Έντυπη Έκδοση

Δεσποινίς ετών 60 με τα... τυχερά της

Γιάννης Ξανθούλης, Δεσποινίς Πελαγία, μυθιστόρημα, εκδόσεις Τόπος, σ. 352, ευρώ 18

Μόνος του ξεκαρδιζόταν ο αφεντικός. Ο Σταύρος απλώς χαμογελούσε, έχοντας αντιληφθεί το ποιόν του άλλου. Αυτό που διαρκώς τον απασχολούσε ήταν η απουσία της. Του είχε γίνει εμμονή, όσο τρελό κι αν ακουγόταν, τούτη η παράξενη γυναίκα, που άλλαζε ώρα με την ώρα. Εδώ και μέρες ένιωθε πόσο παρούσα ήταν η απουσία της. Πόσο του έλειπε η παραξενιά και το ανάπηρο βήμα της, που πάνω της γινόταν προσόν. Αν μπορούσε να γράψει κάτι γι' αυτήν -ένα ποίημα, ένα άρθρο, οτιδήποτε-, θα έβαζε τίτλο «Η απρόβλεπτη δεσποινίς Πελαγία». Κι όσο την πλησίαζε, τόσο πιο πολύ πίστευε ότι ανήκαν και οι δυο τους σε μειονότητες που φόβιζαν. Ισως γι' αυτό συνέπιπταν τα χνότα τους μόλις έφτανε το απόγευμα, ενώ η κορύφωση ερχόταν το βράδυ, με κάτι εξόχως απροσδιόριστο (σ. 266).

Σε αυτή την παράγραφο, με την οποία διάλεξα να ξεκινήσω το άρθρο μου, αποκαλύπτεται η συγγραφική πρόθεση του έμπειρου πλέον πεζογράφου Γιάννη Ξανθούλη. Ο άντρας που μιλάει είναι 23 ετών και η γυναίκα που θαυμάζει και τον γοητεύει δραστικά (αν και ο ίδιος προτιμάει να ενώνεται ερωτικά με άνδρες), η γυναίκα που «αγαπάει» πλατωνικά είναι εξηντάρα και κάτι, κουτσή εκ γενετής από το ένα πόδι κι αφάνταστα ...τυχερή (δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω στην εφημερίδα τη γλαφυρή λέξη που χρησιμοποιεί ο εμπνευστής της). Η γυναίκα αυτή κερδίζει απανωτά τον πρώτο αριθμό του λαχείου, ακόμα κι όταν δεν αγοράζει λαχείο (δεν σκοπεύω να σας αποκαλύψω όλη την πλοκή) και κληρονομεί επιπλέον μια αμύθητη περιουσία από μια ζητιάνα που γηροκόμησε αφιλοκερδώς, κι η οποία ζητιάνα προκύπτει στο τέλος πριγκιπικής καταγωγής με οικογενειακά κειμήλια ανυπολόγιστης αξίας. Με φόντο την οικονομική κρίση και το γκρίζο χριστουγεννιάτικο τοπίο της σύγχρονης Αθήνας, ο Ξανθούλης φτιάχνει ένα νοητικό κατασκεύασμα προς δόξαν και αγαλλίασιν των διαφορετικών, των «μειονεκτούντων», των μη προνομιούχων, των κατάπτυστων του κόσμου τούτου, που γίνονται εύκολα στόχος της κακόβουλης κριτικής των «κανονικών», αντικείμενο χλεύης, ανοίκειων μιμήσεων και «χτυπημάτων κάτω από τη μέση», μα πάνω απ' όλα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης κάθε είδους, αφού η βαθιά ενοχοποίησή τους θα τους αποτρέψει από το να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν ό,τι τους αναλογεί. Ετσι μόνη τους ελπίδα απομένει η θεά Τύχη, ελέω μυθιστοριογράφου, που έρχεται ως άγγελος ζαβολιάρης τιμωρός να αποδώσει Δικαιοσύνη. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός κι ο αυτοσαρκασμός είναι βασικά στοιχεία της τεχνικής και της πεζογραφικής μανιέρας του Γιάννη Ξανθούλη. Μόνο που εδώ δίνουν το προβάδισμα στο σουρεαλιστικά υπερφυσικό και στο ρεαλιστικά απίθανο. Οχι, δεν μεταπήδησε στον «μαγικό ρεαλισμό» ο συμπαθής συγγραφέας ούτε εγκαταλείπει τις ερωτικές περιγραφές «παρεκκλινουσών» επιθυμιών, που γέρνουν προς το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Η «Δεσποινίς Πελαγία» αμυδρά και μόνο περιστασιακά θυμίζει την «Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα. Αυτό που υπερισχύει στο θυμικό του Ξανθούλη όταν γράφει αυτό το μυθιστόρημα είναι θυμός, οργή, θλίψη, απογοήτευση, φυγή στο φαντασιακό, ερωτοτροπία με το ουτοπικό και το ανέφικτο, απομυθοποίηση του έρωτα ως μιας ανούσιας συναλλαγής. Με άλλα λόγια, τα πράγματα είναι μάλλον κρίσιμα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα όταν ένας επαγγελματίας συγγραφέας καθιερωμένος κι αναγνωρίσιμος για το μοναδικό κι ανεπανάληπτο βιτριολικό του χιούμορ το ...χάνει (το χιούμορ του, εννοώ - για να μην πάει το μυαλό σας αλλού) κι οργίζεται κι αποφασίζει να πάρει την ανώδυνη μυθοπλαστική του εκδίκηση εις βάρος των μικροαστών, που χάνοντας κάθε επανάπαυση κι εξόριστοι από κάθε ψευδαισθητικό παράδεισο ευδαιμονίας γίνονται κινητές βόμβες φασισμού εναντίον οτιδήποτε και οποιουδήποτε διαφορετικού κινείται γύρω τους (είτε λέγεται μετανάστης είτε κουτσή νεάζουσα γυναίκα είτε νεαρός ομοερωτικός φοιτητής του Μαθηματικού είτε τέλος, ένας καθωσπρέπει κύριος που γελάει διαρκώς αφού πάσχει από μια σπάνια νευρολογική πάθηση).

Διαλέγοντας έναν τριτοπρόσωπο «παντογνώστη» αφηγητή, που έχει εστιάσει όμως το φακό της προσοχής του στον εσωτερικό κόσμο της ανατρεπτικής πρωταγωνίστριάς του, κρατάει για τον συγγραφέα την κινηματογραφική ευελιξία του σκηνοθέτη ενός road-movie από το νεκροταφείο της Καισαριανής στον Κολωνό, κι από εκεί στην ευρωπαϊκή όχθη της Κωνσταντινούπολης (μέσω τρένου) στην ασιατική όχθη (μέσω πλεούμενου) και τ' ανάπαλιν. Ενα υπονομευμένο από τον συγγραφέα του μελόδραμα, μια κωμωδία που μόλις και μετά βίας κάνει το γέλιο να «σκάσει» στα χείλη μας, μια ταινία με άναρχη πλοκή κάτω από το ρεαλιστικό μίτο της αφήγησης... Τελικά, πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα υβρίδιο, για έναν δραματικό μονόλογο με κωμικά στοιχεία, για μια παρλάτα γεμάτη σουρεαλιστικές απιθανότητες. Ακριβώς γι' αυτό είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα έργα του Γιάννη Ξανθούλη και σηματοδοτεί ίσως τη μετάβασή του σε ένα άλλο είδος γραφής, που απευθύνεται όμως -πάντα- στο πλατύ κοινό. Δεν τον ενδιαφέρουν, φαίνεται, οι λεγόμενοι «επαρκείς αναγνώστες», οι εστέτ που τα ξέρουν όλα και βρίσκουν διακειμενικές αναφορές (ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν). Σκοπός αυτού του συγγραφέα ευπώλητων κειμένων (και όχι του ευπώλητου... συγγραφέα, όπως διαβάζω μερικές φορές σε κείμενα «ειδικών» κι ανατριχιάζω) είναι, νομίζω, να διασκεδάσει και να ψυχαγωγήσει τους αδικημένους και τους στερημένους αυτού του κόσμου, να κάνει το χείλος κάθε πικραμένου να γελάσει, να κάνει τους ανέραστους να φαντασιωθούν απίστευτους έρωτες σε παράταιρα μέρη, με αλλόκοτους εραστές (έστω κι επ' αμοιβή). Τελικά, αυτό το μυθιστόρημα διαβάζεται μονορούφι (ή «απνευστί» αν προτιμάτε -στο πλέον λόγιο λεξιλόγιο). Κι αυτή είναι μια διαπίστωση που τα λέει όλα. Εν κατακλείδι, μην αναζητήσετε βαρύγδουπες φιλοσοφίες και λογοτεχνικούς ακροβατισμούς εκεί που δεν υπάρχουν. Η «δεσποινίς Πελαγία» είναι το ίδιο «πραγματική» όσο και τα σουρεαλιστικά πρόσωπα, με φτιαχτά αντι-ρεαλιστικά ονόματα κι ιδιότητες, που την περιβάλλουν και «παίζουν» μαζί της σε αυτό το ανώδυνο ψυχόδραμα. Καλή σας διασκέδαση! Θα κλείσω όπως άρχισα: με ένα σπαρταριστό στη σύλληψη και στην εκτέλεσή του κομμάτι από αυτό το πρωτότυπο λογοτέχνημα: Ολοι οι Νίκοι της ζωής της, πάντως, είχαν μετατεθεί στην ουδέτερη ζώνη της μνήμης, εκεί όπου, συνειδητά, ένα θηριώδες μίξερ πολτοποιούσε σχέσεις, παλιές τυχαίες γνωριμίες, γειτονόπουλα που την έκαναν πέρα από τα άγρια παιχνίδια του δρόμου λόγω ποδιού, κι άλλα, πιο συμπονετικά, από το σχολείο. Οι Γιάννηδες δεν ήταν λιγότεροι από τους Νίκους, αλλά κι εκείνοι εξαφανίζονταν κάτω από τις κοφτερές λάμες του μίξερ... (σ. 210-211). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου