Έντυπη Έκδοση

Πώς το Γεντί Κουλέ έγινε... φεγγάρι

Η λογοκριτική αλλοίωση του γνωστού τραγουδιού του Απόστολου Καλδάρα

Από τα συνηθισμένα θύματα σε καταπιεστικές εξουσίες είναι και το τραγούδι -το πιο προσιτό λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας. Γνωστό τι τράβηξε στα χρόνια της χούντας με τις μαζικές απαγορεύσεις, οι οποίες βέβαια υπήρχαν από καταβολής ελληνικού κράτους.

Είναι οι ολικές απαγορεύσεις τραγουδιών, όπως συνέβη στη δικτατορία με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και οι κατά μόνας, με τη λογοκρισία να υποχρεώνει δημιουργούς να αλλάξουν ή να διαγράψουν επιλήψιμους, κατά τους κρατούντες, στίχους. Πράγμα που έκαναν αν ήθελαν να δουν το έργο τους να κυκλοφορεί- έστω και αλλοιωμένο.

Πώς έγινε

Αφορμή του σημερινού σημειώματος, ένα δημοσίευμα του μουσικού περιοδικού «Μετρονόμος» (που συμπληρώνει αισίως δέκα χρόνια κυκλοφορίας). Οπου σε κείμενο που υπογράφει ο Δημήτρης Μπαγιέρης αναφέρεται η ελάχιστα γνωστή περιπέτεια του πασίγνωστου τραγουδιού του Απόστολου Καλδάρα «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», σε μουσική και στίχους του ίδιου. Το κείμενο συνοδεύεται από φωτοτυπία χειρογράφου του Α. Καλδάρα με τα λόγια του τραγουδιού, που ο Μπαγιέρης ανακάλυψε στην πραμάτεια κάποιου παλαιοπώλη. Να το μεταφέρω κι εδώ:

«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι /το σκοτάδι είναι βαθύ /κι όμως ένα παλληκάρι /δεν μπορεί να κοιμηθή /Αραγε τι περιμένει όλη νύχτα ώς το πρωί /στο στενό το παραθύρι /που φωτίζει το κελί /Πόρτ' ανοίγει πόρτα κλείνει /μα διπλό είναι το κλειδί /Τ'χει κάνει και το ρίξαν /το παιδί στη φυλακή;». Και ο χρόνος: 1945.

Ηδη το τραγούδι έχει υποστεί μια πρώτη λογοκρισία, αφού αρχικά ο πρώτος στίχος ήταν «Νύχτωσε και στο Γεντί» (αναφέρεται στα βιβλία «Η ζωή μου ένα τραγούδι» του Πάνου Γεραμάνη, εκδ. «Καστανιώτη» 2007, και «Απόστολος Καλδάρας» του Νίκου Χατζηνικολάου, εκδ. «Ιανός» 2008). Γεντί, το πρώτο συνθετικό της γνωστής φυλακής Γεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη.

Με τις λογοκριτικές επεμβάσεις έφτασε, σε αλλεπάλληλες εκτελέσεις (με πρώτη της Στέλλας Χασκίλ το 1947) και τραγουδιέται ούτω πώς ώς τις μέρες μας:

«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι /το σκοτάδι είναι βαθύ /κι όμως ένα παλικάρι /δεν μπορεί να κοιμηθεί /Αραγε τι περιμένει /όλη νύχτα ώς το πρωί /στο στενό το παραθύρι /που φωτίζει με κερί /Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει /με βαρύ αναστεναγμό /ας μπορούσα να μαντέψω /της καρδιάς του τον καημό».

Πάνε το Γεντί, το διπλό κλειδί, το κελί, η φυλακή. Και το τραγούδι, από πολιτικό, έγινε ερωτικό ή έστω υπαινικτικά πολιτικό (θαυμάσιο ωστόσο) κι έτσι το διατήρησε ο δημιουργός του, ο οποίος σε κουβέντα με τον Γεραμάνη, στο προαναφερόμενο βιβλίο του, εξομολογείται:

«Ημουν στη Θεσσαλονίκη μετά την Απελευθέρωση. Ταραγμένη εποχή. Κυνηγητό και συλλήψεις αριστερών και κομμουνιστών. Εβλεπα να τους σέρνουν σιδηροδέσμιους μέσα στις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Εκείνες οι εικόνες με ευαισθητοποίησαν. Με τραυμάτισαν μέσα μου [...] Με αυτές τις εικόνες στο νου, έγραψα το τραγούδι, που μου το έκοψε η λογοκρισία και αναγκάστηκα να αλλάξω τα περισσότερα στιχάκια ώστε να γραμμοφωνηθεί και να κυκλοφορήσει».

Κι άλλα

Δεν είναι μόνο ο Καλδάρας που δεινοπάθησε από τη λογοκρισία. Να θυμίσω ενδεικτικά ότι αρκετά τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου είχαν προδικτατορικά την ίδια μεταχείριση. Στο «Φορτηγό», το πρώτο L.Ρ. που βγήκε το 1966, στο τραγούδι «Βιετνάμ γιε γιε», ο στίχος «Τ' αεροπλάνα αν δεν έκαιγαν καλύβια» έγινε «Η βροχούλα αν δεν έκαιγε καλύβια». Στο «Ηλιε, ήλιε αρχηγέ» εξαφανίστηκαν οι στίχοι «Ηλιε ήλιε σε ρωτώ /το ποτήρι αν ξεχειλίσει /τι θα γίνει τ' αφεντικό /Μέρα μ' ήλιο σαν κι αυτόν /αλλίμονο στ' αφεντικό». Στο «Κορίτσια δυο δυο» οι στίχοι «τη μαμά τους τη ρωτάνε /κάθε μήνα μια φορά» έγιναν, επί το σεμνότερον, «τη μαμά τους τη ρωτάνε /κάθε τόσο μια φορά».

Στο διπλό άλμπουμ που κυκλοφόρησε επί χούντας, η «Θεία Μάνου», υπαρκτό όνομα φυλακισμένης, έγινε «θεία Μάρω», ενώ η «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» είναι στην πραγματικότητα αφιερωμένη στον Τσε Γκεβάρα. Λογοκριτική επίθεση εδέχθη και ολόκληρο το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» [Κοεμτζή], αλλά είχαμε περάσει στη μεταπολίτευση και γλίτωσε.

Οσο κι αν δεν θα το περίμενε κανείς, λογοκριμένο βγήκε, προδικτατορικά (κι έτσι έμεινε) το τραγούδι «Κι ήταν που λέτε μια φορά» από το «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπου κατακρεουργήθηκαν οι ακόλουθοι στίχοι, που εκτιμήθηκε ότι έθιγαν το θεσμό της βασιλείας:

«Βαριά του 'ρχόταν η δουλειά /κι ήταν τα ζώα μου αργά / καλό ανθρωπάκι. /Από το βράδυ ώς το πρωί /κάλλιο είχε μάσα και πιοτί /κι ένα υπνάκι /καλό ανθρωπάκι». *

Ετσι & Αλλιώς

Πολιτισμός και αγωγή - το μεγάλο έλλειμμα και το ζητούμενο. Καλά τα βραβεία στους εκτιμώμενους ως διαπρέψαντες, αλλά τι γίνεται με τις υποδομές; Οχι τις προσδοκώμενες (θα περιμένουμε πολύ), αλλά τις υπάρχουσες.

Επρεπε να υπάρξουν αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, εκκλήσεις και διαμαρτυρίες, για να υπάρξει από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού η υπόσχεση ότι κάτι θα γίνει για το αποπαίδι του, το Θεατρικό Μουσείο, που κινδυνεύει, λόγω χρεών, να κλείσει και το άμισθο Δ.Σ. να πάει φυλακή. Που δεν αποκλείεται να το βλέπαμε κι αυτό.

*

Για πολλούς από εμάς τους δημοσιογράφους (και όχι μόνο), ο Μάριος Πλωρίτης υπήρξε δάσκαλος και πρότυπο. Για την ευρυμάθεια, την ευθυβολία, την υπεράσπιση των δημοκρατικών αξιών, τα άψογα ελληνικά -γενικά το ήθος του. Γι' αυτό και είναι ευπρόσδεκτοι οι δυο τόμοι με τις επιφυλλίδες του, από το 1989 ώς το 2004 (την έκδοση των προηγουμένων είχε φροντίσει ο ίδιος), που εξέδωσε το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, με επιλογή - επιμέλεια Θανάση Θ. Νιάρχου και Αντώνη Φωστιέρη. Πολύ περισσότερο όταν καταγράφονται, σχολιάζονται και αναλύονται πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά συμβάντα διαχρονικής αντοχής. Απόκτημα.

Μια και ο λόγος για πονήματα δημοσιογράφων: από τους διακεκριμένους της δουλειάς μας σε επιτελικές θέσεις, και συγγραφέας πολυγραφότατος και βραβευμένος (στα 34 τα ώς τώρα βιβλία του - επί παντός) ο Θόδωρος Καρζής, προσφέρει ένα συγγραφικό «διάλειμμα». Ηγουν, ένα βιβλιαράκι με «Γλυκόπικρα δίστιχα και τετράστιχα» (εκδ. «Καστανιώτη»), με ό,τι ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ενδεικτικά: «Ανθρωποι μύριοι πέθαναν τον περασμένο μήνα. Μισοί απ' το πολύ φαΐ, μισοί από την πείνα». «Είσαι μαζί με την καλή και τρώγεσαι σαν το σκυλί. Ξεκόβεις κι είσαι χώρια, σε τρώει η στεναχώρια». «Φουκαρά μου επαναστάτη, πώς μπερδεύτηκες; Αλλος ήταν ο κόσμος που ονειρεύτηκες». «Πού ακούστηκε ποτές να 'ναι όλοι ποιητές; Νεκροθάφτες, γύφτοι, μπάτσοι, χαρτορίχτρες και παλιάτσοι;».

ΣΗΜ. Αξιοθαύμαστοι... Μπορεί σε άλλα να είναι όπως τους ξέρουμε, σε θέματα όμως σεξουαλικής εκτροπής (ακόμη και σε μια απόπειρα βιασμού) είναι βράχοι - όποιος και να 'ναι ο φερόμενος ως δράστης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά