Έντυπη Έκδοση

Οι κοινοί θνητοί και μια ηρωίδα

Παλίμψηστη αίσθηση

Annie Ernaux

Τα χρόνια

μτφρ.: Πίτα Κολαΐτη

εκδόσεις Πάπυρος, σ. 285, ευρώ 16

Η Ανί Ερνό είναι μια ιδιότυπη, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, συγγραφέας, με την έννοια ότι από το πρώτο της μυθιστόρημα, το 1974, μέχρι το τελευταίο, 2008, έχει διαμορφώσει μια δική της γραφή, συγγενή με την αυτοβιογραφία. Τα χρόνια διατρέχουν χρονικά το διάστημα της ζωής της, αλλά ο επεξεργασμένος λόγος και η γνώση αφηγηματικών τρόπων και μεθόδων περιπλέκουν την κατάταξη του έργου. Πρόκειται για ένα μεικτό είδος, μεταξύ βιογραφίας και μυθιστορήματος, ωστόσο το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος ήταν πάντα πολύ ανεκτικό στη συμπερίληψη υβριδίων.

Το κύριο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι οι παρατακτικές προτάσεις, που, ενώ είναι φαινομενικά ασύνδετες, αρκούν για να χαρακτηρίσουν ολόκληρες εποχές. Ο χρόνος είναι καθορισμένος· η ιστορία ξεκινά μεταπολεμικά, ήτοι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που για τους Γάλλους υπήρξε λιγότερο ένδοξος αλλά και τρομακτικός από τον Α'. Πρόκειται για την αφήγηση της ζωής μιας νεαρής -τότε- κοπέλας και την παρακολούθηση αυτής της ζωής μέχρι τις μέρες μας. Η ύπαρξη ενός πρωταγωνιστικού προσώπου στην ιστορία αποτυπώνεται από την περιγραφή διαφόρων φωτογραφιών της κοπέλας- ενήλικης-ώριμης γυναίκας- ηλικιωμένης, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ενδιαμέσως παρακολουθούμε όλα εκείνα τα γεγονότα της «ανθρωποβοής», δηλαδή της συλλογικής ιστορίας της Γαλλίας των τελευταίων 60-70 χρόνων που αντιστοιχούν στην ηλικία τής πρωταγωνίστριας/συγγραφέως.

Στην αρχή, μέχρι ο αναγνώστης να ξεκλειδώσει τα μυστικά του αφηγηματικού τρόπου, ο ελεγειακός τόνος τον παρασύρει σε σκέψεις για τα «παλιά καλά χρόνια». Παρ' όλες όμως τις πολύ συγκεκριμένες αναφορές στις διαφορές μεταξύ επαρχίας-πόλεων, αγροτικών και αστικών οικογενειών, την παιδική θνησιμότητα και τη φτώχεια, η εναλλαγή προσώπων (πρώτου ενικού και πρώτου πληθυντικού, τρίτου ενικού στις φωτογραφίες) ποικίλλει την αφήγηση και η έξαψη της οπτικής γωνίας της νεότητας της προσδίδει ένταση και παλμό.

Στα χωριά της εποχής η θρησκεία αποτελεί ακόμη το επίσημο πλαίσιο της ζωής και τον ρυθμιστή του χρόνου. Στο bildungsroman ωστόσο των αρχικών σελίδων η ηρωίδα επιθυμεί πάνω απ' όλα να πάει στην πόλη. Χρόνια αργότερα, η συγγραφέας/ αφηγήτρια τρομάζει που η μνήμη συγκρατεί με την ίδια βαρύτητα γεγονότα που δεν έχουν το ίδιο βάρος, όπως π.χ. ένας λεκές στο σεντόνι και η εξέγερση στην Αλγερία. Ηδη όμως από εκείνα τα άγουρα χρόνια αποκτά προτίμηση στη γραφή που δίνει νόημα ή ερμηνεύει τον κόσμο.

Μια και η ηρωίδα/αφηγήτρια/συγγραφέας ανήκει στο γυναικείο φύλο, βιώνει έντονα τις αλλαγές που σημειώνονται σε σχέση με το σεξ, τις εκτρώσεις, το χάπι. Η ειρωνεία και η αυτο-ειρωνεία, που είναι διάχυτες σε όλο το βιβλίο, βρίσκουν την κορύφωσή τους στη φράση «γάμος, παιδί και ολοκλήρωση με TV», κάτι που ισχύει και για την ίδια. Η εποχή του άκρατου καταναλωτισμού έχει ξεκινήσει και η διαφήμιση είναι πλέον «ο πολιτιστικός ινστρούχτορας της κοινωνίας». Ο Μάης του '68 περιγράφεται ως «μια απέραντη και αόριστη επιθυμία για δημιουργία», αλλά ο παρεπόμενος εφησυχασμός τη θλίβει· παράλληλα η αφηγήτρια προβληματίζεται για την εξέλιξη της πρωταγωνίστριας/κοπέλας της φωτογραφίας. Η νέα δεκαετία φέρνει τον Μιτεράν στην εξουσία (ο Ελληνας αναγνώστης δεν μπορεί να αποφύγει τις αναλογίες), την απόκτηση ακίνητης περιουσίας, τις διακοπές στην Ισπανία, τα διαζύγια (και της ηρωίδας). Για τα χρόνια που ακολουθούν η συγγραφέας παρατηρεί εύστοχα: «Το κράτος απομακρύνεται από τους πολίτες αλλά βρίσκεται κοντά στα ΜΜΕ». Φυσική συνέπεια όλων αυτών, η κρίση -εκείνης της εποχής- και το αντίδοτό της -ηχεί και πάλι οικείο-, η επιχειρηματικότητα.

Οι κοινοί θνητοί και μαζί τους η ηρωίδα δεν έχουν πια οράματα ή στόχους. Η αυτοαναφορικότητα είναι συχνή, ιδιαίτερα όταν οι πολλαπλές εικόνες του εαυτού καταλήγουν στην ιδιότυπη ύπαρξη της ηρωίδας που παρασύρεται από την πορεία της γενιάς της. Η αμηχανία της δεκαετίας του '90 καταδεικνύει πως η κοινωνική πραγματικότητα είναι ένας ψίθυρος· τα πάντα δείχνουν ταγμένα στα εμπορικά κέντρα, στη διαφήμιση, στις νέες τεχνολογίες και στο χρήμα. Στην κοινωνία της μετανάστευσης ακόμη και οι απόκληροι επιζητούν πρώτα απ' όλα την απόκτηση αγαθών. Η άνοδος του φιλελευθερισμού με συνθήματα για τις αγορές και την προστασία των καταναλωτών συνιστά τη νέα πολιτική άποψη. Το συναίσθημα του φόβου ενισχύεται μετά την 11η Σεπτεμβρίου, σε βαθμό που καταργεί όλες τις προηγούμενες ημερομηνίες και μας κάνει να επωμισθούμε τον φόβο των Αμερικανών. Ετσι φτάνουμε στο σημείο να ζούμε όλοι σε «μια ήπια και γεμάτη ευτυχία δικτατορία», μια και «οτιδήποτε υπάρχει είναι ικανό να γεννά επ' αόριστον εμπορεύματα».

Στις τελευταίες σελίδες η συγγραφέας ταυτοποιείται με τη γυναίκα των φωτογραφιών και επιχειρεί να μας εξηγήσει τον τρόπο συγγραφής του βιβλίου. Η συνείδησή της, μας εξηγεί, καταλαμβάνεται από ένα είδος συλλογικής αίσθησης που καθόρισε τη γραφή της. «Ηθελε να περισώσει», δηλώνει, και κλείνει κυκλικά το μυθιστόρημα με την παράθεση κάποιων ακόμη προσφιλών της εικόνων. Ενδιαμέσως, με τη βοήθεια της καλής μετάφρασης, μας έχει προσφέρει μια σημαντική αποτύπωση του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα στη Γαλλία, και έχει κατορθώσει να παρασύρει τον Ελληνα αναγνώστη σε μια σύγκριση με κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της δικής του ζωής. Η συγγραφική ματιά και η αίσθηση ηρεμίας που αποπνέει η αφήγηση δεν μπορούν να κρύψουν τη βαθιά πολιτική σκέψη της συγγραφέως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου