Έντυπη Έκδοση

Μουγκρίζοντας στην Ανατολή

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Το τσιγάρο και η γιόγκα

εκδόσεις Αγρα, σ. 224, 14,50 ευρώ

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο του «ηθιστόρημα» και, όπως τελικά αποδεικνύεται, ο προσδιορισμός δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος. Ασφαλώς όχι επειδή πρόκειται για ένα λειψό μυθιστόρημα, αλλά επειδή ακριβώς το βιβλίο δεν είναι καθόλου μυθιστόρημα. Αφ' ενός, στερείται μυθοπλαστικής σύλληψης και αφ' ετέρου, το περιεχόμενό του απαρτίζεται σε μεγάλο βαθμό από ηθολογικές παρατηρήσεις, σε επίπεδο ατομικό, αλλά πρωτίστως εθνικό, ενώ δεν λείπουν στιγμές ηθογραφικής ενατένισης. Η αφήγηση θα μπορούσε να ιδωθεί σαν ταξιδιωτικό στο μέτρο που αποτυπώνει εναργώς την επίσκεψη του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου στο Νέο Δελχί τον Φεβρουάριο του 1998, στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου για τη διαχρονική δραματουργική λειτουργία της μάσκας. Χωρίς προσωπείο, επομένως, ο συγγραφέας αναλαμβάνει χρέη αφηγητή, ανακαλώντας την ολιγοήμερη συναναστροφή του με διακεκριμένα πρόσωπα του πολιτισμού απ' όλο τον κόσμο, που αποσπούν άλλοτε τον θαυμασμό του και άλλοτε τη βδελυγμία του. Η απαξίωσή του στρέφεται κατά κύριο λόγο προς τους «Δυτικούς προφέσορες» με την επιτήδευση και αυταρέσκεια των λόγων τους, ενώ ο ίδιος σπεύδει να αποποιηθεί τα δυτικά αλληθωρίσματα, ξεκαθαρίζοντας σε κάθε ενδιαφερόμενο πως δεν είναι Ευρωπαίος, αλλά Ελληνας. Πολλές φορές, ωστόσο, η διακριτικότητα εγκαταλείπει τον συγγραφέα, αποκαλύπτοντας πως πίσω από τη μάσκα της πολιτισμένης εγκαρτέρησης κρύβεται η ξιπασιά του διανοουμένου.

Στερεότυπο βλέμμα

Το βιβλίο του Αδαμόπουλου θυμίζει στην προβληματική του το τελευταίο μυθιστόρημα του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Τι ζητούν οι βάρβαροι», όπου ένα λογοτεχνικό συνέδριο φανέρωνε άλυτες εκκρεμότητες όσον αφορά την ιστορική ταυτότητα των βαλκανικών λαών και τη μεταξύ τους συνάφεια. Μοναδικός εκπρόσωπος του βαλκανικού ταμπεραμέντου εδώ ο συγγραφέας, ο οποίος φροντίζει να περιστοιχίζεται από την ινδική διανόηση κυρίως, καθότι πιο κοντινή στην ιδιοσυγκρασία του, ανταλλάσσοντας ενίοτε καμιά κουβέντα και με Ευρωπαίους ή, σπανιότερα, Αμερικανούς ειδότες. Οι συσχετίσεις που προκύπτουν από την παρατήρηση των εκλεκτών προσκεκλημένων απολήγουν στην πολύ τετριμμένη μεμψιμοιρία για την πολιτισμική υστέρηση της χώρας του, έκτυπη αν αναλογιστεί κανείς τα αρχαία κλέη. Από το άλλο μέρος, η εκτίμηση που εκφράζει ο Αδαμόπουλος για τους Ινδούς οικοδεσπότες, εκτίμηση συναρτημένη με τη γαλήνια σοφία τους και την ανεπιτήδευτη εμβρίθεια της σκέψης τους, επαναλαμβάνει άθελά της το στερεότυπο της ανατολίτικης πνευματικότητας. Αν και οι λόγοι που έφεραν τον συγγραφέα στο Δελχί δεν είχαν να κάνουν, όπως ο ίδιος δηλώνει ρητά στην πρώτη σελίδα, με τουριστικές απαντοχές του τύπου ναρκωτικά και Kama Sutra, η ματιά του δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από τουριστικές μανίες, εξ ων πιο χαρακτηριστικές, η σύγκριση και η αντιστοίχηση. Αν οι συγκρίσεις θρέφουν την γκρίνια του για την απολίτιστη Ελλάδα, οι αντιστοιχήσεις που ξαφνικά διαπιστώνει τον φέρνουν πίσω στα πάτρια και συγκεκριμένα σε οικεία αθηναϊκά τοπία. Για παράδειγμα, περιδιαβαίνοντας σε κάποιο σημείο του βιβλίου μια γειτονιά έχει την αίσθηση πως βρίσκεται στην «Κυψέλη πριν από σαράντα χρόνια», ενώ μπροστά στον ναό του Ramakrishna συλλογίζεται πως είναι «κάτι σαν την Αγία Ζώνη». Η υφή πάλι ενός τραπεζομάντιλου θα τον ταξιδέψει ξανά στην Κυψέλη, καθίζοντάς τον στην τραπεζαρία του πατρικού του. Αλλού ένας δρόμος τού θυμίζει την οδό Ευριπίδου, άλλος την Ιπποκράτους, ενώ τα πιο πολυσύχναστα σημεία της ινδικής πρωτεύουσας τον μεταφέρουν σε ένα απλωμένο Μοναστηράκι. Πολύ όμορφη η απόδοση αυτού του τοπιογραφικού παλίμψηστου: «[...] μες στο Δελχί, σεργιανίζω ανάμεσα Αιόλου και Αθηνάς, με κολλάζ απ' την Αλεξάνδρεια· και παντού σπαράγματα απ' το πουθενά. Απίστευτο!»

Μολονότι, ο συγγραφέας γοητεύεται αντικρίζοντας το ελληνικό μέσα στο ινδικό, δεν έχει την ίδια διάθεση όταν βλέπει τους άλλους να αντιλαμβάνονται την «Ελλάδα μέσ' απ' τα θέλω του Ευρωπαίου». Ακούγοντας, λόγου χάριν, έναν Ινδό ποιητή να απαγγέλλει έργα του κατάφορτα με ελληνοπρεπή μοτίβα, δεν κρύβει τον εκνευρισμό του για το φόρτωμα των στίχων με ελληνικά κλισέ, φωτόλουστα, δηλαδή, μνημεία και μυθολογία. Παραδόξως, η δυσαρέσκεια του Αδαμόπουλου για μια ελληνική ταυτότητα κρυμμένη πίσω από ένα ευρωπαϊκό προσωπείο δεν επεκτείνεται στην παρείσδυση της Ανατολής μέσα στην Ελλάδα και αντιστρόφως. Στρεβλωτικές προσμείξεις είναι μόνον όσες γίνονται με δυτικά δάνεια. Μόνον ο «λευκός βάρβαρος» απειλεί να νοθεύσει την ελληνικότητα και εν γένει την εθνική φυσιογνωμία των πιο ευάλωτων λαών. Ολως ζοφερό το όραμα του Αδαμόπουλου γι' αυτό το δυτικότροπο μορμολύκειο: «Ο λευκός βάρβαρος λάμπει ακόμα μέσα στη δύναμή του και καταστρέφει· καταστρέφει συνέχεια, παντού σ' όλον τον πλανήτη. Δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή να κοιτάξει σοβαρά μέσα του και να πάψει να καταστρέφει, ο λευκός βάρβαρος· ούτε μπορούν ακόμα να τον κρίνουν σωστά οι υποτελείς του».

Τσιγάρο όχι, γιόγκα ναι

«Και τσιγάρο και γιόγκα δεν γίνεται...». Αν τα δύο σκέλη του διαχωρισμού μεταφραστούν σε Δύση και Ανατολή, αντιστοίχως, μπορούμε να υποθέσουμε πως ο συγγραφέας τοποθετεί την εθνική του ταυτότητα κάπου στο μέσον, εγγύτερα όμως στο δεύτερο άκρο. Πολύπτυχη συνεπώς η μορφή του, φορέας ιστορίας αιώνων και βαφτισμένη με το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, λαϊκού ήρωα για τους Ινδούς, συνίσταται στο ότι είναι ένας Ελληνας που έχει κόψει το κάπνισμα και αναζητά την ψυχική του ηρεμία και το άδειασμα του μυαλού του σε ένα αδιάκοπο μούγκρισμα, σύμφυτο με τον ρυθμό της αναπνοής του. Παραδείγματος χάριν, στη σκηνή της προσευχής Βουδιστών μοναχών μπορεί άνετα να μετέχει ψυχικά και σωματικά στη μυσταγωγία (άλλωστε οι βουδιστικοί ύμνοι δεν απέχουν πολύ από τους ορθόδοξους), αλλά του είναι αδιανόητο το δυτικό στήσιμο της όλης τελετής· ακόμη μία απόδειξη πως «το μάτι του μεγάλου αδελφού τα 'χει αγγίξει και τα 'χει μολύνει όλα».

Παρότι ο Αδαμόπουλος ανακαλύπτει στον πνευματικό κόσμο της Ινδίας μια νοητική συγγένεια που του γεννά αποκαρδιωτικούς συλλογισμούς για τους ομοεθνείς του, η αποκαρδίωση δεν τον εμποδίζει να νιώθει την καταγωγή του, έστω και ανομολόγητα, σαν καύχημα. Ενδεικτική η συγκίνησή του όταν μια επιφανής Ινδή, κυκλωμένη από Αρίους, υπεραμύνεται της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα ή όταν ο ίδιος ακούγοντας κάποιους λαϊκούς οργανοπαίκτες από το Κασμίρ, αναγνωρίζει μεταξύ των πνευστών έναν ζουρνά. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να σαρκάσει την ταλάντευσή του ανάμεσα στον οικτιρμό και το κόρδωμα, παρομοιάζοντας τον εαυτό του με «έν' άταχτο μωρό, που ακκίζεται και λέει ό,τι του κατέβει απ' το κεφάλι». Ενα μωρό, ωστόσο, όχι τόσο αθώο που να μη συνειδητοποιεί τη φιλαυτία του, διεγερμένη από τις τιμητικές επιδαψιλεύσεις των Ινδών διοργανωτών. «Ενιωθα σαν μπαλόνι. Μια να του 'δινες με μια καρφίτσα θα 'σκαγε. Λίγο ν' άφηνες το σπάγκο, θα πέταγε».

Με εξαίρεση τις κολακευτικές θωπεύσεις των οικοδεσποτών, το σεμινάριο, ένας μαραθώνιος επίδειξης γνώσεων, τον κάνει να πλήττει αφόρητα. Διασκεδάζοντας την ανία του γεμίζει το σημειωματάριό του με σεξουαλικές φαντασιώσεις. Πολύτιμη τώρα η μικρή του γλώσσα, οχυρό ενάντια στους λαθραίους αναγνώστες. Οταν κάποια στιγμή ο αέρας σκορπά αυτά τα τολμηρά «χνάρια της βαρεμάρας» του, ο συγγραφέας φαντάζεται τις σελίδες να φτάνουν μέχρι το κτήριο της UNESCO. «Ωραίο! Να κάνει κι εκεί μια παρουσία η μαμά Ελλάς. Τόσους ντυμένους, βαρύτιμους πρέσβεις έχει· ας πάει και μια φορά γυμνή». Μόνο που όταν ο λόγος για ταυτότητα, είτε εθνική είτε ατομική, δεν είμαστε ποτέ γυμνοί. Ουδείς υπεράνω προσωπείου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο