Έντυπη Έκδοση

ΜΗΝΙΑΙΑ, ΑΓΡΥΠΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΑ

Δύο βιβλία πάνω από τον φόβο και τον θάνατο

Αντώνης Λ. Σμυρναίος

Λατρεία και νεύρωση στην Παιδαγωγική της Καινοτομίας. Σημειώσεις σε μια μετανεωτερική φιλοσοφία της παιδείας

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σ. 435, ευρώ 23,22

Ο συγγραφέας του βιβλίου μόχθησε τα μάλα θέλοντας να κάνει όσο γίνεται πιο φανερό το ζευγάρι Δημιουργικότητα και Καινοτομία, ως καθοριστικό όχι μόνο στον ευρύτερο κοινωνικό ή διανοητικό χώρο, αλλά προπαντός στον παιδαγωγικό, τον οποίο άλλωστε γνωρίζει από πρώτο χέρι. Η Χάννα Αρεντ, ήδη από το 1968 είχε θέσει το ζήτημα της κρίσης στο εκπαιδευτικό αμερικανικό σύστημα και καταγγείλει τις μοντέρνες εκπαιδευτικές μεθόδους και τις καινοτομίες του. Υπήρξαν φυσικά και υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι υποστήριξαν δυναμικά την ισοπέδωση που διέπει τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, ανάμεσα στους οποίους και η ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγί.

Ο σ. κάνει μια πολύ ουσιαστική παρατήρηση αναφερόμενος στη «διαδικασία αγγελοποίησης της Δημιουργικότητας», όπως λέει. Μαζί με τον ατομικισμό (ή ατομισμό) που εγκαθιδρύεται στις κοινωνίες, την αυτοκαταξίωση και την αυτοαναφορικότητα του υποκειμένου, βρίσκει ότι ο άνθρωπος με μόνιμο συνοδό του μια αγχωτική κατάσταση, με τον καταδιωκόμενο εαυτό του πεσμένο τώρα έξω από τη χριστιανική μεσαιωνική ή άλλη μεταφυσική ενότητα των πάντων, εσωτερικεύει το μεταφυσικό κενό και ταυτόχρονα, όντας εσωτερικά διχασμένος, αντιλαμβάνεται τη Δημιουργικότητα σαν μια μήτρα, ή φωλιά, ένα καταφύγιο ή έναν τρόπο θεραπείας ή επούλωσης της πληγής. Με υπόβαθρο μια υποτιθέμενη φυσική αθωότητα του ανθρώπου, ρίχνεται στην υποκατάσταση του κενού της απουσίας του αληθινού Δημιουργού -αυτό θέλει να πει ο συγγραφέας χωρίς να το λέει ρητά- και τον υποκαθιστά με την αποθέωση της Δημιουργικότητας, ως τρόπον τινά μοναδικής και απόλυτης Αλήθειας, που από εδώ και πέρα θα ρυθμίζει τα πάντα σε συνδυασμό εννοείται με την Καινοτομία. Δεν παραλείπει βέβαια ο σ. να δείξει τη σχέση δημιουργικότητας, εμμένειας και «θέλησης για δύναμη», που βεβαίως ενσωματώνονται στον χώρο της επιστήμης και να τονίσει ότι η δημιουργικότητα εδράζεται σε μια «μανιχαϊστική οπτική των πραγμάτων» μέσα από απλοποιήσεις και επιθέσεις, που δεν χάνουν βέβαια από μπροστά τους το κυνήγι της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας, του κέρδους και της δύναμης, που εύκολα τίθενται στην υπηρεσία της εξουσίας ή των εξουσιών. Εννοείται ότι στο στόχαστρο της δημιουργικότητας-καινοτομίας είναι καθετί παραδοσιακό ως πληκτικό, συνηθισμένο, αγκυλωμένο, υπό τη σιωπηρή ή κραυγαλέα υπόκρουση της νιτσεϊκής «χαρούμενης επιστήμης», της μανιακής γέννησης νέων μορφών και του γενικότερου προμηθεϊσμού, στον οποίο αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο, με έμφαση στη σχέση επιστήμης και τεχνολογίας παραπέμποντας σε αφθονία διανοητών.

Ολα αυτά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εισβάλλουν στην Παιδαγωγική και σε μεγάλο βαθμό την καθορίζουν. Η παιδαγωγική επιστήμη καθίσταται ο αγωγός και το πεδίο προετοιμασίας του νέου ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ανήκει «σε έναν κόσμο υποτελή στην επιστημονική-καταναλωτική συμμόρφωση» (σ. 148). Ο σ. περιγράφει διεισδυτικά τις ποικίλες όψεις που πήρε και παίρνει κατά καιρούς ο χώρος αυτός έχοντας στο κέντρο «το καινοτομείν», αυτό που μυεί σιγά σιγά τα νήπια στον ηλεκτρονικό κόσμο, λες και η μόνη ελλείπουσα υποδομή τους είναι αυτή και όχι, θα πρόσθετα εδώ, η απουσία και των δύο γονιών από το σπίτι, πράγμα για το οποίο δεν μιλά σχεδόν κανείς. Η «περιβαλλοντολογική εκπαίδευση», εξάλλου, δεν καλλιεργεί στους μαθητές «την κριτική αμφισβήτηση της μυθολογίας για την τεχνολογία». Εννοείται ότι η παραπάνω εκπαίδευση συνδέεται με τις Φυσικές Επιστήμες και «τη διάσταση της πειραματικότητας», την οποία είχε αμφισβητήσει με απαράμιλλο τρόπο ο Σπ. Κυριαζόπουλος (ενταφιασμένος και αυτός από την ελληνική διανόηση, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), με την περίφημη διατύπωσή του ότι «το πείραμα είναι πείρα-γμα» με το οποίο ο άνθρωπος πειράζει τη φύση, (οπότε) αυτή «δεν "ομιλεί", όπως συνηθίζει, αλλά "αντιδρά"». Που σημαίνει ότι αυτό που προκύπτει «είναι μόνο μια άποψη της φύσης», μια αντίδρασή της στην «τεχνική πρόκληση» του ανθρώπου (σ.215-216).

«Η πλήρης υποταγή των Καινοτόμων Προγραμμάτων στην αρχή του παιγνιώδους» (σ. 235) καταλήγει στην προσφορά «μιας ψευδούς οικείωσης με τον κόσμο και τη γνώση», για να μην πούμε τίποτα για τη μύηση στον καταναλωτισμό, η οποία σήμερα (ιδού η πρόοδος) γίνεται από τις τρυφερές ηλικίες! Αυτή όμως «η έξοδος του σχολείου στην κοινωνία» αποσιωπά το ερώτημα, «σε ποια κοινωνία καλείται να βγει το σχολείο;». Στην Ελλάδα, όπου η γενικευμένη εμπορευματοποίηση δεν έχει φτάσει σε αντίστοιχα σημεία του δυτικού κόσμου και όπου δεν αποθεώνεται ακόμη η οικονομία της Αγοράς, θα ήταν πολύ ευκολότερη η αντίσταση σε ένα «σύστημα» που νομιμοποιεί την εισβολή των εταιρειών και των διαφημίσεων σε σχολεία και πανεπιστήμια και που συνδυάζεται με αρκετό «αμοραλιστικό επαγγελματισμό» και απουσία «ηθικής της ευθύνης». Με μια φράση: «η είσοδος της επιχειρηματικότητας στο σχολείο στοχεύει στην εδραίωση από την παιδική ακόμη ηλικία ενός συνεταιρισμού καταναλωτών» (σ. 296), πράγμα που υποβαθμίζει σταθερά το εκπαιδευτικό σύστημα ενώ διακηρύσσεται (τελευταία και στη χώρα μας) ότι το αναβαθμίζει. Μέσα από όλες αυτές τις υποτιθέμενες μεταρρυθμίσεις, το Σχολείο καταντά «μια από τις αποφασιστικές λογισμικές βάσεις, αφετηρία για τις πιο μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες... ώστε να διεξάγουν με όλη την επιθυμητή αποτελεσματικότητα τον παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα» μας ειδοποιεί ο Ζαν -Κλοντ Μισεά στο βιβλίο του Η εκπαίδευση της αμάθειας, στο οποίο παραπέμπει ο σ. (σ.301).

Ο Σμυρναίος παραδίνει στους αναγνώστες έναν υπερφορτωμένο βιβλιογραφικά λόγο (εξ ου ίσως και ο υπότιτλος Σημειώσεις κ.λπ.), που όμως έχει το πλεονέκτημα, να παρουσιάζει ένα ευρύ πεδίο θέσεων, θεωρήσεων και διατυπώσεων που αφορούν το γενικότερο ζήτημα της κρίσης του πολιτισμού και του σημερινού νεωτερικού η μετανεωτερικού κόσμου. Ο ίδιος προτείνει ένα είδος «Παιδαγωγικής του Μυστηρίου», με βάση το μυστηριακό «που ενυπάρχει στα ανθρώπινα βάθη», ζητώντας να ανασύρει στην επιφάνεια, τουλάχιστον του λόγου, τρόπους, νοήματα και σημασίες που να επαναφέρουν τον άνθρωπο στην αίσθηση μιας γόνιμης ελευθερίας, μιας βαθιάς συγκίνησης για τα πράγματα του κόσμου, μιας αληθινής συνάντησης με τον συνάνθρωπο, μιας αποκατάστασης της διαρρηγμένης σχέσης δάσκαλου-μαθητή. Ενα ξαναρχίνισμα της ζωής και της παιδευτικής διεργασίας.

Σάββας Αγουρίδης

Η επί του Ορους ομιλία του Ιησού

έκδοση Αρτου Ζωής, σ. 200

Η επανέκδοση ενός βιβλίου με αυτό το θέμα εν μέσω ενός κόσμου σε κρίση θα μπορούσε να αφυπνίσει μέσα στους ανθρώπους την ευαισθησία μιας άλλης εποχής αν όχι και την πίστη. Ο συγραφέας του, ο γνωστός καινοδιαθηκολόγος και πρόεδρος επί σειράν ετών του «Αρτου Ζωής» Σάββας Αγουρίδης (1921-2009) μελετά εδώ μία από τις πιο συζητημένες και σχολιασμένες ευαγγελικές «ομιλίες» του Χριστού. Η εκτενέστατη εισαγωγή και το υπόμνημα, πυκνογραμμένα και τα δύο, φανερώνουν μεγάλη εποπτεία του συγγραφέα τους στο ερευνητικό πεδίο, καθώς αναφέρει πλήθος θεολόγων και ερμηνευτών ορθοδόξων και μη (Ντέιβις, Κούλμαν, Μπούλτμαν, Τρεμπέλας, Σιώτης κ.ά.) αλλά και συγγραφέων (Ιψεν, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι). Παραλληλίζει τον Χρυσόστομο με τον Ντοστογιέφσκι, εντοπίζει τις διαφορές, υπογραμμίζει ότι «η ηθική του Ευαγγελίου δεν είναι ένα σύστημα είτε για το άτομο είτε για την κοινωνία» προσθέτοντας ότι οι προτροπές ή οι απαιτήσεις της Ο.Ο. ωθούν σε πορεία μεταμόρφωσής μας και ανύψωσης «πάνω από τον φόβο, τη δουλεία και τον θάνατο».

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν σε μια εποχή σαν τη δική μας (και μάλιστα μετά τα όσα σημάδεψαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια) τα όσα γράφει σχετικά με τον μακαρισμό περί «πτωχείας»: «"πτωχός" είναι εκείνος που ξέρει τα αληθινά όριά του, και η γνώση αυτή του δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να κινηθεί προς τους άλλους. Οποιος αισθάνεται αυτάρκης ("πλούσιος"), μπορεί τόσο να ενθουσιαστεί με τον εαυτό του, ώστε να θέλει να γίνουν οι άλλοι όπως αυτός. Ετσι δεν μπορεί να βοηθήσει τους άλλους». (σ.77). Με άλλα λόγια, η «πτωχεία» είναι πολύ καλό γιατρικό για την αυταρέσκεια και φυσικά για την απληστία. Οσο για τη ρήση «πτωχοί τω πνεύματι», εξηγεί με βάση διασταυρούμενες ερμηνείες, ότι σημαίνει «συντριβή και ταπείνωση του πνεύματος», προσήλωση στον Θεό και την πραγματικότητα της βασιλείας Του. Το τελευταίο αυτό συνδυάζεται και με τη νέα δικαιοσύνη που φέρνει ο Χριστός έναντι της παλιάς ή έναντι της φαρισαϊκής ευσέβειας: «Ο Θεός στην παλαιά δικαιοσύνη ήταν περισσότερο μέσον για την πραγματοποίηση ιδιοτελών εθνικών, κοινωνικών ή ατομικών σκοπών» (σ. 136). Δεν χρειάζεται να διευκρινίσουμε πόσα από αυτά τα «ιδιοτελή» παρεισφρέουν σταθερά στον χριστιανικό κόσμο, ημεδαπό και αλλοδαπό! *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου