Έντυπη Έκδοση

Η Μαύρη Αφροδίτη στο κλουβί

Αφορμή για το σημερινό άρθρο στάθηκε η προβολή -σε μία και μοναδική αίθουσα σε όλη την Αττική!- της συγκλονιστικής ταινίας του Γαλλοτυνήσιου σκηνοθέτη Αμπντελατίφ Κεσίς «Venus noire».

Η ταινία «Μαύρη Αφροδίτη» μάς διηγείται τη δραματική ιστορία της Σάαρτζι ή Σάρα Μπάρτμαν (Saart-Jie ή Sarah Baartman), μιας νεαρής μαύρης που ανήκε στη φυλή Κχόι ή φυλή των Οτεντότων (Hottentos), όπως υποτιμητικά την αποκαλούσαν οι Ολλανδοί άποικοι (στη λαϊκή ολλανδική «Οτεντότος» σημαίνει τραυλός και πνευματικά καθυστερημένος).

Με σκοπό να κερδίσει κάποια χρήματα η ίδια και πολύ περισσότερα ο κύριός της, η Σάρα μεταφέρθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα -αρχικά στην Αγγλία και κατόπιν στη Γαλλία- όπου και αναγκάστηκε να επιδεικνύει τα ιδιαιτέρως πληθωρικά ανατομικά της «προσόντα» σε κακόγουστες παραστάσεις.

Οπως και οι περισσότερες γυναίκες της φυλής Κχόι, η Σάαρτζι, το όνομα της οποίας σημαίνει «Μικρή Σάρα» (Saart-Jie), διέθετε δυσανάλογα ογκώδεις γλουτούς, μεγάλα στήθη και υπερμεγέθη γεννητικά όργανα. Ανατομικά χαρακτηριστικά που για τους Κχόι αλλά και για τις περισσότερες αφρικανικές φυλές αποτελούν σωματικές ενδείξεις μεγάλης θηλυκότητας και άρα γονιμότητας, ενώ για τους πολιτισμικά καταπιεσμένους και σεξοφοβικούς Ευρωπαίους της εποχής αποτελούσαν ένα οπτικό ερέθισμα για τις πιο διεστραμμένες ερωτικές τους φαντασιώσεις και, ταυτόχρονα, την απτή απόδειξη της σωματικής και πνευματικής ανωτερότητας του λευκού ανθρώπου σε σχέση με τις κατώτερες μαύρες φυλές με τα εμφανή «ζωώδη» χαρακτηριστικά.

Στην ταινία περιγράφεται με μεγάλη ευαισθησία η βασανιστική ζωή της Σάαρτζι στην Ευρώπη από το 1810 μέχρι τον πρόωρο θάνατό της, το 1815. Ωστόσο, η άτυχη κοπέλα θα γίνει ευρύτερα γνωστή και θα μείνει στην ιστορία ως η «Αφροδίτη των Οτεντότων». Μια μάλλον ειρωνική επωνυμία που, ενώ επινοήθηκε αρχικά από τους εκμεταλλευτές της για να διαφημίσουν ένα βάρβαρο λαϊκό θέαμα επιπέδου τσίρκου, κατόπιν θα υιοθετηθεί -καθόλου άκριτα, όπως θα δούμε- και από τους μεγαλύτερους επιστήμονες της εποχής.

Περί ζωώδους ερωτισμού

Γιατί όμως η περίπτωση της Σάαρτζι (και των ομοίων της) παρουσιάζει, εκτός από κοινωνικό, ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον; Και γιατί, στις αρχές του 21ου αιώνα, ένας σύγχρονος σκηνοθέτης ένιωσε ότι ήταν σκόπιμο και οδυνηρά επίκαιρο να ασχοληθεί μαζί της;

Το κλειδί της απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσε, πιστεύουμε, να αναζητηθεί στο διπλό νόημα που υποκρύπτεται στην «καλλιτεχνική» της επωνυμία «Αφροδίτη των Οτεντότων». Με άλλα λόγια, στη ρητή συσχέτιση -κατά τον 18ο και 19ο αιώνα- των μαύρων γυναικών της φυλής των Οτεντότων με τις ρατσιστικές φαντασιώσεις των ερωτικά καταπιεσμένων ανθρώπων της Δύσης, στις οποίες σαφώς παραπέμπει η επίκληση της Αφροδίτης, της παγανιστικής δηλαδή θεάς του έρωτα.

Η συσχέτιση του ζωικού, ηθικά αχαλίνωτου και κοινωνικά ανεξέλεγκτου ερωτισμού με τις μαύρες γυναίκες είχε ξεκινήσει στη χριστιανική Δύση από τον Μεσαίωνα. Ηδη από τις πρώτες ανακαλύψεις «εξωτικών» φυλών που ζούσαν στη νότια Αφρική, οι Ευρωπαίοι εξερευνητές αποκόμισαν και μετέφεραν στη Δύση μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα των ιθαγενών, οι οποίοι, υποτίθεται ότι «εκ φύσεως» επιδίδονταν ασταμάτητα, και χωρίς κοινωνικές αναστολές, στις πιο ζωώδεις σεξουαλικές δραστηριότητες.

Για παράδειγμα, ο μεγαλύτερος Γάλλος φυσιοδίφης του 18ου αιώνα, Ζορζ Λουί Μπιφόν, ήταν απολύτως πεπεισμένος για τις «ασυγκράτητες ερωτικές ορέξεις των μαύρων, που αρμόζουν σε πιθήκους», όπως γράφει ο ίδιος. Θα υποστηρίξει μάλιστα ότι τέτοιες ζωώδεις ερωτικές ορμές ωθούν τις νέγρες να ζευγαρώνουν ακόμη και με πιθήκους. Και θα ήταν σφάλμα να πιστέψει κανείς ότι επιστημονικοφανείς απόψεις όπως αυτές του Μπιφόν αποτελούσαν εξαίρεση ή μειοψηφία στο πλαίσιο της δυτικής σκέψης κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.

Περιττό βέβαια να τονίσουμε ότι, όπως αποκάλυψαν πολύ μετέπειτα σοβαρότερες ανθρωπολογικές και εθνογραφικές έρευνες, οι «επιστημονικές» απόψεις εκείνης της εποχής μάς λένε πολύ περισσότερα για τα σεξοφοβικά ήθη και τους περιορισμούς των Δυτικών παρατηρητών παρά για την πραγματική ερωτική συμπεριφορά των ιθαγενών, η οποία, όντας εντελώς ακατανόητη τότε, θεωρήθηκε εσφαλμένα ως απολύτως ανορθολογική ή και... ζωώδης.

Είναι πάντως αξιοπερίεργη η εμμονή της δυτικής σκέψης σε αυτή την πολιτισμική προκατάληψη απέναντι στους «άλλους», τους «διαφορετικούς» από εμάς: μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ο «ζωώδης» ερωτισμός των νέγρων υπήρξε αναμφίβολα ένα από τα πιο δημοφιλή μυθεύματα που επινόησαν οι λευκοί άνθρωποι!

Υπάρχει άραγε κάποια επιστημονική εξήγηση ή, έστω, εμπειρική επιβεβαίωση που να ενισχύει τέτοιες εξόφθαλμα ρατσιστικές προκαταλήψεις; Εκτός από τις επιφανειακές ανθρωπολογικές και εθνογραφικές παρατηρήσεις των πρώτων εξερευνητών-κατακτητών, μόνο κατά τον 19ο αιώνα επιχειρήθηκε να τεκμηριωθούν ανατομικά οι διαφορές μεταξύ μαύρων και λευκών ανθρώπων.

Μάλιστα, μια από τις πρώτες ανατομικές μελέτες πραγματοποιήθηκε πάνω στο πολύπαθο σώμα της «Αφροδίτης των Οτεντότων». Πράγματι, μετά το θάνατό της στο Παρίσι το 1815, σε ηλικία μόλις 25 ετών από μολυσματική ασθένεια, το πτώμα της Σάαρτζι Μπάρτμαν υποβάλλεται σε εξονυχιστική έρευνα από τον Γάλλο ανατόμο Ντε Μπλενβίλ (Henri Marie de Blainville) και κατόπιν από τον Ζορζ Κιβιέ (Georges Cuvier), τον πιο διάσημο Γάλλο ανατόμο, παλαιοντολόγο και φυσιοδίφη της εποχής.

Τα συμπεράσματα του Κιβιέ δημοσιεύτηκαν σε μια ειδική μονογραφία το 1817. Συγκρίνοντας κάποια ανατομικά χαρακτηριστικά της Σάαρτζι με αυτά των ουραγκοτάγκων, ο επιφανής ανατόμος κατέληξε στο προβλέψιμο συμπέρασμα ότι τόσο η πεπλατυσμένη μύτη, ο σχετικά μικρός εγκέφαλος, κυρίως όμως οι ογκώδεις γλουτοί (στεατοπυγία) και τα υπερμεγέθη προεξέχοντα εξωτερικά γεννητικά της όργανα υποδείκνυαν μια στενότερη συγγένεια με τα ανώτερα πρωτεύοντα (όπως οι ουραγκοτάγκοι) παρά με τους ανθρώπους.

Αυτοψία της ψευδοεπιστήμης

Κοντολογίς, σύμφωνα με τον Κιβιέ και τους συναδέλφους του, η «Αφροδίτη των Οτεντότων» βρισκόταν στο κατώτερο σκαλοπάτι της εξελικτικής κλίμακας που οδηγεί από τον πίθηκο στον άνθρωπο. Και μολονότι εμφανώς διέθετε ανθρώπινη συνείδηση, συναισθήματα και ικανότητα λόγου, ελάχιστα μόνο διέφερε από τους πιθήκους, σύμφωνα με τον διαπρεπή επιστήμονα!

Πώς εξηγείται ένα τόσο προκλητικό και καταφανώς εσφαλμένο συμπέρασμα; Την εποχή που πραγματοποιούνται αυτές οι ανατομικές έρευνες, οι νέγροι θεωρούνται, τόσο ως προς την εξωτερική τους εμφάνιση όσο και ως προς την ατομική και την κοινωνική τους συμπεριφορά, το άκρως αντίθετο του κυρίαρχου λευκού ανθρώπου.

Επομένως, αν οι ειδικοί κατάφερναν να βρουν κάποιες εμφανείς ανατομικές διαφορές μεταξύ μαύρων και λευκών, θα μπορούσαν ίσως να αποδείξουν τη βιολογική ανωτερότητα των λευκών επί των μαύρων, και έτσι να εξηγήσουν «επιστημονικά» την διαρκώς αυξανόμενη εκμετάλλευση των τελευταίων.

Η Σάαρτζι, ως θηλυκή Οτεντότος, αποτελούσε την καλύτερη «απόδειξη» των πολυπόθητων ανατομικών, νοητικών και εξελικτικών διαφορών τις οποίες εναγωνίως αναζητούσε η επιστήμη της εποχής για να δικαιολογήσει τις ανισότητες ανάμεσα στις φυλές του ανθρώπινου είδους. Καμία έκπληξη λοιπόν, που στα ογκώδη και προκλητικά της οπίσθια και στα διογκωμένα χείλη του αιδοίου της οι ανατόμοι της εποχής «εντόπισαν» τελικά τα «ανώμαλα» σημάδια ενός ζωώδους σεξουαλικού ταμπεραμέντου, ανάξιου του ανθρώπινου είδους.

Είναι, ελπίζουμε, πλέον σαφές το γιατί η επιστήμη εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν υποχρεωμένη να βρει ή, ακριβέστερα, να επινοήσει το κατάλληλο βιολογικό πρότυπο που θα δικαιολογούσε «επιστημονικά» και, κατ' αυτόν τον τρόπο θα νομιμοποιούσε κοινωνικά, την απίστευτη βία και εκμετάλλευση που ο λευκός άνθρωπος ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί πάνω στους «έγχρωμους» συνανθρώπους του.

Και αυτό ακριβώς το αποκλειστικά βιολογικό πρότυπο εξήγησης των φυλετικών ανισοτήτων οικοδομήθηκε πάνω στις ανατομικές ιδιαιτερότητες των γλουτών και των εξωτερικών γεννητικών οργάνων της «Αφροδίτης των Οτεντότων». Ανατομικές ιδιαιτερότητες που εσφαλμένα, όπως αποδεικνύεται σήμερα, περιγράφηκαν τότε ως «ανωμαλίες», δηλαδή ως τα ζωώδη κατάλοιπα ενός υπανθρώπινου είδους, που όλως τυχαίως είχε μαύρο δέρμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Επιστήμη & Τεχνολογία