Έντυπη Έκδοση

Γεμάτη ζωή, τραγικό τέλος

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ της περιπέτειας και της λογοτεχνίας

Το πρωί της 2ας Ιουλίου 1961 (ακριβώς πριν από 50 χρόνια), ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ επέστρεφε στο σπίτι του στο Κέτσαμ, στο Αϊντάχο της Κεντρικής Αμερικής, έπειτα από ένα πενθήμερο ευχάριστο ταξίδι με την (τέταρτη κατά σειρά) σύζυγό του, Μέρι Ουέλς, κι έναν φίλο τους.

Με τον Φιντέλ Κάστρο, το 1959 Με τον Φιντέλ Κάστρο, το 1959 Κι ενώ οι δύο συνοδοί του ξεφόρτωναν τις αποσκευές, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο Χέμινγουεϊ είχε τερματίσει τη ζωή του αυτοπυροβολούμενος με κυνηγετικό όπλο στο στόμα. Ηταν 62 ετών. Με τον ίδιο τρόπο είχε φύγει από τη ζωή το 1928 ο πατέρας του.

Ηδη είχε πεθάνει... άλλες δύο φορές -έτσι είχε γραφτεί στις εφημερίδες- για να διαψευστεί στη συνέχεια. Την πρώτη το 1944, στη διάρκεια μιας συσκότισης, όντας ανταποκριτής στο Λονδίνο. Τη δεύτερη το 1954, σε αεροπορικό δυστύχημα στην Αφρική, όπου είχε πάει για σαφάρι.

Της περιπέτειας

Η περιπέτεια χαρακτήριζε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του: πολεμικός ανταποκριτής, αλλά και αγωνιστής στους δύο παγκοσμίους πολέμους, σαφάρι άγριων ζώων, ψάρεμα, ταξίδια, έρωτες. Γόνιμος καρπός: ανταποκρίσεις και μυθιστορήματα που τον έκαναν έναν από τους πολυδιαβασμένους συγγραφείς στον κόσμο, ενώ έργα του έγιναν κινηματογραφικές ταινίες, με την ίδια απήχηση. Ενδεικτικά, ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα» είναι το μυθιστόρημα το εμπνευσμένο από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» από τον ισπανικό εμφύλιο, όπου είχε ταχθεί με το μέρος των δημοκρατικών. Δύο τόμοι με δημοσιογραφικά κείμενα με πολεμικές ανταποκρίσεις, εντυπώσεις από ταξίδια και άλλα, με το γενικό τίτλο «Με υπογραφή Χέμινγουεϊ», περιλαμβάνονται στη σειρά των έργων του που κυκλοφορούν απ' τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Εκεί υπάρχουν σελίδες και για τη Μικρασιατική Καταστροφή (από το εξώφυλλο του δεύτερου τόμου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, η φωτογραφία του Χέμινγουεϊ που συνοδεύει το παρόν κείμενο). Ελκυστική θεματογραφία, απλό και περιεκτικό ύφος και ζωντανός διάλογος χαρακτηρίζουν τα γραφτά του.

Ωστόσο ούτε ο πλήρης εμπειριών βίος ούτε η δόξα ούτε τα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954 (που επικαλούμενος λόγους υγείας δεν προσήλθε να παραλάβει) τον έκαναν ευτυχισμένο. Μελαγχολία, απαισιοδοξία, νευρική υπερένταση, απώλεια μνήμης τον οδήγησαν στην αυτοχειρία.

Ο Φρέντυ Γερμανός στο μυθιστόρημά του «Τερέζα» (εκδ. «Καστανιώτη», 1997), με θέμα τον έρωτα του Αμερικανού συγγραφέα με μια ωραία Ελληνίδα στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει σε κείμενό του σε αφιέρωμα του περιοδικού «Διαβάζω» στον Χέμινγουεϊ (13/1/87), ότι ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί την Ελλάδα σε ηλικία 23 ετών (το 1922), αλλά «το όνομά του δεν έλεγε τίποτα σε κανένα - και κανένας δεν του 'χε δώσει ιδιαίτερη σημασία!». Και πιο κάτω: «Ο Ερνυ αγαπούσε την Ελλάδα», μου 'χε πει η γυναίκα του, που είχα γνωρίσει στο Κανάβεραλ το 1969. «Κουβαλούσε μέσα του πολλές εικόνες απ' την Ελλάδα του '22. Κάθε τόσο γύριζε σ' αυτές - όπως γυρνάει κάθε άνθρωπος στ' ανθισμένα μονοπάτια της νιότης του».

Ο Κάστρο

Ο Χέμινγουεϊ αγαπούσε ιδιαίτερα την Κούβα, όπου από το 1939 είχε αγοράσει ένα κτήμα σε προάστιο της Αβάνας - μουσείο σήμερα, όπως και ένα είδος «πνευματικού προσκυνήματος» είναι το μπαρ όπου σύχναζε. Στην Κούβα είχε εμπνευστεί τη νουβέλα «Ο γέρος και η θάλασσα», ενώ είχε γνωριστεί και με τον Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Αυτό καταφαίνεται από τις αλλεπάλληλες αναφορές που κάνει ο Κουβανός ηγέτης στην «εφ' όλης της ύλης» συνέντευξη που έδωσε στον Γάλλο δημοσιογράφο Ιγνάσιο Ραμονέ («Εκατό ώρες με τον Φιντέλ» στα ελληνικά, εκδ. «Πατάκη», 2007). Ιδού μια εκτενής αναφορά:

«Και τον Χέμινγουεϊ θα μου άρεσε να τον είχα γνωρίσει καλύτερα. Του άρεσε η Κούβα, αγάπησε αυτό το νησί. Εζησε εδώ, μας άφησε πολλά πράγματα, τη βιβλιοθήκη του, το σπίτι του, που σήμερα είναι μουσείο. Τον πρώτο χρόνο της επανάστασης μπόρεσα να μιλήσω δυο φορές μαζί του, για λίγη ώρα. Αν ο Χέμινγουεϊ είχε ζήσει μερικά χρόνια ακόμη, θα μου άρεσε να έχω βρει το χρόνο να συζητήσω περισσότερο μαζί του. Να αποκτήσουμε πιο στενές σχέσεις. Διάβασα πάνω από μια φορά μερικά μυθιστορήματά του. Και σε πολλά από αυτά -"Για ποιον χτυπά η καμπάνα", "Αποχαιρετισμός στα όπλα"- πάντα βάζει το βασικό ήρωά του να συνομιλεί με τον εαυτό του. Είναι αυτό που μ' αρέσει περισσότερο στο Χέμινγουεϊ, οι μονόλογοι, όταν οι ήρωές του μιλούν με τον εαυτό τους. Οπως στο "Γέρο και τη θάλασσα", το βιβλίο για το οποίο του έδωσαν το Νόμπελ. Ως άνθρωπος, από το λίγο που μπόρεσα να τον γνωρίσω, μου φαινόταν, στις συνήθειές του, στις πράξεις του, στις υποθέσεις του, πολύ ανθρώπινος».

Ετσι & Αλλιώς

Στα δεινά που βιώνουμε αναφερόμουν το περασμένο Σάββατο, καθώς μου είναι δύσκολο άλλα να με ταλανίζουν και περί άλλα να τυρβάζω.

Με την έγνοια, τι άλλο μας επιφυλάσσεται, αλλά και με την ελπίδα ότι -τι στα κομμάτια- κάποια στιγμή θα πιάσουμε πάτο, και -όσοι επιζήσουμε- θ' αρχίσουμε να παίρνουμε απάνω μας, με γνώμονα το μέτρο που μας έλειψε και φτάσαμε σ' αυτό το κατάντι.

*

Την ερήμωση της επαρχίας ξανάζησα πριν από λίγες ημέρες παρακολουθώντας μια αποχαιρετιστήρια σχολική παράσταση. Αποχαιρετιστήρια, με την έννοια ότι το Γυμνάσιο και το Λύκειο, οι μαθητές των οποίων έδιναν την παράσταση, κλείνουν λόγω εκπαιδευτικού «Καλλικράτη», με αποτέλεσμα τα παιδιά -τα συγκεκριμένα, μαζί με άλλα κοντινών περιοχών- από την ερχόμενη περίοδο να είναι υποχρεωμένα να διανύουν μέχρι και 100 χιλιόμετρα -πήγαιν'-έλα- για τη νέα σχολική έδρα.

Για έξι δεκαετίες τώρα ζούμε την ερήμωση της επαρχίας από κόσμο και, συνακόλουθα, παιδιά. Αλλοι για τη μακρινή -αγύριστη- ξενιτιά κι άλλοι για την ντόπια, με αποτέλεσμα ο μισός πληθυσμός της χώρας (βάλτε και τους απροσδιόριστους οικονομικούς μετανάστες) να έχει συσσωρευτεί στην πρωτεύουσα, αναζητώντας μια δουλειά που δεν πρόκειται να του προσφερθεί. Πολιτικός δεν είμαι. Εκτιμώ όμως (και το 'χω ξαναγράψει) ότι λύση -μερική έστω- είναι να ενθαρρυνθεί, με κάποια κρατικά κίνητρα, αυτό που κατά μόνας κάνουν ήδη κάποιοι: όσοι με ρίζες στην επαρχία, να επιστρέψουν, πράγμα που, επιπλέον, ευνοούν η τεχνολογική εξέλιξη και η συρρίκνωση των αποστάσεων. Για να, εκτός των άλλων, ξανανοίξουν και τα ορφανεμένα σχολεία.

Ενδεικτικό του αγώνα και της αγωνίας των νέων για μια δουλειά στην πόλη-χαβούζα της πολλαπλής ανασφάλειας που ζούμε: Για 115 θέσεις ταξιθετών και ταμιών για δυο μήνες, με αποδοχές 500-600 ευρώ, στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών υποβλήθηκαν 2.430 αιτήσεις. Οι περισσότεροι με πτυχία, διδακτορικά, ξένες γλώσσες...

ΣΗΜ. «Εγώ δε φοβόμουν / δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν» (Μ. Αναγνωστάκης, «Η Συνέχεια 3»).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά