Έντυπη Έκδοση

34η ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΖΑΠΠΕΙΟ 13-29 ΜΑΪΟΥ

Η βαριά σκιά του Παρθενώνα

Εργο του Μιχάλη Μανουσάκη Εργο του Μιχάλη Μανουσάκη Χρήστος Χρυσόπουλος

Ο βομβιστής του Παρθενώνα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 88, ευρώ 7,26

Ανέκαθεν ενέπνεε ο Παρθενώνας και, όπως φαίνεται, εξακολουθεί να εμπνέει και στη σημερινή φάση της γενικότερης αποκαθήλωσης μνημείων, προσώπων και συμβόλων. Τώρα, τι είδους κείμενα εμπνέει, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση της εποχής. Το 1994 είχε εκδοθεί το λεύκωμα «Ο Παρθενώνας και η ακτινοβολία του στα νεώτερα χρόνια», υποστηριζόμενο από μελέτες ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων. Ανάμεσα στους γράφοντες ήταν και ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Δύο χρόνια αργότερα, ένας εικοσιοχτάχρονος εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που το χαρακτήριζε διήγημα, με τον τίτλο «Ο βομβιστής του Παρθενώνα ή το γκρέμισμα των συμβόλων». Πρόκειται για τον Χρήστο Χρυσόπουλο που, μέσα στην ενδιάμεση δεκαπενταετία, εξέδωσε συνολικά έντεκα βιβλία, εκ των οποίων τα εννέα είναι πεζογραφικά, και κατέκτησε ιδιαίτερη θέση στην ομάδα των σημερινών σαραντάρηδων.

Το ένατο πεζογραφικό βιβλίο του είναι το παρθενικό του, αλλά ξαναγραμμένο. Από τον αρχικό τίτλο έμεινε μόνο το πρώτο σκέλος, ενώ χαρακτηρίζεται πλέον από τον συγγραφέα του ως νουβέλα. Η αλλαγή του χαρακτηρισμού δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των σελίδων κατά 50%, οι οποίες από 60 έγιναν 90, αλλά και στις μορφικές διαφοροποιήσεις. Ο συγγραφέας φαίνεται να χρησιμοποίησε ως δομικό πρότυπο κατά την αναθεώρηση το τελευταίο μυθιστόρημά του, «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον». Ταυτόχρονα, ενδιάμεσα διαβάσματα θα πρέπει να βοήθησαν στο να ντυθεί η αρχική ιδέα με τη θάλλουσα φιλολογία γύρω από τις σχέσεις πόλης, κατοίκων και μνημείου. Τη λύση, πάντως, για την αύξηση των σελίδων την έδωσε, όπως πάντα, η ευλογημένη διακειμενικότητα. Ο Χρυσόπουλος ανακάλυψε τα «Γραπτά του Γιώργου Β. Μακρή», που είχε εκδώσει ο Ε. Χ. Γονατάς όταν εκείνος καθόταν ακόμη στα γυμνασιακά θρανία. Τελικά, ο Χρυσόπουλος θα πρέπει επίσης να ανακάλυψε ότι είχε δύο κοινά σημεία με τον Μακρή. Γεννήθηκε το έτος που εκείνος αυτοκτόνησε, το 1968: Δεκέμβριο αυτός, 31 Ιανουαρίου ο Μακρής. Και ξεκίνησε την πεζογραφική του σταδιοδρομία ανατινάζοντας, ποιητική αδεία, τον Παρθενώνα, του οποίου η ανατίναξη ήταν η πρώτη προγραμματισμένη, στην υπ' αριθμό 1 και μάλλον μοναδική «προκήρυξη», που έγραψε ο Μακρής. Μόνο που ο Μακρής δεν υπέγραφε βομβιστής αλλά «Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ ( Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) και ποιητής». Ισως, εκ των υστέρων, να υπάρχει και ένα τρίτο κοινό σημείο μεταξύ τους: Ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος, στο μελέτημα που έγραψε μετά τον θάνατο του Μακρή, τον αποκαλεί «τον πιο πρωτοποριακό διανοούμενο» που είχαν στην Ελλάδα. Η Ελισάβετ Κοτζιά, σαράντα χρόνια αργότερα, αποκαλεί τον Χρυσόπουλο, που πλησιάζει την ηλικία των 45 χρόνων, στην οποία αυτοκτόνησε ο Μακρής, «έναν από τους εμβριθέστερους διανοούμενους πεζογράφους».

Οπως και να έχει, όταν ο Γονατάς ετοίμαζε προς έκδοση τα «γραπτά» του Μακρή, ένας συγγραφέας της λεγόμενης γενιάς του '80, που κι αυτός χαίρει εκτίμησης διανοούμενου, έγραφε το δεύτερο μυθιστόρημά του, «Ο ψίθυρος της Περσεφόνης», «στη βαριά σκιά» του Παρθενώνα. Πρόκειται για τον Τάκη Θεοδωρόπουλο που, πριν από δυο χρόνια, εξομολογήθηκε ότι ετοιμάζει το μυθιστόρημα του Παρθενώνα. Αν και το μνημείο πρέπει να του έχει γίνει κάτι σαν έμμονη ιδέα εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Το 2002, όταν εξέδιδε τις «Μεταμορφώσεις της κρυφής Ελλάδας», μιλώντας σε συνέντευξή του για τη σκιά του Παρθενώνα στον ορίζοντα της Αθήνας και της καθημερινότητας, παρατηρούσε: «Αν κάποια μέρα ο λόφος της Ακρόπολης για οποιοδήποτε λόγο μείνει φαλακρός, τότε η ζωή δεν θα είναι η ίδια». Και επανερχόταν το 2009, με αφορμή την έκδοση ενός άλλου βιβλίου του, λέγοντας: «Με γοητεύει η παρουσία του Παρθενώνα στο κέντρο της Αθήνας, γιατί βλέπω ένα υπέροχο ερείπιο, ένα σκέλεθρο, ένα πτώμα στην πραγματικότητα που στέκεται εκεί. Τη στιγμή που το κοιτάς σε κοιτάει κι αυτό. Κρίνεις και κρίνεσαι». Παραπλήσιες σκέψεις κάνει ο βομβιστής του Χρυσόπουλου, προετοιμαζόμενος ψυχολογικά να φαλακρώσει, τω όντι, τον λόφο. Αν και εικάζουμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, ότι ο Θεοδωρόπουλος αγνοούσε το πρώτο βιβλιάριο του Χρυσόπουλου.

Δεν είμαστε, ωστόσο, τόσο σίγουροι για τον άλλο της γενιάς του '80, που έγραψε, τις παραμονές του 2004, το δικό του μυθιστόρημα για τον Παρθενώνα. Πρόκειται για τον Βασίλη Γκουρογιάννη, που εξέδωσε, Μάρτιο 2003, το «Βέβηλη πτήση». Σε αυτό το σημείο, θα θέλαμε να διορθώσουμε ένα πρόσφατο lapsus του κριτικού Δημοσθένη Κούρτοβικ. Στο μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη, η πτήση μαχητικού αεροσκάφους αδιευκρίνιστης εθνικής ταυτότητας, εξ Ανατολών πάντως ερχόμενο, πράγματι τραντάζει τον Παρθενώνα αλλά δεν ραγίζει τα μάρμαρά του. Η μυθιστορηματική σύλληψη είναι πολύ πιο ευφάνταστη. Λόγω του ωστικού κύματος, που προκλήθηκε από την πτήση, οι κίονες χάνουν την ελαφρά κλίση τους και ολόκληρο το μνημείο την ιδιοφυή πυραμιδοειδή του σχεδίαση. Με άλλα λόγια, καταστρέφεται η οπτική απάτη και το απαράμιλλο μνημείο της αρχαιότητας, το κορυφαίο πρότυπο αρχιτεκτονικής, φαίνεται στρεβλό. Οπως και να έχει, πολύ πιο ανίερη δείχνει η σύλληψη του Χρυσόπουλου, που θέλει τον βομβιστή «Ελληνα εξ Ελλήνων», κατά την έκφραση του Γκουρογιάννη.

Σε αντίθεση με το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη, ο Χρυσόπουλος δίνει αποσπασματική μορφή στο μυθιστόρημά του, τόσο στην πρώτη εκδοχή όσο και στην πρόσφατα αναθεωρημένη. Στην πρώτη, το μυθιστόρημα παρουσιάζεται ως ο φάκελος της αστυνομίας για την ανατίναξη του μνημείου. Ομοιος με αυτούς που καταρτίζονται για τρομοκρατικές ενέργειες. Συμπεριλαμβάνει την ομολογία του δράστη, τις μαρτυρίες για το ποιόν του τριών ανθρώπων που τον γνωρίζουν και μια συμπληρωματική κατάθεσή του, στην οποία αποκαλύπτει την αναγκαστική συμμετοχή του στην εκτέλεση ενός νέου άντρα κατά τη στρατιωτική του θητεία. Το γεγονός τοποθετείται στις πρώτες ημέρες της δικτατορίας. Ο φάκελος συμπληρώνεται με την είδηση της ανατίναξης και τον τρόπο σύλληψης του δράστη, όπως πέρασε στα ρεπορτάζ των εφημερίδων.

Στην αναθεωρημένη μορφή, ο ανακριτικός φάκελος εμπλουτίζεται. Προτάσσεται και πάλι η ομολογία του δράστη, η οποία και παραμένει το εκτενέστερο κεφάλαιο. Μόνο που εδώ έχει μεταμορφωθεί σε ένα στοχαστικό μονόλογο, χωρίς τις κάπως κοινότοπες διατυπώσεις που πρόδιδαν ότι πρόκειται για πρωτόλειο. Το ίδιο μεταμορφωμένες είναι και οι μαρτυρίες, καθώς ενδιαμέσως ο συγγραφέας μαθήτευσε στην τεχνική του αποσπάσματος. Ενώ, παραμένουν, με μικρές μόνο αλλαγές, τα κεφάλαια με το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και την εφιαλτική ανάμνηση από την εκτέλεση, που ήταν και τα πιο ολοκληρωμένα του πρώτου βιβλίου. Σε αυτά τα κεφάλαια έρχονται να προστεθούν τα καινούρια στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, τα οποία και φωτίζουν πληρέστερα την πράξη του δράστη. Μπορεί στο πρώτο βιβλίο η τραυματική εμπειρία του φαντάρου να εξηγεί τον ταραγμένο ψυχισμό τού μετέπειτα βομβιστή, έμενε όμως σκοτεινό το τι ενέπνευσε τη συγκεκριμένη πράξη. Αυτό το κενό καλύπτει η προκήρυξη του Γιώργου Β. Μακρή, που παρατίθεται αυτούσια σε χωριστό κεφάλαιο ως ενοχοποιητικό στοιχείο, αφού φωτοτυπία της βρέθηκε στο διαμέρισμα του δράστη. Αγνοώντας, όμως, η Αστυνομία τον εν λόγω Γιώργο Β. Μακρή, καθώς και την προκήρυξή του, έσπευσε να δημιουργήσει δευτερεύοντα φάκελο με σχετικές μαρτυρίες, που αυτονομούνται σε ένα δεύτερο κεφάλαιο. Αυτό το συνθέτει ο συγγραφέας, ανθολογώντας καίρια αποσπάσματα από τις σχετικές πηγές.

Ο επαυξημένος φάκελος της αναθεωρημένης έκδοσης παραπέμπει στον αντίστοιχο για την υπόθεση της απόπειρας αυτοκτονίας της Αμερικανίδας ποιήτριας Λώρας Τζάκσον. Η νουβέλα, όπως και το μυθιστόρημα, ανοίγουν με ποιήματα, αντιστοίχως, του Μακρή και της Τζάκσον. Πρόκειται για δυο ποιητές που θέλησαν να δραπετεύσουν από το αδιέξοδο της ζωής τους πηδώντας στο κενό. Στη νουβέλα υπάρχει ένα κεφάλαιο, στο οποίο κάποιος τηλεφωνεί σε μια γυναίκα -το πιθανότερο ο δράστης- και την παροτρύνει να ανοίξει την τηλεόραση ή το παράθυρο για να δει, ιδίοις όμμασι, ότι η απουσία του Παρθενώνα είναι πραγματικότητα. Εκείνη όμως διαπιστώνει μια διάφανη σαν γιαπωνέζικο ρυζόχαρτο πραγματικότητα, έναντι της βαθιάς εγχάραξης του μνημείου στην εικόνα του χώρου. Το επιμύθιο της νουβέλας μένει ίδιο με εκείνο της πρώτης έκδοσης. Κάνει λόγο για την άμεση ανέγερση του «Νέου Παρθενώνα». Αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ειρωνικό σχόλιο για τους εκάστοτε εξαγγελλόμενους «Νέους Παρθενώνες», από τη Μακρόνησο ώς τα πρόσφατα αρχιτεκτονικά εξαμβλώματα των Ολυμπιακών Αγώνων. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου