπορούσε να παίξει τέτοια πράγματα που είχαν μια μουσική αντισυμβατικότητα: παρότι είχαν τα εξωτερικά γνωρίσματα των λαϊκών, είχαν και εσωτερικές ανατροπές, πολυρρυθμίες και ξαφνικές αλλαγές στους "δρόμους". Κι αυτά δυσκόλευαν τους λαϊκούς μουσικούς».

ΠΡΩΤΟΣ Ο «ΚΑΚΟΥΡΓΟΣ». «Ο πρώτος μπουζουξής που έπαιξε ήταν ο "Κακούργος" (Νίκος Παππάς) από τη Λιβαδειά. Επαιζε ένα παλιό, πολύ εκφραστικό, τρίχορδο μπουζούκι. Ηρθε στη Θεσσαλονίκη, έπαιξε πολύ ωραία την "Τρελή κι αδέσποτη", αλλά μετά δεν άντεξε και μας παράτησε. Κι άλλοι δεν άντεξαν...».

ΜΑΓΚΕΣ ΣΤΟ «ΑΓΡΟΤΙΚΟΝ». «Πήγαμε στο ερασιτεχνικό στούντιο που είχε ο Παπάζογλου στο αγρόκτημά του. Εκεί μείναμε εγώ κι ο Μανώλης όσο ηχογραφούσαμε. Πού αλλού να πάμε; Ημασταν και οι δύο εντελώς μπατίρηδες. Πάντως εγώ, ασυνήθιστος από αγροτική ζωή, ένιωθα κάπως σαν να είμαι σ' εξορία. Αλλά υπήρχε κι όλη αυτή η δημιουργικότητα. Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων, γράψαμε κι άλλα τραγούδια. Π.χ. το "Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια" κι άλλα που μπήκαν αργότερα στα "Δήθεν"».

«ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΑΣ». «Σ' ένα στίχο υπήρχε μια έμμεση αναφορά σε ένα τραγούδι του Ζάππα που περιγράφει κάποια εκδίκηση. Κι έτσι αν θυμάμαι καλά ο Σαββόπουλος εμπνεύστηκε τον τίτλο, μπήκε ένα πρωί, μας ξύπνησε και μας τον είπε».

«ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΟΠΟΙΗΣΗ». Οπως έχει διηγηθεί παλιότερα ο Νίκος Παπάζογλου, «ακόμη και τα δύο κρατικά κανάλια που υπήρχαν τότε πολέμησαν την "Εκδίκηση της Γυφτιάς" μετά βδελυγμίας. Ο διευθυντής προγράμματος της ΥΕΝΕΔ επέστρεψε το δίσκο στον Πατσιφά με το σημείωμα "εθνικώς απαράδεκτος"». «Οταν βγήκε ο δίσκος», θυμάται τώρα κι ο Ξυδάκης, «κατηγορηθήκαμε για "τσιφτετελοποίηση του τραγουδιού". Και παρότι τα τραγούδια είχαν αιχμές, μ' έναν πολύ προσωπικό τόνο βέβαια, θεωρήθηκαν α-πολιτίκ».

ΚΑΙ ΑΠΗΧΗΣΗ. «Απ' τα λόγια του Μανώλη έβγαινε σαρκασμός κι ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο σε μια παράξενη πρόσμιξη. Και η μουσική δεν παρωδούσε το λαϊκό, αντιθέτως εξέφραζε αγάπη προς το είδος. Συγχρόνως υπήρχε ένα παιχνιδιάρικο, λίγο "καρναβαλικό" και παραβατικό στοιχείο που δεν ήταν συνηθισμένο στο σοβαρό τραγούδι που έφτανε στα όρια της ακαμψίας. Αυτό έφερε και την απήχηση γιατί προφανώς το παιγνιώδες στοιχείο το περιείχε και το κοινό. Για μένα, όμως, υπήρχε εξαρχής ημερομηνία λήξεως. Γι' αυτό κάναμε και "Τα Δήθεν" και μετά σταματήσαμε...».

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ. «Εκείνο το βράδυ της... Τρελής κι Αδέσποτης. Πανηγυρίζει και χοροπηδάει τόσο που σχεδόν ακουμπά το ταβάνι. Αυτή την εικόνα του θέλω να κρατήσω. Είναι και κάπως συμβολική». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική