Έντυπη Έκδοση

«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, κι ας μην είναι τίποτα όπως παλιά»

Μια συζήτηση με τους αδελφούς Κατσιμίχα, υπό όρους και με όρια, που τελικά ξεφεύγει και από τα δύο

ΜΕ ΤΣΙΓΚΛΙΣΕ η «επανεμφάνισή» τους μαζί - μια καλοκαιρινή περιοδεία ανά την επικράτεια, που ξεκίνησε ήδη από τον Λυκαβηττό και φέρει τον τίτλο Best Of.

«Είμαστε συνηθισμένοι με τη μοναξιά. Δεν γράφεται αλλιώς ένας στίχος ή ένα τραγούδι», λέει ο Πάνος. «Είμαστε συνηθισμένοι με τη μοναξιά. Δεν γράφεται αλλιώς ένας στίχος ή ένα τραγούδι», λέει ο Πάνος. Ζήτησα συνέντευξη εκ του πλησίον, και μου αντέτειναν συνέντευξη εξ αποστάσεως. Ερωτήσεις δικές μου. Τις στέλνω με e-mail. Απαντήσεις δικές τους, με τον ίδιο τρόπο. Ψύχρα, σκέφτομαι. Πάντα απέρριπτα τέτοιες συνεντεύξεις. Αλλά ετούτη τη φορά, είπα να μπω στον πειρασμό «κι ας μου βγει και σε κακό». Ενα βράδυ ολόκληρο με πήρε η διατύπωση των ερωτήσεων. Προσπάθησα να κάνω εξομοίωση μιας πραγματικής συνάντησης. Συνέντευξης simulator! Μου άρεσε. Περίμενα μια εβδομάδα μέχρι να έρθουν οι απαντήσεις. Ανοιξα το attachment με μισή καρδιά. Μόλις άρχισα να διαβάζω, έγινε τριαντάφυλλο, και άνοιξε ολάκερη. «Συζήτηση» χωρίς διακοπές. Απαντήσεις που πολύ όμορφα έμειναν χωρίς follow-up. Εκφράσεις προσώπων, που τις άφησα στη φαντασία μου. Μια γνωριμία που δεν έχει γίνει ποτέ από κοντά κι όμως μοιάζει να υπάρχει ζωντανή, εδώ και χρόνια. Κυρίες και κύριοι, οι αδελφοί Κατσιμίχα, σίγουρα όπως δεν τους έχετε ακούσει ποτέ!

@ Πώς σας φαίνεται που κάνουμε αυτήν τη συνέντευξη εξ αποστάσεως, με γραπτές ερωτήσεις και απαντήσεις;

ΠΑΝΟΣ: Σαν να μιλάμε από το τηλέφωνο, και μάλιστα χωρίς να διακόπτει ο ένας τον άλλον. Πολύ cool.

@ Μπορεί να βγει καλύτερη όμως απ' ό,τι εάν βρισκόμασταν από κοντά. Και η δική μου «μοναξιά της νύχτας», μπροστά στο λάπτοπ, όταν όλα έχουν ησυχάσει, είναι πολλές φορές πιο δημιουργική από την αμηχανία μιας συζήτησης κατ' ιδίαν. Τι συμβαίνει άραγε; Χάσαμε κάτι; Ή βρίσκουμε κάτι καινούριο;

ΠΑΝΟΣ: Εμείς είμαστε συνηθισμένοι σ' αυτή τη μοναξιά. Δεν γράφεται αλλιώς ένας στίχος ή ένα τραγούδι. Πρέπει να είσαι μόνος σου. Οταν είσαι μόνος, είσαι πιο υπεύθυνος, γιατί έχεις να κάνεις μόνο με τον εαυτό σου. Και κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί από τον εαυτό του. Πιστεύω ότι δεν χάσαμε τίποτα. Απλά, είναι άλλες εποχές. Η εποχή μας δεν είναι καθόλου μοναχική. Ισα ίσα, το αντίθετο. Μέσα από το Ιντερνετ, όλος ο κόσμος έχει γίνει μια τεράστια παρέα. Δεν είναι κάτι καινούριο αυτό;

@ Εάν δίναμε ραντεβού για τη συνέντευξη, ποιο μέρος θα προτείνατε; Και γιατί;

ΠΑΝΟΣ: Θα ήθελα να ήτανε σε κάποιο μπαρ κλειστό, που δεν έχει ανοίξει ακόμα, κατά τις 5-6 το απόγευμα. Δεν ξέρω γιατί. Εχουν μια ιδιαίτερη ενέργεια αυτοί οι χώροι όταν είναι ήσυχοι και έρημοι.

ΧΑΡΗΣ: Θα έστηνα τρεις καρέκλες και στη μέση ένα τραπεζάκι, στο κέντρο του Κολοσσαίου, στη Ρώμη. Εκεί θα γούσταρα να κάνουμε τη συνέντευξη. Γιατί; Γιατί εκεί έχει άπλα, βρε παιδί μου!

@ Γιατί εξαφανιστήκατε τόσο καιρό;

ΧΑΡΗΣ: Προσωπικά εξαφανίστηκα, γιατί ήμουν πάρα πολύ απασχολημένος, ψάχνοντας, όπως η Νικολούλη, να βρω τον μικρό Χάρη! Προσπαθούσα να θυμηθώ, πού στο διάολο με είχα παρατήσει, σε ποιο ξενοδοχείο, σε ποια πόλη, ποια χρονιά και ποια ημερομηνία. Με πήρε καμιά δεκαριά χρόνια, αλλά ευτυχώς τα κατάφερα στο τέλος.

ΠΑΝΟΣ: Εγώ δεν σταμάτησα ποτέ να κυκλοφορώ μέσα στον κόσμο, δέκα χρόνια τώρα. Εχω κάνει εκατοντάδες συναυλίες, εμφανίσεις, ταξίδια, δεν άλλαξε τίποτα από την παλιά μου ζωή, απλά το έκανα όλο αυτό λίγο πιο διακριτικά, low profile, που λέμε. Τους χειμώνες, εκτός από την Αθήνα, έπαιζα και στην επαρχία. Ηταν ένα παλιό μου όνειρο, να γυρίσω όλη την Ελλάδα, χειμώνα, όταν κάθε πόλη ζει την κλειστή ιδιωτική της ζωή και πας εσύ σαν επισκέπτης. Στην επαρχία, με τα καλά της και τα κακά της. Ηταν ένα υπέροχο, μοναχικό ταξίδι αυτή η δεκαετία που πέρασε.

@ Γιατί ξεμυτίσατε τώρα; Εχει να κάνει με την κρίση; «Θα ξέμειναν από χρήματα» μου είπε κακεντρεχής φίλος.

ΧΑΡΗΣ: Στον βαθμό που με αφορά, έχει μια δόση αλήθειας, αυτό που σου είπε ο κακεντρεχής φίλος σου. Οτι ξέμεινα από φράγκα. Δεν είναι ντροπή να ξεμένεις από χρήματα, νομίζω. Δεν είναι όμως κυρίως αυτό. Το βασικότερο είναι ότι ξέμεινα από την άδολη χαρά και ικανοποίηση που σου δίνει η επικοινωνία με τον κόσμο κατά την ώρα της συναυλίας. Την είχα ξεχάσει αυτή την αίσθηση. Και χαίρομαι που τη ζω ξανά. Οσο πολύ με είχε κουράσει πριν από δέκα χρόνια αυτό το πράγμα, τόσο πολύ μου αρέσει τώρα, που το κάνω με τους όρους και τις συνθήκες που ταιριάζουν στους δικούς μου ρυθμούς. Διαφορετικά, εάν δεν είναι έτσι, άσ' το καλύτερα, είναι μια πολύ ψυχοφθόρα ιστορία.

@ Τα Best Of δεν αδικούν πάντα εκείνα που μένουν εκτός;

ΠΑΝΟΣ: Τα best είναι συνήθως αυτά που παίχθηκαν περισσότερο στο ραδιόφωνο, που παίχθηκαν περισσότερο σαν διασκευές από άλλους σε μαγαζιά, σε συναυλίες, από 'δω κι από 'κει. Είναι τα πιο πολυακουσμένα δηλαδή. Εμείς πάντως στην κασετίνα που βγάλαμε το προβλέψαμε αυτό. Γι' αυτό και την ονομάσαμε «The best and the rest». Προβλέψαμε λοιπόν και βάλαμε μέσα και τα «rest», αυτά δηλαδή που δεν παίχθηκαν πολύ, που δεν τα πήρε πολύ χαμπάρι ο κόσμος. Για άκουσέ τα. Εχουν ενδιαφέρον.

@ Το Ριτάκι πού είναι σήμερα; Πόσων χρόνων είναι -αν ζει; Τι κάνει; Παντρεύτηκε; Πολιτεύτηκε; Απογοητεύθηκε; Πρόκοψε; Απέτυχε; Κατεβαίνει τώρα στην πλατεία;

ΧΑΡΗΣ: Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Το Ριτάκι αν ήταν 18 χρόνων το 1985 και 26 χρόνια που περάσανε, σήμερα θα είναι 44 χρόνων. Πλάκα δεν έχει; Φοβερή σκέψη. Δεν μου είχε πάει ποτέ το μυαλό. Το καλό με τη Ρίτα είναι ότι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα 18 χρόνων θα είναι. Μεγαλώνει ποτέ η Gioconda; Οσο την έφτιαξε ο «μάστορας» που την έφτιαξε τόσο έμεινε. Αυτό είναι η μαγεία της τέχνης. Τυχερό το Ριτάκι.

ΠΑΝΟΣ: Τώρα ως προς τα άλλα, την κόβω να παντρεύτηκε και να χώρισε δυο τρεις φορές, να έχει κάνα δύο παιδιά, παχυλές διατροφές, σίγουρα δεν πολιτεύτηκε, δεν την κόβω να κατεβαίνει στην πλατεία. Αυτή πιστεύει ότι πρόκοψε και πέτυχε. Σίγουρα, ένας τέτοιος τύπος θα αρνείται φανατικά ότι απέτυχε, έτσι είναι τα Ριτάκια. Το λέει και το τραγούδι «τίποτα δε φοβάσαι», «τίποτα δεν θυμάσαι», δηλαδή η νιρβάνα του ανέμελου. Δεν ξέρω γιατί, τη φαντάζομαι να είναι σαν κάτι γκόμενες που παίζουν σε μια τηλεοπτική εκπομπή, πώς τη λένε -«Housewives»; Κάτι περίεργες σαρανταπεντάρες, που διάγουν πολυτελή βίο, σε κάτι πολυτελέστατα σπίτια, με πισίνες κ.λπ. κ.λπ., απροσδιορίστου επαγγέλματος και απροσδιορίστου προελεύσεως εισοδήματα.

@ Εσείς; Πώς ζείτε; Πού; Οικογένεια; Γειτονιά; Καθημερινότητα; Εφημερίδα; Καφενείο; Μπαρ; Βιβλιοπωλείο; Τηλεόραση; Βόλτα; Παιδιά; Αγωνία; Φόβος; Φίλοι; Λιγόστεψαν; Γίναν πιο πολλοί; Πού συναντιέστε; Τι λέτε; Τι τραγούδια ακούτε, αν ακούτε; Τα καλοκαίρια σας;

ΧΑΡΗΣ: Ζω ήρεμα κι ευτυχισμένα, στη συνοικία που γεννήθηκα. Τους ξέρω όλους, με ξέρουν όλοι. Δεν έχω (ούτε είχα ποτέ άλλωστε) παράλογες απαιτήσεις από τη ζωή ή μουρλές φαντασιώσεις. Βγαίνω καθημερινά, πίνω το καφεδάκι μου, λέω πέντε καλημέρες, αγοράζω την εφημερίδα μου, γυρίζω σπίτι να δουλέψω τη μουσική μου. Οι μεγάλες μου απολαύσεις είναι ακόμα, ένα καλό βιβλίο, ένα καλό CD, ένας περίπατος στον αρχαίο ελαιώνα του Φιλοπάππου, μετά κάτω, στην παλιά αγορά, στο Θησείο, στο Μοναστηράκι, να χαζέψω τα παλαιοπωλεία με τους παλιούς δίσκους, τα παλιά αντικείμενα, παλιά βιβλία, με το πολύχρωμο πλήθος να βουίζει γύρω μου. Με δυο λόγια, δεν κάνω τίποτα το διαφορετικό από ό,τι έκανα στην εφηβεία μου ή αργότερα σαν φοιτητής. Τίποτα δεν έχει αλλάξει... κι ας μην είναι τίποτα όπως παλιά... Οσο για τους φίλους, οι πραγματικοί γίνονται όλο και περισσότεροι και οι ψεύτικοι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή μου. Οι μουσικές που ακούω είναι πια πάρα πολύ επιλεγμένες και δεν υπάρχει ύφος και στυλ συγκεκριμένο. Τα καλοκαίρια, όπως παλιά. Θα πάω σε κανένα νησάκι των Κυκλάδων ή του Αργοσαρωνικού, θα επισκεφθώ τους γέρους μου στο Βραχάτι, όπου περνάνε τα καλοκαίρια τους, ή όπως τώρα, καλή ώρα, στην περιοδεία. Αυτά.

@ Η μέση ηλικία;

ΠΑΝΟΣ: Θέλει ρέγουλα. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας της. Μπορείς να κάνεις τα πάντα (σου το επιτρέπει), αλλά με ρέγουλα. Αλλιώς σου τραβάει ένα καρδιακό επεισόδιο, ας πούμε, και αν επιζήσεις, έχεις μάθει με το ζόρι πόσο κοστίζει το να είσαι ανεύθυνος.

@ Εχετε σκεφτεί να φύγετε από την Ελλάδα; Πάντα σας φαντάζομαι στη Γερμανία, δεν ξέρω γιατί!

ΠΑΝΟΣ: Το είχα σκεφτεί αρκετές φορές στο παρελθόν, μετά όμως ήρθε η κόρη μου, έπειτα γνώρισα τη Μάγδα, τη γυναίκα μου, και ρίζωσα εδώ, με καινούριες ρίζες. Γυρίζω στους δρόμους του Βερολίνου (ειδικά τους χειμώνες), με την καρδιά μου, όχι τόσο με το μυαλό μου, γιατί αυτή την πόλη την αγαπώ. Εκεί, άλλαξα. Εκεί, από έφηβος, έγινα άντρας. Αυτό το χρωστάω στη «Mama Berlin» και πολλά, πάρα πολλά τραγούδια και στίχους.

ΧΑΡΗΣ: Μα ήμουν στη Γερμανία, δέκα χρόνια, από 22 χρόνων μέχρι 32. Πού να σηκωθώ σ' αυτή την ηλικία και να ξαναφύγω; Αντε πάλι στα γερμανικά, «σας παρακαλώ ένα πακέτο τσιγάρα», «ένα ποτήρι νερό». Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, φίλε, δύο φορές μέσα σε μία ζωή το ίδιο έργο, ειδικά όταν ήταν τόσο σκληρό.

@ Πάσχετε και εσείς από νοσταλγία;

ΠΑΝΟΣ: Την αγαπάω, αλλά και τη φοβάμαι τη νοσταλγία. Είναι πολύ ύπουλο drug. Αν της αφήσεις παραπάνω περιθώρια από ό,τι πρέπει, διεκδικεί με έναν άρρωστο τρόπο όχι μόνο το χθες αλλά και το σήμερα και το αύριο. Είναι 4 παρά τέταρτο, χαράματα Σαββάτου. Εξω στην πλατεία, μια κιθάρα και μια παρέα τραγουδάνε το «Λουλούδι του δάσους» Να τι με σώζει από τη νοσταλγία: τα τραγούδια μας, που είναι ακόμα ζωντανά και αυτά που θα φτιάξουμε αύριο.

@ Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

ΠΑΝΟΣ: Ο,τι συνέβη στο Περλ Χάρμπορ, το 1941. Ενα ηλιόλουστο πρωί Κυριακής και ενώ όλοι χαλαρώνανε στον ήλιο και έκαναν «διακοπές», ενώ ο πλανήτης καιγόταν μέσα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ξαφνικά τους ήρθαν ουρανοκατέβατες στο κεφάλι η παράνοια και η λύσσα της πραγματικότητας. Μπαμ εδώ, μπουμ εκεί.

@ Πώς αντιδράτε στην επιθετικότητα που βιώνουμε από παντού;

ΠΑΝΟΣ:Αυτή την επιθετικότητα προσπαθώ να την περάσω «ντούκου». Κατ' αρχάς κάνω το κορόιδο. Σε στυλ «δεν βλέπω, δεν ακούω κ.λπ.». Αν δεν πιάσει αυτό, φοράω τη φυσαρμόνικα στον λαιμό, παίρνω την κιθάρα και παίζω κανένα μισάωρο blues. Αν δεν δουλέψει ούτε κι αυτό, κοπανάω ένα lexotanil... και γεια σας!

@ Τα πρόσωπα που μας περιβάλλουν, πολιτικά και μη, τι σας «λένε»;

ΠΑΝΟΣ: Τα πολιτικά πρόσωπα δεν μου λένε πλέον τίποτα. Σχεδόν κανένας. Τι να μου πούνε αυτοί οι τύποι, που αρχίζουν μπάνια στη θάλασσα το Πάσχα και στα μέσα Ιουνίου είναι όλοι σαν λατίνοι εραστές; Δεν ξέρω. Δεν τους βλέπετε που είναι όλοι ηλιοψημένοι ήδη; Υπάρχει περίπτωση αυτοί να αγωνιούν για τις υποχρεώσεις τους, για το κράτος, ή για τους «ιθαγενείς» που τρέχουν μες στο λιοπύρι για το μεροκάματο; Οσο για τα «μη πολιτικά πρόσωπα», τι να σου πω; Δεν είναι το ίδιο. Εξαρτάται για ποιον μιλάμε. Είναι τεράστια συζήτηση.

@ Τι, και πώς, να ρωτήσω για την κρίση; Πώς έχει επηρεάσει τη ζωή σας, πρακτικά, πνευματικά, συναισθηματικά; Είστε αγανακτισμένοι και εσείς; Πήγατε στο Σύνταγμα;

ΠΑΝΟΣ: Το 2007, δημοσίευσα ένα τραγούδι που είχε τίτλο «Το σύνδρομο της Στοκχόλμης-Εκλογές». Μιλάει γι' αυτό ακριβώς που ζούμε σήμερα και το ρεφρέν ρωτάει «γιατί ψηφίζουν οι φτωχοί αυτούς που τους πηδάνε κι ύστερα βγαίνουν με πανό και λένε πως πεινάνε;». Βγαίνουν, ζητάνε χίλια δυο και παίρνουν ό,τι κάτσει, η εξουσία χασκογελάει και τους κλοτσάνε οι μπάτσοι. Από τότε και από πολύ πιο πριν ακόμα, ήμουν αγανακτισμένος. Ομως, σκέφτομαι πάλι: Εμείς, γιατί συμμετείχαμε σ' αυτή την αλητεία; Γιατί τους ψηφίζαμε, ρε παιδί μου, όσοι τους ψηφίζαμε; Δυστυχώς, μαζί μ' αυτούς, στρώναμε το κρεβάτι. Ε, τώρα, όπως στρώσαμε έτσι θα κοιμηθούμε μάλλον...

@ Σε ποιον, ή ποιους, θα φωνάζατε σήμερα «άξιος»;

ΠΑΝΟΣ: Θα το φώναζα, ας πούμε, σε έναν έλληνα πιλότο που αυτή τη στιγμή πετάει χαράματα, μόνος του, περιπολώντας πάνω από το Αιγαίο. Αυτός, το καθήκον του και ο Θεός. «Αξιος»!

@ Θα ήθελα πολύ να μου γράφατε, μια ιστορία από το παρελθόν.

ΠΑΝΟΣ: Τον Νοέμβριο του 1979, παρουσιάστηκα στο Χαϊδάρι, στο στρατόπεδο ΚΕΒΟΠ. Φτάσαμε εκεί βράδυ, μας πέταξαν σε έναν θάλαμο με σπασμένα τζάμια, από το βουνό δεξιά κατέβαζε κρύο-δηλητήριο. Στο κρεβάτι μου, υπήρχε μόνο ένα στρώμα. Οποιοι πρόλαβαν, πήραν μια δυο κουβέρτες και τους πήρε ο ύπνος. Εγώ στάθηκα άτυχος, δεν πρόλαβα, δεν βρήκα κουβέρτα, προσπάθησα να κοιμηθώ με τα ρούχα, αλλά τουρτούριζα. Σηκώθηκα, κάθησα στο κρεβάτι και περίμενα να ξημερώσει. Ξαφνικά, κάποιος απέναντί μου άναψε έναν αναπτήρα. Πήγα δίπλα του και τον ρώτησα «τι τρέχει;» «Κρυώνεις, ρε φίλε;» με ρώτησε. «Ναι», του είπα, «δεν πειράζει όμως, σε λίγο θα ξημερώσει». Ψάχνει κάτω από το μαξιλάρι του, βγάζει μια κουβέρτα και μου τη δίνει. Ετσι κοιμήθηκα καμιά ώρα. Το πρωί, μετά την αναφορά του λόχου, τον είδα στη διάρκεια της ημέρας, να σκουπίζει όλες τις τουαλέτες του συντάγματος. Ηταν το απόβλητο, το κατακάθι του στρατοπέδου. Ο «πρεζάκιας». Είχε (όπως έμαθα) κάνει 2,5 χρόνια στις φυλακές Αυλώνας, γιατί είχε χτυπήσει κάποιον αξιωματικό και έβγαζε εκεί το τελευταίο εξάμηνο της ποινής του. Ενας βρέθηκε να προσέξει ότι κρύωνα. Ο «πρεζάκιας», ο φυλακόβιος, το κατακάθι. Αυτός με ρώτησε «κρυώνεις, ρε φίλε;» και μου έδωσε μια κουβέρτα να κοιμηθώ. Δεν ξέρω, γιατί από όλες, τις πολλές και διάφορες, ιστορίες που μου έχουν τύχει θυμήθηκα αυτήν. Αν, φίλε Χρήστο, σου φαίνεται μαλακία, μην τη χρησιμοποιήσεις. Εντελώς αυθόρμητα, όμως, αυτή μου ήρθε στο μυαλό.

@ Πείτε μου δυο λόγια για το σπίτι που μεγαλώσατε. Τη μάνα, τον πατέρα, τους γείτονες, τα παιδιά. Πρόσωπα και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή σας.

ΠΑΝΟΣ: Μεγαλώσαμε στη γειτονιά που μεγάλωσαν ο «Μάρκος και η Αννα» του Lucio Dalla. Στον Αγ. Δημήτριο, το Μπραχάμι του 1960. «Μην περιμένεις πια» στα ραδιόφωνα, Γ. Οικονομίδης και Ρένα Ντορ, Charms, Aphrodites Child, Sergeant Pepper's Lonely Heart Club Band, Honky Tonk Woman, Bob Dylan, Δομάζος, Σιδέρης, Σαββόπουλος, Hendrix, Χούντα, Θεοδωράκης, Πολυτεχνείο και ξαφνικά 1975, δύο μέρες ταξίδι με το τρένο, η χιονισμένη Γιουγκοσλαβία, τα κίτρινα φαναράκια του Σάλτσμπουργκ. «Fire and Rain», το Δυτικό Βερολίνο. Είκοσι δύο χρόνων εμείς, πίσω ο πατέρας, η μάνα, οι φίλοι, πίσω το Καλαμάκι, σούρουπο, τα φώτα της Αίγινας. Η ζωή στο Βερολίνο, ένα μακροβούτι κάθε βράδυ, σε άγνωστο, κρύο, σκοτεινό ποτάμι. Για να επιζήσεις εκεί, έπρεπε να κάνεις σύντομα (ει δυνατόν και μέσα στην εβδομάδα από την άφιξή σου), την πρώτη σοβαρή συζήτηση με τον εαυτό σου. Αν δεν την είχες κάνει ήδη, έπρεπε επειγόντως να κάνεις αυτή την άγρια συζήτηση γνωριμίας. Τα βασικά. Τι; Πώς; Γιατί; Χωρίς αυτή τη μετάλλαξη-προσαρμογή, έφευγες πάνω στον ενάμιση μήνα, έντρομος. Πάντως για μένα, ήταν υπέροχα. Ομως, από όλα, περισσότερο βάραινε ο βαθύς καθημερινός νόστος της μητρικής γλώσσας μας. Γι' αυτή γυρίσαμε πίσω. Θέλαμε να γυρίσουμε σ' αυτήν, την πατρίδα της γλώσσας μας. Τον Σεπτέμβριο του 1982, «Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας», «Μια βραδιά στο Λούκι», τα μάτια του Μ. Χατζιδάκι και τελικά, ξαφνικά μετά από τρία χρόνια, τα «Ζεστά Ποτά» και τα υπόλοιπα τα ξέρετε...

@ Ακούω ένα τραγούδι σας στο οποίο απευθύνεστε σε κάποιον που «αν είναι θεός». Θα θέλατε να είναι; Σε ποιον θεό πιστεύετε;

ΠΑΝΟΣ: Οσο για το θεό του τραγουδιού μας, αυτός ο θεός είναι ο Χριστός. Αν το ανθρώπινο είδος είχε βαδίσει στον δρόμο που έδειξε αυτός, σήμερα η ανθρωπότητα θα ζούσε στο 7ο επίπεδο συνείδησης και ο πλανήτης μας θα ήταν ο Παράδεισος. Δεν θα χρειάζονταν ούτε οι επαναστάσεις, ούτε ο Μαρξ, ούτε ο Λένιν. Ομως υπερισχύσανε ουσιαστικά «του δαίμονα τα κτήνη», όπως λέει και το τραγούδι, και ειδικά ο Μαμωνάς, ο δαίμονας -χρήμα. Ιδεαλιστικές μαλακίες, θα μου πεις. Το ξέρω. Τα ίδια λέει και το «Imagine», αλλά με άλλα λόγια. Δεν βαριέσαι.

@ Δείξτε μου, αν θέλετε, από πού ήρθατε και κατατοπίστε με, αν μπορείτε, προς τα πού θα πάτε τώρα, να 'ρθω να σας βρω.

ΧΑΡΗΣ: Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω; Δεν έχω ιδέα από πού έρχομαι, κι ακόμα περισσότερο δεν έχω ιδέα πού θα πάω. Ελα, όμως.

@ Ευχαριστώ πολύ. Θα 'ρθω.

ΧΑΡΗΣ και ΠΑΝΟΣ: Παρακαλούμε. Θα σε περιμένουμε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική