Έντυπη Έκδοση

Ποιοι είναι αυτοί;

Ποιοι είναι αυτοί που αφού σκορπίσουν θάνατο απαθανατίζονται χαμογελαστοί; Σε ποιον απευθύνουν τούτο το χαμένο βλέμμα; Στον δεσμώτη, στον κατήγορο, στον Θεό τον ίδιο; Ολοι, στιγμές στιγμές, καμωνόμαστε πως είμαστε τούτοι οι τρεις, ταυτόχρονα.

Αν αφαιρέσεις με τη φαντασία τη σάρκα, θα δεις τη χαμογελαστή νεκροκεφαλή, μοιάζουν τα πρόσωπά τους σαν να μιμούνται τον θάνατο σε κάποιες μακάβριες παραστάσεις του Μεσαίωνα, ντυμένοι τη σάρκα όμως διαβαίνουν το απόλυτο όριο και εγκαθίστανται στο αδιανόητο. Μοιάζουν σαν να κοροϊδεύουν το σοκ σου, αλλά και σαν να λοιδορούν την υποκρισία σου, την οποία τρέφει μια διόλου αθώα, καθώς στο βάθος είναι προσποιητή, άγνοια. Τι εξέθρεψε τούτο το μίσος; Μήπως όπου πυροβολούν βλέπουν ομοιώματα του εαυτού τους, μήπως η πράξη τους είναι μια σιχασιά που δεν βολεύτηκε στη σιωπή της αυτοκαταστροφής; Κάποτε, κάποιος ισχυρίστηκε πως η απόλυτη καλλιτεχνική πράξη είναι ν' αρχίσεις να πυροβολείς αδιακρίτως εναντίον του πλήθους, ρήση που φέρνει στο νου, εικάζοντας πως η βαθύτερη επιθυμία και των δύο συγγενεύει, την παραίνεση κάποιου άλλου, δυστυχισμένου αυτού, ανθρώπου, ο οποίος ευχήθηκε ένας τουλάχιστον μέσα στους τόσους να πέθαινε από αηδία, πως αν συνέβαινε αυτό, θα υπήρχε μια κάποια ελπίδα. Αν τουλάχιστον ένας άνθρωπος έδειχνε ότι νοιάζεται..., καθώς το να στρέψεις σήμερα το όπλο σου εναντίον του πλήθους, όπως ακούμε συχνά να συμβαίνει σε σχολεία ανά την υφήλιο ή κι εναντίον κάποιου πολιτικού, αφού αυτοί ενσαρκώνουν θα 'λεγες σήμερα την απογοήτευση, δείχνει, δυστυχώς, ανθρώπους που, όσο πλανημένοι κι αν είναι, νοιάζονται. Ζούμε σε κοινωνία που δεν τη συγκινεί η καρτερία του θύματος, που δεν στοχάζεται πάνω στην αποτυχία, ούτε καν μέσα στην τέχνη της πια (τουλάχιστον όσο παλιά), τα παιδιά της παίζουν παιχνίδια όπου η επιτυχία σημαίνει όλεθρο, όπου η ανθρώπινη ζωή έχει γίνει αριθμός, νούμερα που αθροίζονται αφαιρώντας εικονικές ζωές για να φτάσεις σε κάποιον στόχο. Είναι πολύ βολικό να τα φορτώσεις όλα στον στραβό ψυχισμό, εξορίζοντας κάθε λογική και τη γενεαλογία της βίας, να εξατομικεύεις τον κοινωνικό παραλογισμό. Αραγε γιατί είμαστε τόσο επιλήσμονες; Υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που επιλέγουν αυτό τον τρόπο για να αποκτήσουν μια ταυτότητα, για να τους προσέξουν, έστω κι αν συγκεντρώσουν εντελώς αρνητικά συναισθήματα πάνω τους, το μεγάλωμα σε μια κοινωνία που δεν μετρά την αξία της ζωής, γιατί τη ζυγίζει με τη ζυγαριά της στυγνής ωφέλειας, άλλους τους λυγίζει, μυριάδες αυτοί, κι άλλους τους εξεγείρει. Τα παιδιά μας παίζουν παιχνίδια θανάτου, πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να διαχωρίσει το φανταστικό από το πραγματικό, σηκώνονται τις νύχτες και υπνοβατώντας θρηνούν, οι εχθροί έρχονται καταπάνω τους, πόση σήψη συναντούν μέσα στο φως της μέρας, με πόση σήψη θρέφονται, πόσοι εχθροί, πραγματικοί αυτοί, είναι φορείς νεκρών και σάπιων αξιών και τρέχουν να τα καθησυχάσουν τα βράδια. Υπάρχει ένας πίνακας του Ιερώνυμου Μπος που λέγεται Ο Χριστός κουβαλάει τον Σταυρό. Ποιος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στις απαίσιες όψεις που πλαισιώνουν αυτόν που πρόκειται να σταυρωθεί, μήπως σ' όλους αυτούς, σ' όλους εμάς, χαμογελούν τα νιάτα που σκορπάνε θάνατο, μήπως πρέπει να επανεξετάσουμε αυτό το βλέμμα, το πιο μοναχικό; Στον πίνακα του Μπος ο Χριστός κοιτά χαμηλά, κοιτά χαμηλά γιατί ξέρει, ξέρει πως δεν υπάρχει βλέμμα που θα τον λυπηθεί πραγματικά, η λύπησή μας είναι κουλή, οι νέοι αυτοί, όμως, συνεχίζουν να μας κοιτούν, γιατί είναι ακόμη άνθρωποι. Η λησμοσύνη κατακαίει κάθε βλέμμα μας. Ο λυσσασμένος αέρας που σείει ένα μοναχικό δέντρο δεν είναι η απόδειξη ότι αυτό ζει, ζούσε και πριν, όμως κανένα βλέμμα δεν σταμάτησε πάνω του, ας το κοιτάξουμε λοιπόν, γιατί ο αέρας δεν σταματά και το δέντρο όλο σκορπάει τους σπόρους του και το χώμα είναι πιο εύφορο παρά ποτέ, γιατί το αίμα, εικονικό ή πραγματικό, ρέει ασταμάτητα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία