Έντυπη Έκδοση

Δύο βιβλία για τον Αντόνιο Ταμπούκι

Η επιστροφή του ταξιδιώτη

Antonio Tabucchi

Ταξίδια και άλλα ταξίδια

μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αγρα, σ. 307, ευρώ 20,50

Ενας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κι εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (...), από το ποιοι είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ' εκείνον τον τόπο. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνει κανείς με τον χρόνο, ταξιδεύοντας, γράφει ο Ταμπούκι (Οι δικές μου Αζόρες, σ. 208), εκφράζοντας το πνεύμα των ταξιδιωτικών του κειμένων - λεκτικών βλεμμάτων στο Κιότο, τη Νέα Υόρκη, τα Χανιά, τη Μελβούρνη, το Μπουένος Αϊρες, τη Γένοβα, το Κάιρο, τα Καρπάθια, τη χώρα των Βάσκων, την Αμαζονία και αλλού. Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδεμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους.

Η Ινδία, για παράδειγμα, υπήρξε το κατεξοχήν «άλλο» μέρος, εκφραστής μιας Ανατολής αντιτιθέμενης σε μια αποικιοκρατική, πολεμοχαρή και βαθιά κουρασμένη Δύση. Πέρα από την ανικανότητα του Κίπλινγκ να την καταλάβει ή το ψυχρό συμπέρασμα του Φόρστερ (που στο Πέρασμα στην Ινδία την αντιμετώπισε ως μεταφορά της οικουμενικής ασυνεννοησίας ανάμεσα στους αποίκους, τους αποικούμενους και τους ίδιους τους εαυτούς τους), ο Ρολάν έψαχνε την ανοχή και τη μεγάλη οικουμενική σύμπνοια, ο Μαλρό τον Ανθρωπο και την αίσθηση της ύπαρξης, ο Εσε ένα Απόλυτο Απρόσωπο. Μόνον ο Παζολίνι την είδε, όχι με τα μάτια της Δύσης, αλλά ουσιαστικά, με τις αισθήσεις, αντιλαμβανόμενος πως εκείνη μας παρασύρει σε κυκλικό ταξίδι, στο τέλος του οποίου βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στον εαυτό μας (Πολλές απόψεις για την Ινδία).

«Το σύνδρομο του Σταντάλ», βέβαια, απειλεί με μια «σύγκρουση» αισθητικής φύσης κάθε ταξιδιώτη των πόλεων τέχνης. Καθώς «ο σύγχρονος τουρίστας δεν είναι πια ο επισκέπτης που παραμένει πιστός στις αρχές της εμβρίθειας και της θεωρητικής κάλυψης, αλλά είναι το σύμβολο μιας φευγαλέας γνώσης», στο ταξίδι, όπου όλα είναι προβλεπόμενα, οργανωμένα και ακίνδυνα, πάντα παραμονεύει η δυνατότητα μιας εσωτερικής περιπέτειας, συχνά ως απώλεια της αίσθησης μιας προσωπικής ταυτότητας. Γιατί οι εθισμένοι στην ασχήμια του κόσμου και στην τηλεοπτική οθόνη πάντα μπορούμε να αρρωστήσουμε από την ομορφιά.

«Το αντίθετο σύνδρομο» προκαλεί εντονότερη δυσφορία, διαφορετικής φύσεως. Στην Ιερουσαλήμ π.χ., όπου μια μακριά λίστα θρησκειών και δογμάτων εναλλάσσονται με βάση ένα σκληρό ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα προς τιμήν του Θεού, του οποίου εμφανίζονται ως μόνοι αληθινοί ερμηνευτές, είναι φυσικό ο επισκέπτης να πιστέψει ότι υπάρχουν τρεις ξεχωριστοί θεοί - γέροι καβγατζήδες, που δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, σαν τις χήρες του ίδιου μακαρίτη, το πνεύμα του οποίου, αν πράγματι υπήρξε, έχει στο μεταξύ μετακομίσει, αφήνοντας ένα κενό που γεμίζουν οι οπαδοί του, εκφράζοντας μονάχα τον εαυτό τους και προστατεύοντας το Τίποτα.

Λ. Σ.

Αντόνιο Ταμπούκι

Νυχτερινό στην Ινδία

μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης

εκδόσεις Αγρα, σ. 137, ευρώ 12,50

Στους τόπους όπου η πραγματικότητα συνθλίβει και το μέλλον αποκαρδιώνει, η μνήμη, ο αθεϊσμός και η γνώση περιγράφονται σαν τις μεγαλύτερες κατάρες. Η θλιβερή πραγματικότητα επιτάσσει την εξαγνιστική λειτουργία της θολής μνήμης, της «μεγαλύτερης πλαστογράφου», εκείνης που φιλτράρει καθετί ένοχο και θλιβερό.

Γνωστός λάτρης των ταξιδιών και του Φερνάντο Πεσόα, ο Αντόνιο Ταμπούκι θα συνθέσει το Νυχτερινό στην Ινδία το 1984, το οποίο και παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις αντιπροσωπευτικότερες δημιουργίες του.

Ο γεννημένος στην Πίζα, το 1943, ιταλός πεζογράφος θα ξετυλίξει το χρονικό ενός ταξιδιού, όπου τα ψυχαναλυτικά πρότυπα μεταστοιχειώνονται σε φιλοσοφική αναζήτηση και κοινωνική κριτική.

Ο πρωταγωνιστής Ξαβιέρ, αναζητώντας ένα χαμένο φιλικό πρόσωπο, ιχνηλατεί τους δρόμους της μακρινής Ανατολής και έρχεται αντιμέτωπος με άγνωστους τόπους και πρόσωπα, η αμυδρή θύμηση των οποίων δεν ξεκαθαρίζεται αν αποτελεί αποκύημα φαντασίας ή ενός ξεθωριασμένου παρελθόντος. Το ταξίδι μοιάζει να έχει επαναληφθεί, και ανακαλούμενο στη μνήμη του πρωταγωνιστή, φαντάζει σαν ένας ήδη εξαϋλωμένος αστερισμός, που διατηρεί από απόσταση εκατομμυρίων μιλίων μια ψευδαίσθηση λάμψης και ύπαρξης.

Η απόκοσμη ατμόσφαιρα της Ινδίας εισχωρεί στα ρεαλιστικά πρότυπα της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ενώ η έντονη τοπιογραφία φέρει εντός της την αινιγματική φιγούρα του ταξιδιώτη, που μετεωρίζεται από ένα απροσδιόριστο παρελθόν, στοιχεία που συνθέτουν μια αύρα κοσμοπολιτισμού και μυστηρίου.

Η πλοκή αποδεικνύεται στην εξέλιξή της προσχηματική, και από αγωνιώδης αναζήτηση μετατρέπεται σε μια αμιγώς συμβολική πορεία.

Ο Ξαβιέρ, ανακαλώντας την προσωπική του μνήμη, καταβυθίζεται στον ίδιο του τον ψυχισμό και την αναψηλάφηση της χαμένης του ταυτότητας, ενώ τα θραύσματα των αναμνήσεών του συσκοτίζουν περαιτέρω το παρελθόν και τα ατομικά του χαρακτηριστικά. Η επτασφράγιστη βαλίτσα του, το εμβληματικό αντικείμενο κάθε περιηγητή, συνιστά έναν συμβολισμό με το ανθρώπινο σώμα, που «κρύβει την πραγματικότητά μας, διογκώνεται στο φως ή στη σκιά μας».

Ο αναγνώστης, αγνοώντας τα εσωτερικά κίνητρα και τις μύχιες σκέψεις τού κεντρικού ήρωα, γίνεται μάρτυρας της εξωτερικής πραγματικότητας, καθώς η εσωτερικότητα αποτελεί τον τερματικό σταθμό αυτής της περιπλάνησης. Ο πρωταγωνιστής αναιρεί τον σκοπό του ταξιδιού του, και από τα ίχνη ενός χαμένου προσώπου περνά στην αναζήτηση μιας αρχαίας βιβλιοθήκης στα βάθη της Ανατολής.

Το ταξίδι του αποσκοπεί ουσιαστικά στην εύρεση του νοήματος της ζωής, που ξεκινά με ψυχαναλυτικά πρότυπα (την εύρεση του φιλικού προσώπου, που αποτελεί ουσιαστικά την αναζήτηση της χαμένης του ταυτότητας) και συνεχίζεται με φιλοσοφική και θεοσοφική διάθεση (την εύρεση της γνώσης, που συμβολίζεται από την άφιξή του στην αρχαία βιβλιοθήκη). Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού δεν εκτρέπει τον πρωταγωνιστή από την πορεία του αλλά περιγράφεται σαν μια προγραμματισμένη μετάβαση, γεγονός που θέτει την αυτογνωσία ως βασική προϋπόθεση της γνώσης.

Οι στίχοι του Φερνάντο Πεσόα, που παρατίθενται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, ταυτόχρονα με τη λατρεία του Ταμπούκι για τον πορτογάλο ποιητή, προμηνύουν την κατάληξη του ταξιδιού και τη ματαιοπονία του περιηγητή.

Τυφλή η γνώση οργώνει το άχρηστο χώμα

τρελή η πίστη ζει της λατρείας της το όνειρο

ένας νέος θεός είναι μόνο μία έκφραση, και αυτό είναι όλο,

μην ερευνάς μην εμπιστεύεσαι, όλα είναι ένα άλυτο αίνιγμα.

Η αναζήτηση της αρχαίας βιβλιοθήκης παραπέμπει σ' έναν από τους πλέον αγαπητούς τόπους της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας, όπου η σημειολογία και η διακειμενικότητα εκφράζουν εμμέσως τον κορεσμό των θεωρητικών επιστημών. Υπαινισσόμενοι ότι καμία θεωρία δεν είναι πλέον πρωτότυπη και καμία εμπειρία πρωτόγνωρη, οι μεταμοντερνιστές τοποθετούν τους κεντρικούς τους ήρωες σε μια κατάσταση αέναης επιστροφής.

Σε αντίθεση με τον Ουμπέρτο Εκο, που θεωρεί ότι ο ρόλος του διανοουμένου έγκειται στη συστηματοποίηση της γνώσης, ο Αντόνιο Ταμπούκι προβάλλει το χρέος των διανοουμένων να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και να λαμβάνουν θέση στις μεγάλες κοινωνικές εξελίξεις (βλ. Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα).

Η σχετικότητα του χωροχρόνου, που εκφράστηκε διεξοδικά από τους πατριάρχες του μοντερνισμού Μαρσέλ Προυστ και Τζέιμς Τζόις, επαναπροσδιορίζεται την περίοδο του «μεταμοντέρνου» και συνδέεται με την τηλεοπτική και τεχνολογική πραγματικότητα, που ταυτίζεται με την παρωδία ενός βιωμένου γεγονότος.

Συγκεκριμένα, η σχετικότητα της «φωτογραφικής μνήμης» και της ανθρώπινης σκέψης δημιουργεί έναν συσχετισμό με την υποκειμενικότητα και την παραπληροφόρηση της σύγχρονης -τηλεοπτικής κυρίως- εικόνας. Ο Ταμπούκι μοιάζει να υπαινίσσεται ότι τη στιγμή που μια εικόνα εκφράζει χίλιες λέξεις, αποκρύπτει ταυτόχρονα χιλιάδες άλλες.

Η άλλοτε πρωτόγνωρη εμπειρία ενός ταξιδιού περιγράφεται από τους μεταμοντερνιστές συγγραφείς σαν μια μακρινή ανάμνηση, καθώς τα τηλεοπτικά και διαδικτυακά μέσα βομβαρδίζουν καθημερινά με εικόνες άγνωστων τόπων.

Ενδεικτική είναι η σκηνή στο παρόν έργο, όπου ο ανώνυμος αμερικανός ήρωας εγκαταλείπει την πόλη του και καταφεύγει στην Ινδία, όταν βλέπει την εικόνα της θάλασσας ζωγραφισμένη σ' έναν τοίχο, καθώς συνειδητοποιεί ότι το αστικό περιβάλλον εξυπηρετεί το ψευδές βίωμα και την εικονική πραγματικότητα.

Το ταξίδι εκλαμβάνεται σαν μια διασκευασμένη επανάληψη και εντείνει την κρίση ταυτότητας του πρωταγωνιστή. Στα μεταγενέστερα έργα του ιταλού πεζογράφου αυτή η παρωδία βιωμένου γεγονότος -η εικονική δηλαδή πραγματικότητα των τηλεοπτικών μέσων- θα λειτουργήσει ως κύριος μηχανισμός των κέντρων εξουσίας.

Οι πρωταγωνιστές του Ταμπούκι θα γίνουν έρμαια της παραπληροφόρησης (βλ. Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα), απ' όπου θα προκύψει και η προσωπική τους εθελοτυφλία, η απώλεια ταυτότητας και συνείδησης (βλ. Η γραμμή του ορίζοντα).

Οι συναντήσεις του Ξαβιέρ δεν προμηνύουν την περαιτέρω ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων αλλά δημιουργούν στον αναγνώστη τη βεβαιότητα μιας πρόσκαιρης και φευγαλέας επαφής. Ομοια με το Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα και το Μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας, οι συναντήσεις των προσώπων υπακούουν στις συμβάσεις της αστικής κουλτούρας, που διασπά κοινότητες με κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες και προωθεί σχέσεις ασθματικής κατανάλωσης.

Το Νυχτερινό στην Ινδία ξεχωρίζει στη βιβλιογραφία του ιταλού πεζογράφου καθώς εμπερικλείει έκδηλα ή υπαινικτικά σημαντικό μέρος από την προβληματική των επόμενων έργων του, ενώ αξίζει να σημειωθεί και η αρτιότητα της μετάφρασης από τον Ανταίο Χρυσοστομίδη.

Η ονειρική αίσθηση του λογοτεχνικού κειμένου λειτουργεί προς επίρρωσιν της πραγματικότητας, και εστιάζοντας στην απολύτρωση και την αυτογνωσία, απομακρύνει τα μολυσματικά στοιχεία της μαζικής κουλτούρας.

Γ.Ε.Σ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου