Έντυπη Έκδοση

Ο σωσίας

Ητανε προτού φάει, η πιο ζεστή ώρα της ημέρας, και βγήκε στο μπαλκόνι να απλώσει.

Οι άνθρωποι είχαν απ' ώρα αναζητήσει τη δροσιά του σπιτιού και ο δρόμος, άδειος πια, όριζε με τα σπίτια μια κοίτη όπου κύλαγε η ζέστη. Εκείνος ένιωθε τις ηλιαχτίδες να τρέχουν απ' την κορφή του κεφαλιού του ώς τα άκρα του σαν χλιαρό νερό, ο ήλιος σαν να μεταμόσχευε μεδούλι στα κόκαλά του, σκεφτόταν την ευδαιμονία του βρέφους μέσα στη μήτρα κι ένιωθε στο μεταίχμιο μιας νέας γέννησης, τον χρόνο σαν σταματημένο ή σαν στεφάνι ξύλινο που δίχως ήχο στον δρόμο κυλά.

Οταν πέθανε η μητέρα του, επεθύμησε να την έβλεπε στον δρόμο κι αυτή να μην τον αναγνώριζε, να την έβλεπε κι ας ήταν πια μια ξένη, αυτός θα 'μενε να την κοιτάζει όπως παιδί που σταματά το παιχνίδι του στην ακροθαλασσιά για να κοιτάξει ένα ταχύπλοο που περνά, και, κατόπιν, ξεχνώντας το, μες στα απόνερα που αυτό προκάλεσε, να συνεχίζει το παιχνίδι του, και να 'ναι αυτό σαν η ιδέα της αιωνιότητας που κάρπισε μες στον ανθρώπινο χρόνο. Ισως αυτής της φύσης να ήταν τα νάματα που τον έλουζαν, όταν με το δεξί του μάτι αντιλήφθηκε μια σκιά κάτω στον δρόμο. Ητανε λες και η μια απώλεια αναγνώριζε την άλλη. Στο μάτι του αυτό έχει γλαύκωμα, ασθένεια ύπουλη, γιατί περιορίζει την περιφερειακή όραση σταδιακά και στα κρυφά. Κάποιος ηλικιωμένος ήταν, που στάθηκε μπρος σ' έναν κάδο απορριμμάτων κι ανασηκώνοντας με το αριστερό του χέρι το καπάκι του, ανασκάλευε με τ' άλλο μέσα του. Εχωσε κάτι, με τη βιάση παιδιού που τρώει κάτι πολύ επιθυμητό, μα και με τη βουλιμία του ναρκομανούς, στο στόμα του. Τον θαύμασε, και σεβάστηκε του ενστίκτου τη δύναμη που γκρεμίζει την ευπρέπεια. Υστερα ο άνθρωπος πέρασε αργά απέναντι, έδειχνε αμέριμνος, σαν δίχως έννοιες, και άρχισε να βαδίζει πάνω στο πεζοδρόμιο. Τα μπαλκόνια των κτηρίων κάθε τόσο τον έκρυβαν, αλλά όταν διάβαινε ανάμεσά τους φαινόταν όλο και καλύτερα. Οταν το πρόσωπό του φάνηκε πεντακάθαρα, εκείνα τα νάματα που τον έπλεναν σαν να στερεοποιήθηκαν, σαν να 'γιναν μια σαρκοφάγος διάφανη που τον έκλεισε μέσα της κι ένιωσε σαν φλογισμένες από γυαλί καρφίτσες να του μπήγονταν στην όψη και σε όλο το κορμί. Μόλις ο άνθρωπος έφτασε κάτω από το μπαλκόνι, σταμάτησε. Ηταν κι εκεί ένας κάδος. Σύρθηκε ώς την άκρη του μπαλκονιού κι έσκυψε νιώθοντας πιο δυνατή από ποτέ την έλξη του κενού. Ο άνθρωπος άνοιξε πάλι τον κάδο και άρχισε να ψαχουλεύει. Δεν βρήκε τίποτα, όμως, και τον έκλεισε. Το καπάκι βροντώντας άνοιξε χάσμα ανάμεσα σε δυο χτύπους της καρδιάς του κι ένιωσε πως πια δεν μπορούσε να κινηθεί. Ο άλλος, αντί να συνεχίσει, γύρισε και κοίταξε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην είσοδο του σπιτιού. Φάνηκε πως σκέφτηκε για μια στιγμή ν' ανεβεί, πως έκανε μάλιστα μια αδιόρατη κίνηση, λες και η σκέψη της στιγμιαίας αυτής πρόθεσης έκανε κάτι σαν νεύμα στο σώμα. Περνώντας, όμως, και πάλι απέναντι, συνέχισε για τον επόμενο κάδο. Εμεινε εκεί να τον κοιτάζει και απ' τα ρούχα που 'χε απλώσει πιο άψυχος.

Η γυναίκα του, άμα δουν τον άνθρωπο να ψάχνει στους κάδους, Ο πατέρας σου, του λέει παρηγορητικά και με κάποιον ενθουσιασμό, και να τον καλέσουν, έστω μια φορά, για φαγητό. Εκείνος, όμως, μόνο κοιτά, κοιτά και μετά, που κάνει πως το ξεχνά, κάτι, που μες στο στήθος σαν πανί πλαταγίζει, τον εκβάλλει σ' εύφορη σιωπή που αρδεύει το δάσος της μνήμης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο