Έντυπη Έκδοση

Δυσανεξία στη λακτόζη και διατροφή

Η λακτόζη είναι ένας από τους υδατάνθρακες (δισακχαρίτης) που περιέχονται στο γάλα και μάλιστα προσδίδει στο γάλα τη γλυκιά του γεύση. Ο όρος «δυσανεξία στη λακτόζη» αναφέρεται στην ανικανότητα του οργανισμού να διασπάσει τη λακτόζη σε γλυκόζη και γαλακτόζη στον γαστρεντερικό σωλήνα, ώστε να μπορέσουν να απορροφηθούν εύκολα από το αίμα. Αυτή η ανικανότητα προκύπτει από την έλλειψη (πλήρη ή μερική) του ενζύμου λακτάση. Το αποτέλεσμα είναι να εισέρχεται η λακτόζη στο παχύ έντερο, όπου και υφίσταται διάφορες μεταβολές από τα μικρόβια του εντέρου, με αποτέλεσμα την παραγωγή διαφόρων συμπτωμάτων.

Περίπου το 10% του πληθυσμού έχει εκ γενετής μερική ή ολική έλλειψη του ενζύμου λακτάση, κατά κύριο λόγο όμως η ανεπάρκεια της λακτάσης εμφανίζεται κυρίως μετά την ηλικία των 3 ετών και συνήθως διατηρείται σε όλη τη ζωή του ατόμου. Η δυσανεξία στη λακτόζη κρίνεται πολύ σημαντική στην ηλικία του ενός έτους, αφού αποτελεί την πιο σημαντική πηγή ενέργειας για τα παιδιά, καθώς περίπου το 50% των ημερήσιων θερμιδικών αναγκών προέρχεται από τη λακτόζη.

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στα παρουσιαζόμενα συμπτώματα, όπως ναυτία, αίσθημα κορεσμού (φούσκωμα), κοιλιακός πόνος, κάψιμο στο στομάχι, γουργούρισμα εντέρων, αέρια, ακόμη και διάρροια. Η διάγνωση δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στα συμπτώματα, γιατί η διάρροια, ο κοιλιακός πόνος και ο εμετός παρατηρούνται και σε άλλες περιπτώσεις.

Η θεραπεία περιλαμβάνει τον περιορισμό της λακτόζης στη δίαιτα και την υποκατάστασή της από εναλλακτικές πηγές, ώστε να μην υπάρχουν ελλείψεις σε ασβέστιο (τρόφιμα πλούσια σε ασβέστιο είναι το μπρόκολο, το σπανάκι, η ρόκα, ψάρια με μικρά κόκαλα, όπως σαρδέλα, σολομός, ξηροί καρποί όπως αμύγδαλα και καρύδια κ.ά.).

Η ανάγκη βέβαια για διαιτητικό περιορισμό εξαρτάται από τον βαθμό ανεπάρκειας της λακτάσης. Οι ενήλικοι μπορούν να ξεκινήσουν με μια δίαιτα ελεύθερη λακτόζης μέχρι να εξαλειφθούν τα συμπτώματά τους και σταδιακά να προσπαθήσουν να την επανεντάξουν στη διατροφή τους μέχρι να εντοπίσουν την ποσότητα εκείνη στην οποία δεν έχουν συμπτώματα.

Στο εμπόριο κυκλοφορούν προϊόντα χαμηλής περιεκτικότητας σε λακτόζη, τα οποία μπορούν να καταναλωθούν από τα άτομα με δυσανεξία. Επίσης, τα άτομα αυτά μπορούν να καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα που έχουν υποστεί ζύμωση, όπως το γιαούρτι, τα τυριά και το κεφίρ. Τέλος, μπορούν να χρησιμοποιήσουν στο διαιτολόγιό τους γάλα και τυρί σόγιας.

Νέο «όπλο» κατά της δυσανεξίας στη λακτόζη

Ενα νέο «όπλο» κατά της δυσανεξίας στη λακτόζη διατείθεται στα φαρμακεία.

Πρόκειται για το ένζυμο λακτάση σε σταγόνες, οι οποίες έχουν την ιδιότητα κατά την προσθήκη τους στο γάλα να μειώνουν ή και να αφαιρούν εντελώς τη λακτόζη που περιέχει αυτό, κατά τη βούληση του καταναλωτή.

Το προϊόν δίνει τη δυνατότητα στους έχοντες δυσανεξία στη λακτόζη, μικρή ή μεγάλη, να διασπούν με τρόπο φυσικό τη λακτόζη που περιέχεται στο γάλα πριν από την κατανάλωση αυτού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ανθρώπινος οργανισμός χρησιμοποιεί το ίδιο ακριβώς ένζυμο για να διασπά τη λακτόζη που λαμβάνει από τις τροφές. Η παραγωγή όμως του ενζύμου από τον οργανισμό, φθήνει καθώς μεγαλώνουμε, ενώ κάποιες φορές μπορεί να συνηγορούν και παθολογικά αίτια για τη μειωμένη παραγωγή του.

Η μέθοδος αντιμετώπισης της δυσανεξίας στη λακτόζη με τη χρήση των σταγόνων καθιστά το γάλα, το οποίο αποτελεί την βασική πηγή ασβεστίου, εύπεπτο και ανεκτό από τον οργανισμό, εξαλείφοντας τις αρνητικές συνέπειες που σχετίζονται με τη δυσανεξία στη λακτόζη.

Εκτιμάται ότι στη χώρα μας περίπου το 70% των ενηλίκων έχει δυσανεξία στη λακτόζη, μεγάλο μέρος εκ του οποίου δεν το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να υποφέρει από τα συμπτώματα που σχετίζονται με αυτή, όπως είναι μεταξύ άλλων, διάρροιες, πόνοι στην κοιλιακή χώρα και κράμπες.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Επιστήμη & Τεχνολογία
Με λέξεις-κλειδιά
Κλάδος τροφίμων και ποτών