Έντυπη Έκδοση

Οταν ένας άντρας μαχαιρώνει μια γυναίκα

Η επιστροφή του φόβου

Σόφι Οξανεν

κάθαρση

μτφρ.: Μαρία Μαρτζούκου

εκδόσεις Τόπος, σ. 364

Το μέταλλο της ταμπακέρας στο χέρι ενός άντρα έλαμψε σαν μαχαίρι και μαχαίρωσε τη ζωή μιας γυναίκας, διότι το χέρι που κρατούσε την ταμπακέρα έμεινε μετέωρο στη θέα μιας άλλης γυναίκας. Η Αλίιδε Τρούου όρμησε μαινόμενη στην Ιστορία, επειδή ο άντρας που ήθελε δεν την κοίταξε. Από το 1936 και μετά ζούσε με την προσμονή αυτού του βλέμματος, που διαρκώς λοξοδρομούσε από το πρόσωπό της, καθώς ήταν καθολικά αφοσιωμένο στην αδελφή της. Η γερμανική κατοχή εισέβαλε στο σπίτι των τριών τους, σε μια άκρη της επαρχίας της Εσθονίας, δίνοντας απρόσμενες διαστάσεις σε αυτό τον μονόπλευρο έρωτα που κακοφόρμιζε αθέατος. Η Αλίιδε θα προβεί στην εσχάτη προδοσία, στην προδοσία των δεσμών αίματος, ελπίζοντας πως ο Χανς, ακρωτηριασμένος από τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα, τη γυναίκα του και την κόρη του, αναγκαστικά θα την κοίταζε, απλώς και μόνο επειδή δεν θα υπήρχε κανένας άλλος κοντά του. Ομως τα μάτια του Χανς, ακόμα και τη στιγμή που βούλιαζαν στο δηλητήριο που του έδινε να πιει η Αλίιδε, δεν έβλεπαν παρά μόνο την αδελφή της, δεν είχαν μάτια ούτε για τον θάνατο. Οταν έπειτα από πολλά χρόνια ένας σάρκινος σωρός με ξανθιά μαλλιά ξεβράστηκε στην έρημη αυλή της, η Αλίιδε είχε ήδη διαπράξει όλο το κακό που επωάστηκε στην απόγνωσή της, ενώ είχε επίσης δοκιμαστεί με τα απώτατα άκρα της φρίκης και του πόνου. Ωστόσο, ο εφιάλτης που αιφνιδίως την επισκέφτηκε με τη μορφή ενός εξαθλιωμένου κοριτσιού με δυτικά ρούχα, την έκανε να καταλάβει πως ο φόβος ήταν πάντα εκεί, στο σπίτι της.

Η νεαρή συγγραφέας Σόφι Οξανεν (Φινλανδία, 1977), εσθονικής καταγωγής, της οποίας το εξαίρετο, πρώτο της (!), μυθιστόρημα την καθιστά πολύ μεγάλη, παρατηρεί με αφόρητη ένταση την τανάλια του συλλογικού πεπρωμένου να εξορύσσει ατομικά δράματα και ιδιωτικές θηριωδίες. Μέσα από την ολέθρια διασταύρωση της ιστορικής τραγωδίας με τις ζωές των ηρωίδων εξεικονίζονται τα έσχατα όρια των συναισθημάτων, με κορυφαίο τον σπαραγμό για την ανανταπόδοτη αγάπη. Η Αλίιδε Τρούου κλυδωνίζεται μέσα στις τρικυμιώδεις συνθήκες του καιρού και του τόπου της, ναυαγώντας όμως πρώτα στις τρικυμίες της καρδιάς της. Το 1992, έναν χρόνο μετά την ανεξαρτησία της Εσθονίας, υπάρχουν πολλοί που πετροβολούν τα παράθυρά της και λοιδορούν την πόρτα της με τη λέξη «βρομορωσίδα». Ανάμεσα σε αυτή τη λέξη και τη ματιά του άντρα που την αγνόησε, μεσολαβεί μια ευθεία με την ακαμψία της νομοτέλειας, μολονότι το καρδιογράφημα της πατρίδας της εκδιπλωνόταν όλα αυτά τα χρόνια ξέφρενο, με απόκρημνες χαράδρες και ιλιγγιώδεις εξάρσεις, με συνεχείς θανάτους. Σε εκείνη αρκούσε η άρνηση ενός βλέμματος για να στείλει στη Σιβηρία την αδελφή της και την ανιψιά της, να παντρευτεί έναν κόκκινο σύζυγο, κάποιον που την είχε ανακρίνει σε ένα υπόγειο για το αντισοβιετικό της φρόνημα, να διακονήσει στο πλάι του ιδεώδη που ποτέ δεν πίστεψε και να σκοτώσει τον ίδιο τον Χανς, που έδινε σε όλα νόημα, όταν κατάλαβε πως το μόνο που είχε νόημα ήταν το μίσος του για εκείνη. Η κοπέλα την οποία καθίζει στην κουζίνα της, την κάνει να αναλογιστεί πως ο πόλεμος που η ίδια είχε κηρύξει στη ζωή της, αρκετά νωρίτερα από την επέλαση των Γερμανών και μετά των Ρώσων, συνεχιζόταν, και τώρα της έφερνε στην πόρτα της το τελευταίο θύμα του, που ήταν την ίδια στιγμή η ύστατη ευκαιρία για την εξιλέωσή της. Τώρα [...] που στην κουζίνα της βρισκόταν μια άγνωστη κοπέλα κι άπλωνε τον δικό της φόβο πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο, δεν ήξερε πώς να τον διώξει, όπως όφειλε, αλλά τον άφηνε να χώνεται ανάμεσα στην ταπετσαρία και την παλιά κόλλα, στις σχισμές που είχαν απομείνει, στα σημάδια από τις κρυμμένες φωτογραφίες που είχαν πια χαθεί. Ο φόβος είχε εγκατασταθεί στο σπίτι σαν κάποιος οικείος, που είχε φύγει για λίγο και είχε επιστρέψει.

Η Ζάρα αποθέτει στην κουζίνα της Αλίιδε, πέρα από τον τρόμο της, τη δική της πατρίδα, το Βλαδιβοστόκ, απ' όπου είχε φύγει για να πάει στο Βερολίνο, στη Δύση, όπου είδε τη ζωή της να δύει. Παρ' όλο που η ρωσική μαφία είχε καταληστεύσει το σώμα της, εκείνη φυλούσε ακόμη πάνω της μια φωτογραφία απ' όπου την κοιτούσαν δύο κορίτσια, ολόφωτα από αθωότητα, ανέγγιχτα από την πραγματικότητα. Το ένα ήταν η Αλίιδε και το άλλο η γιαγιά της. Ηταν τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο μακριά ήταν και η προδοσία που θα τις πετσόκοβε. Πίσω από τη φωτογραφία ήταν σημειωμένο το μέρος όπου βρισκόταν το σπίτι των δύο κοριτσιών και προς αυτό το σημείο έστρεψε τη φυγή της η Ζάρα, με την αίσθηση πως κατευθυνόταν σε έναν τόπο φανταστικό που ίσως να μην υπήρχε για να τη σώσει.

Σε αυτό το εσθονικό χωριό μίλησε μια γλώσσα μυστική και γλυκιά, πλασμένη στο μυαλό της από τις εσθονικές λέξεις που της μάθαινε κρυφά η γιαγιά της και τα ζαχαρωτά που της έδινε ως επιβράβευση. Μια γλώσσα που ανέβλυσε από το στόμα της ανεμπόδιστη από το σπέρμα και τις τρίχες που για πολύ καιρό έφραζαν τον λαιμό της. Η Αλίιδε διέκρινε στα ασταθή εσθονικά της κοπέλας ένα παράταιρο άκουσμα, στις λέξεις της υφείρπε μια χροιά «κιτρινισμένη και σαρακοφαγωμένη», βγαλμένη, θαρρείς, από άδεια μουχλιασμένα φωτογραφικά άλμπουμ. Μια περίεργη μυρωδιά θανάτου. Μιλώντας για τον γενέθλιο τόπο της, η Ζάρα εμφυσούσε ξανά στην κουζίνα της Αλίιδε τη μυρωδιά της αδελφής της, που ζούσε στο Βλαδιβοστόκ, ατενίζοντας ολημερίς από το παράθυρο τον ουρανό, το μόνο κομμάτι του κόσμου της που αγγιζόταν με την κλεμμένη της πατρίδα, την Εσθονία.

Η Σόφι Οξανεν υποσκάπτει την αβάσταχτη δραματικότητα της αφήγησης ανοίγοντας χώρο στην τραγική ειρωνεία και αφήνοντας να εμφιλοχωρήσουν στους παράλληλους βίους της Αλίιδε και της Ζάρα σημεία αντικριστά, που αντανακλούν το παρελθόν στο παρόν και την Ιστορία στην ιδιώτευση, σχηματίζοντας μια αδυσώπητη κυκλική τροχιά. Η αδελφή τής Αλίιδε, για παράδειγμα, επιστρέφει στο σπίτι της μέσα από τα ζαχαρώδη εσθονικά της Ζάρα, τα οποία αντηχούν σε μια κουζίνα κατάφορτη άλλοτε με ζαχαρότευτλα, που έτρεφαν τον σιροπιαστό έγγαμο βίο της γιαγιάς της. Ενας εξίσου φορτισμένος σημασιολογικά χώρος του σπιτιού είναι η σοφίτα, όπου η Αλίιδε είχε κρύψει τον Χανς, με την αυταπάτη της συμβίωσης, επιτρέποντας στον κατά φαντασίαν εραστή της, τον εχθρό του σοβιετικού λαού, να υπερίπταται του κομμουνιστικού της γάμου. Οταν πλέον σε όλα έχει μπει ένα τέλος, η Αλίιδε περιφρουρεί την ερημία της, καταχωνιάζοντας στη σοφίτα την κόκκινη χαρτούρα του συζύγου της, μέχρι να βρομίσει τα χέρια της με τη στάχτη της. Ο έτερος άντρας του σπιτιού είχε αποδημήσει ανέκκλητα στην τελευταία του κρυψώνα, πίσω από ένα ντουλάπι της κουζίνας, εκεί όπου αρκετές δεκαετίες μετά θα κρυφτεί και η Ζάρα για να γλιτώσει από τους δικούς της διώκτες, αγνοώντας ότι πατά στον τάφο του παππού της. Μέσα στο σκοτάδι δεν θα διακρίνει παρά ένα βάζο με ξεραμένα λουλούδια, ένα κηροπήγιο, μια κορνίζα με τη φωτογραφία ενός νεαρού άντρα και το σημειωματάριο ενός ερωτευμένου αιχμαλώτου.

Η Αλίιδε δεν κατάφερε ποτέ να φύγει από το υπόγειο, όπου κάποιοι άντρες με μπότες ποδοπάτησαν το πιο απάτητο κομμάτι της ύπαρξής της, την ψυχή της. Ολη της τη ζωή περίμενε κάποιον να τη βοηθήσει, να πάρει πίσω τουλάχιστον κάτι απ' όσα είχαν συμβεί εκεί, μέχρι που αποφάσισε να μην περιμένει πια. Και ίσως αυτή η απόφαση να την εμπόδισε να αναγνωρίσει στη Ζάρα εκείνον τον άνθρωπο που αγωνιούσε να έρθει για να της πει πως δεν φταίει για όλα. Η κοπέλα συμβολοποιούσε τόσο περίτρανα την τρομερή ενοχή της, που η Αλίιδε έβλεπε σε αυτήν μόνο τη στιγμή της κρίσεως. Ομως και οι δύο είχαν υπομείνει αλλεπάλληλους θανάτους από άντρες που ήξεραν να τιμωρούν τις γυναίκες, και οι δύο είχαν, με τον τρόπο τους, ανοίξει πληγές, και οι δύο γνώριζαν τον τρόμο του νερού που κόβει την ανάσα, τη βουτιά του κεφαλιού μέσα στον νιπτήρα, στην τουαλέτα, σε έναν κουβά. Διότι πάντα έρχονταν καινούργιες γυαλιστερές μπότες, πάντα έρχονταν καινούργιες μπότες, ίδιες ή διαφορετικές, που πίεζαν όμως τον λαιμό με τον ίδιο τρόπο.

Οταν στην αρχή του μυθιστορήματος η Αλίιδε ρίχνει νερό στο πρόσωπο του κοριτσιού που είχε καταρρεύσει στην αυλή της, δίνει ανεπίγνωστα το έναυσμα για μια άδηλη, αντίστροφη χειρονομία, η οποία στραγγίζει τις ζωές τους από τα απόνερα. Η Σόφι Οξανεν μεταφέρει αριστοτεχνικά στις σελίδες της αυτή την εσώτατη άμπωτη, το βραδύ στέγνωμα του αίματος. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου