Έντυπη Έκδοση

Οταν τα λόγια προσβάλλουν

Ο Λαρς φον Τρίερ την πάτησε. Οσες εξηγήσεις κι αν έδωσε κατόπιν φεστιβάλ -«αυτό που ήθελα να πω είναι ότι όλοι κρύβουμε έναν Χίτλερ μέσα μας κι ότι ο Χίτλερ το εκμεταλλεύτηκε»- οι προβοκατόρικοι, φιλοναζιστικοί του αστεϊσμοί, παρουσία εκατοντάδων δημοσιογράφων στις Κάνες, θα τον ακολουθούν για πολλά χρόνια ακόμη.

Το αγαπημένο παιδί των Κανών Λαρς φον Τρίερ κηρύχθηκε persona non grata στο Φεστιβάλ μετά τις δηλώσεις του για τους ναζί. Το αγαπημένο παιδί των Κανών Λαρς φον Τρίερ κηρύχθηκε persona non grata στο Φεστιβάλ μετά τις δηλώσεις του για τους ναζί. Τι κι αν υπήρξε αγαπημένο παιδί της διοργάνωσης, αποδέκτης του μεγάλου βραβείου των σκηνοθετών το 1996 για το «Δαμάζοντας τα κύματα» και του Χρυσού Φοίνικα, το 2000, για το «Χορεύοντας στο σκοτάδι»; Η διεύθυνση του φεστιβάλ, η ίδια που είχε οργανώσει ειδικό τμήμα φέτος για τους φιμωμένους και φυλακισμένους σκηνοθέτες του Ιράν, τον κήρυξε πάραυτα persona non grata, διατηρώντας ωστόσο στο διαγωνιστικό τμήμα τη νέα -θαυμάσια για πολλούς- ταινία του που έμελλε να χαρίσει στην Αμερικανίδα Κίρστεν Ντανστ το βραβείο ερμηνείας. Ηδη όμως, αρχής γενομένης από αργεντίνικη εταιρεία διανομής, η εμπορική τύχη της «Μελαγχολίας» απειλείται. Κι όπως παραδέχτηκε ο δανός κινηματογραφιστής, κανένα μεγάλο στούντιο, κανένας δημοφιλής σταρ δεν θα θέλει πια να συνεργαστεί μαζί του.

Αντίστοιχα την πάτησε τον περασμένο Μάρτιο κι ο βρετανός σχεδιαστής Τζον Γκαλιάνο, καλλιτεχνικός διευθυντής επί δεκατέσσερα χρόνια του οίκου «Ντιόρ», εκτοξεύοντας ρατσιστικές βρισιές σ' ένα ζευγάρι σε μπαρ του Μαρέ, αυτής της παραδοσιακά εβραϊκής παρισινής συνοικίας: απολύθηκε αμέσως από τη θέση του, εν μέσω γενικευμένης αποδοκιμασίας. «Ενδεχομένως ο Γκαλιάνο να πίστευε πως βρίσκεται εκτός πολιτισμικού πλαισίου, άρα εκτός ελέγχου», σχολιάζει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, λέκτορας κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών: «Εδώ και σαράντα χρόνια, όμως, ο χώρος της υψηλής ραπτικής θεωρείται πολιτισμικό αγαθό, μια μορφή τέχνης όπως και ο κινηματογράφος. Πώς θα μπορούσε να βρίσκεται στο απυρόβλητο ο δημόσιος λόγος και η συμπεριφορά των επιφανών του εκπροσώπων;».

Τις δημόσιες «αντισημιτικές» δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη επικαλέστηκε πρόσφατα και το αυστριακό κοινοβούλιο, ματαιώνοντας την από καιρό προγραμματισμένη εκτέλεση του «Μαουτχάουζεν» στις φετινές εκδηλώσεις μνήμης για την 66η επέτειο απελευθέρωσης των κρατουμένων από το ομώνυμο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η αντίδραση του κορυφαίου συνθέτη υπήρξε άμεση και οργίλη. «Θεωρώ βρόμικο σκουλήκι όποιον ξανατολμήσει να με προσβάλλει στο πιο ευαίσθητο σημείο του χαρακτήρα μου», δήλωσε με ανοιχτή του επιστολή, επιμένοντας πως η κριτική του στρέφεται «κατά της κρατικής πολιτικής του Ισραήλ» και του «εβραιοαμερικανικού λόμπι που διαμορφώνει την ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ».

Ανάλογη κριτική, θυμίζουμε, έχει ασκήσει κι ο εβραϊκής καταγωγής, βραβευμένος με Πούλιτζερ, δραματουργός Τόνι Κούσνερ (βλ. «Οι Αγγελοι της Αμερικής») γεγονός που του κόστισε την κατηγορία του «εξτρεμιστή» και την απόσυρση του ονόματός του από τις φετινές τιμητικές διακρίσεις του Πανεπιστημίου της πόλης της Νέας Υόρκης. Ενώ πριν από λίγα χρόνια, η Κομεντί Φρανσέζ προκάλεσε σάλο ακυρώνοντας επίσης προγραμματισμένο ανέβασμα έργου του αυστριακού δραματουργού Πέτερ Χάντκε. Ο τότε διευθυντής του θεσμού ισχυρίστηκε πως δεν μπορεί να δώσει βήμα σ' έναν δημιουργό φιλικά διακείμενο προς ένα δικτάτορα κατηγορούμενο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως ο Μιλόσεβιτς, κι ότι η παρουσία του Χάντκε στην κηδεία του τελευταίου ήταν «προσβολή για τα θύματα του καθεστώτος του».

Οσο κι αν διαφέρουν μεταξύ τους, αυτά τα φαινόμενα επιτρέπουν διπλή κριτική, σύμφωνα με τον Παναγή Παναγιωτόπουλο, τόσο προς τους θεσμούς όσο και προς τους καλλιτέχνες. «Οι μεν θεσμοί πάσχουν από τον ολοκληρωτισμό της συνέπειας, οι δε καλλιτέχνες από την ευκολία της ασυνέπειας» εξηγεί: «Οι πρώτοι κάνουν το λάθος ν' απαιτούν απόλυτη συνέπεια ανάμεσα στο έργο των καλλιτεχνών και τις απόψεις που εκφέρουν, μια τακτική που αν τραβηχτεί στα άκρα μπορεί να οδηγήσει ως και στη λογοκρισία του Σέξπιρ! Κι από την άλλη, βλέπουμε μια σειρά καλλιτεχνών που συμμετέχουν και αξιοποιούν αυτούς τους θεσμούς, να αμφισβητούν με περισσή ευκολία το δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας τους. Το Φεστιβάλ των Κανών υπάρχει επειδή υπάρχει δημοκρατία. Οταν ο φον Τρίερ δηλώνει θαυμαστής των ναζί, υπάρχει πρόβλημα. Ομως κι ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα index απαγορευμένων καλλιτεχνών μόνο αμελητέος δεν είναι».

Είτε πρόκειται για περιπτώσεις καραμπινάτης λογοκρισίας, είτε για εκφάνσεις μιας... «αιρετικότητας πολυτελείας» στο πλαίσιο του σταρ σίστεμ που τιμωρείται με δημόσια διαπόμπευση και περιθωροποίηση, τα παραπάνω περιστατικά επαναφέρουν στην επικαιρότητα το μείζον ζήτημα της ελευθερίας του λόγου -ακόμα και του μισαλλόδοξου- στα φιλελεύθερα δημοκρατικά καθεστώτα. Πρέπει να υπάρχουν όρια; Ως ποιο σημείο μπορεί ν' ανέχεται η δημοκρατία μια ρητορική μίσους που δυναμιτίζει τα θεμέλιά της;

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ελευθερία του λόγου κατοχυρώνεται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Δεν αντιλαμβάνονται όμως όλες οι κοινωνίες αυτό το αγαθό με τον ίδιο τρόπο. Τα περισσότερα κράτη θέτουν κάποιους περιορισμούς ανάλογα με την ιστορία τους και τους ηθικούς προβληματισμούς τους. Σ' ό,τι δε αφορά τον μισαλλόδοξο λόγο, αυτόν που στρέφεται κατά ατόμων ή ομάδων λόγω της φυλετικής τους καταγωγής ή του θρησκεύματός τους, «άλλη ανοχή παρατηρείται στην Ευρώπη κι άλλη στις ΗΠΑ», λέει ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος: «Στις ΗΠΑ, από παράδοση, η ελευθερία του λόγου προστατεύεται απόλυτα, με φετιχιστική σχεδόν προσήλωση. Και το πιο ακραίο παράδειγμα στα νομικά χρονικά, είναι η περίφημη υπόθεση Σκόκι, από τη δεκαετία του '70».

«Στο συγκεκριμένο προάστιο του Σικάγου», λέει ο καθηγητής της Νομικής Αθηνών, «ζούσαν κυρίως ηλικιωμένοι Εβραίοι, επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Κι όταν ένα παρακλάδι της Κου Κλουξ Κλαν ζήτησε άδεια για να παρελάσει εκεί φορώντας ναζιστικές στολές κι επιδεικνύοντας σημαίες με σβάστικες, ο δήμαρχος, λογαριάζοντας πόση ψυχική οδύνη θα προκαλούσε αυτό στους κατοίκους του Σκόκι, ουσιαστικά την αρνήθηκε. Η υπόθεση έφτασε ώς το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε ότι η απόφαση του δημάρχου ήταν αντισυνταγματική! Ακόμα και η Ενωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τάχθηκε εναντίον της απαγόρευσης και διεσπάσθη... Οι Αμερικανοί δεν είδαν τα χωριά τους να καίγονται από τους ναζί, κι ίσως γι' αυτό εμφανίζονται τόσο απόλυτοι. Αντίθετα, σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η άρνηση του Ολοκαυτώματος θεωρείται αδίκημα που επιφέρει ποινικές κυρώσεις».

Στο χώρο της τέχνης «τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα» συνεχίζει ο Νίκος Αλιβιζάτος. «Κι εδώ όμως οι απόψεις διχάζονται. Αλλοι νομικοί υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να υπάρχουν όρια, κι άλλοι θεωρούν ότι πρέπει κάθε φορά να σταθμίζονται οι περιστάσεις. Πάρτε για παράδειγμα το ζήτημα με τα σκίτσα του Μωάμεθ. Το ίδιο είναι να τα δημοσιεύει μια αραβόφωνη δανέζικη εφημερίδα που πουλιέται έξω από τζαμί, και το ίδιο είναι να τα δημοσιεύει η "Μοντ" της οποίας το κοινό είναι πολύ ευρύτερο; Δεν υπάρχει αμφιβολία: μακάρι να λύνονταν αυτά τα θέματα σε επίπεδο αρχών. Είναι όμως αδύνατον να μην παρεισέρχονται στοιχεία πολιτικής, παραδόσεων, ιστορίας ή γεωγραφίας».

Στην Ελλάδα η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, όπως συμβαίνει στη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχία, την Πολωνία ή τη Γαλλία, όπου από το 1990 ήδη εφαρμόζεται ο σχετικός και αμφιλεγόμενος από πολλούς «νόμος Γκεσό». Το νομοσχέδιο όμως «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου» που προωθεί αυτές τις μέρες στη Βουλή ο υπουργός Δικαιοσύνης, έχει ανάψει φωτιές. Οσο κι αν ο Χάρης Καστανίδης διατείνεται το αντίθετο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για τον περιορισμό της ελευθερίας της γνώμης. Ιδού τι αναφέρει, μεταξύ άλλων, σχετική ανακοίνωση της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το σκεπτικό της οποίας βρίσκει απολύτως σύμφωνο και τον Ν. Αλιβιζάτο:

«Οι πεποιθήσεις -ακόμη και οι ειδεχθέστερες- δεν μπορούν παρά να κυκλοφορούν ελεύθερα. Το φιλελεύθερο πολίτευμα είναι εξ ορισμού πιο ανεκτικό απέναντι στις απειλές του από άλλα πολιτεύματα. Αν δεν είναι, αναιρεί τον εαυτό του. Η παραδοχή αυτή, όμως, είναι άλλης τάξης από την υποβάθμιση ή, ακόμα χειρότερα, τον εξωραϊσμό των απειλών αυτών που προέρχονται από την ανερχόμενη ακροδεξιά στην Ελλάδα αλλά και από άλλα μη πολιτικά συλλογικά μορφώματα στα οποία ενδημεί η κουλτούρα της βίας (...) Το μείζον πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η ρατσιστική βία. Δεν είναι ο ρατσιστικός λόγος (...) Δεν έχουμε κανέναν λόγο να προσφέρουμε στην ακροδεξιά και κάθε εκδοχή ξενόφοβου και ρατσιστικού μορφώματος που δέρνει ανενόχλητα το επιχείρημα πως τάχα δεν την αφήνουμε να μιλήσει». 7

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Κινηματογράφος