Έντυπη Έκδοση

Σκιές και άνθρωποι στην πόλη της Παλλάδος Αθηνάς

Εικόνες της Αθήνας τώρα

Μερικοί μετανάστες βεβαίως και υποσιτίζονται. Τους βλέπω στο κέντρο της Αθήνας να περπατάνε ανάμεσα στον κόσμο, σαν σκιές δίχως ιδιοκτήτη. Κυρίως άνθρωποι που έφτασαν στη χώρα την περίοδο της γενικευμένης παρακμής και της οικονομικής κρίσης.

Με βήμα μετέωρο μεταξύ σταθερότητας και κατάρρευσης αιωρούνται στον κρύο αέρα των παγωμένων ανέμων. Ο καύσωνας του καλοκαιριού φιλτράρεται στο τρομερό ανάβλεμμα των κατοίκων της πόλης και όταν φτάνει στους ξένους, έχει εξαλλαχθεί σε ψύχος και σε βόλι που συντρίβει τους ελεήμονες (ξένους και Ελληνες). Αυτές οι σκιές απαγκιάζουν σε κάτι έρημες γωνιές. Οι άνθρωποι έχουν τις γωνιές των σκιών για πτυελοδοχεία και ουρητήρια. Αν στρέψει κανείς το ακριβό του βλέμμα προς αυτές, θα δει τις σκιές, τις ασκεπείς και τις ζητιάνες, με τη στωικότητα απλωμένη στα μάτια τους, αδύναμες, παρενδυτικές κρεμάστρες, με το χέρι αναπεπταμένο και χαμένο στο φαρδύ ρούχο, να ζητάνε τον οβολό του κανένα. Καμιά φορά με πρόφαση την ελεημοσύνη επιζητούν το χαμόγελο που θα τις αγκαλιάσει, έναν απλό χαιρετισμό για να αντιγυρίσουν στον άλλο το πιο γενναιόδωρο χαμόγελό τους. Με μια απλή κίνηση μπορούνε οι άνθρωποι να δουν τις σκιές να μεταμορφώνονται σε όμορφους άλλους ανθρώπους. Τόσο ανέξοδα και τόσο απλά.

Υπάρχει κάτι μαγικό στο καφέ των εκδόσεων του Σάμη Γαβριηλίδη. Μοιάζει να είναι φτιαγμένο σε μια ετεροτοπία, ιδανικό μέρος για ομαδική ονειρόποληση και όμορφους στοχασμούς. Είναι φτιαγμένο με τα πιο όμορφα υλικά, περιτριγυρισμένο από παλιές εγκαταλειμμένες διώροφες πολυκατοικίες. Παράθυρα χάσκουν ανοιχτά και σκοτεινά δωμάτια απλώνουν τις σκιές τους προς τα έξω. Οι παλιές αυτές πολυκατοικίες φτιάχνουν έναν λαβύρινθο υποβλητικό και μυστήριο. Είναι μια φωτεινή παρακμή στην αυλή τού καφέ. Μια ερήμωση των γύρω κτηρίων, που ενσταλάζει στον παρατηρητή τους τη δημιουργική διάθεση για ακροβατικούς συνειρμούς γύρω από ερώτηματα της ζωής και της γνώσης. Είναι η άναρχη δόμηση ακριβώς που λειτουργεί συμβολικά για το υποσυνείδητο να ξεδιαλύνει τις αλήθειες ανάμεσα στα άρρητα του κόσμου. Η αυλή μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο ενός ερωτηματικού. Δεν είναι ωστόσο τα σκοτεινά χρώματα που κυριαρχούν στον περίχωρο του καφέ. Μπορεί κανείς να θαυμάσει στους τοίχους των πολυκατοικιών πολλά από τα πιο πολύχρωμα και ωραιότερα γκράφιτι της πόλης. Φωτίζουν τους τοίχους και την αυλή. Τα παράδοξα σχέδιά τους σου φτιάχνουν τη διάθεση. Ενα άνοιγμα ανάμεσα στις μικρές πολυκατοικίες γεμίζει με άπλετο φυσικό φως τον χώρο. Ορισμένα δέντρα περιμετρικά της αυλής φυτεμένα συνεισφέρουν στην ιδιότυπη ομορφιά του τόπου με την απαραίτητη παρουσία φυσικού στοιχείου. Είναι να απορεί κανείς πού βρέθηκε τέτοιο μέρος. Σαν ουρανόπεμπτο καρφώθηκε στην καρδιά των θαμώνων. Πολλοί από αυτούς, καλλιτέχνες. Προς ανακάλυψη.

Τα σκυλιά και τα περιστέρια της Αθήνας είναι από μόνα τους πρωταγωνιστές που κερδίζουν τα βλέμματα των ανθρώπων με τα καμώματά τους. Τα καλοκαίρια, με τους καύσωνες και τον διάπυρο αέρα να καίνε τα βήματα των ανθρώπων και να ζαλίζουν τους συλλογισμούς τους, τα περιστέρια κάθονται πάνω στο γρασίδι σαν τ' αποκαμωμένα σκυλιά. Τσιμπολογάνε στο χώμα την τροφή που θυμόσοφες μπαμπόγριες, με άπειρες αδειανές σακούλες στα καροτσάκια τους για ψώνια, αφήνουν για τους φτερωτούς φίλους τους σε προσυμφωνημένα σημεία. Αυτές οι γιαγιάδες έχουν δημιουργήσει άρρηκτους δεσμούς με τα περιστέρια. Τα παρατηρούν και εντοπίζουν πολύπορους κόμβους ομάδων των πουλιών. Σημεία όπου σταματάνε περιστέρια, από πολλές κατευθύνσεις ερχόμενα, για να ξεκουραστούν και να δροσιστούν. Η λαλιά των πουλιών, αυτή η ιδιάζουσα υπόκωφη ανάσα, ξεσηκώνει μέσα μας θύμησες από παλιές φωνές προγόνων μας, καθισμένων γύρω από τη φωτιά παγανιστικών δρώμενων. Η λαλιά των περιστεριών μάς ηρεμεί όπως και κάθε θόρυβος του μεγάλου λίκνου μας, της Γης. Και ύστερα είναι να απορεί κανείς για τις πτήσεις αυτών των πετεινών του ουρανού πάνω και γύρω από τους ανθρώπους. Ακολουθούν κυκλοτερείς τροχιές πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Εκείνοι ενεοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους ξεχασμένους τούτους οιωνούς, γιατί οι πτήσεις των περιστεριών είναι μια γλώσσα μυστική, ευλογημένη και απροσπέλαστη. Αν ονειρεύονται τα περιστέρια, τότε στο όνειρο δεν είναι άλλος από τον άνθρωπο.

Τα σκυλιά έχουν μάθει να περνάνε τα φανάρια μαζί με τους ανθρώπους. Η συμπεριφορά τους είναι, θα μπορούσε κάποιος να πει με υπερβολή, προσαρμοσμένη στις κοινωνίες των ανθρώπων. Περιπλανώμενα περπατάνε μέσα στα πλήθη. Αγγίζουν τους ανθρώπους και οι άνθρωποι αντιδρούν με χαρά για τα μεγαλόσωμα αδέλφια τους. Καμιά φορά με παράπονο, όμως ολοένα και λιγότερο. Καθώς ο άνθρωπος στην Αθήνα μοιάζει ο ίδιος με περιπλανώμενο προφήτη, τα μάτια του κορωμένα εξακοντίζουν κι επιζητούν αγάπη, και τα σκυλιά είναι πομποί και δέκτες μιας ανόθευτης και απαράμιλλης αγάπης. Τα σκυλιά στέκονται στα τραπέζια των ανθρώπων που πίνουν καφέ. Τους προκαλούν να τα κοιτάξουν με τα πολλά τους περιλαίμια, ταυτότητες με το όνομά τους και την ηλικία τους, μαρκαρισμένα από ανθρώπους που θέλουν να ελέγξουν τον πληθυσμό των τετράποδων φίλων τους στην Αθήνα. Είναι ακατάφερτο να αντισταθεί κάποιος στο βλέμμα των αδέσποτων σκυλιών δίχως να δώσει ένα χάδι στην τρυφερή τους γούνα. Το βλέμμα τους, ένας αβλέμονας αγάπης. Πάνω στο βάθος του και σίγουρα σε κάποιο από τα πολλαπλά του επίπεδα έχει αποκρυσταλλωθεί και το όνειρο των σκυλιών, που, όμοια με των περιστεριών, είναι ο άνθρωπος.

Οι άγιοι στους δρόμους της Αθήνας. «Οι δικοί μας άγιοι», σύμφωνα με τον τίτλο που τους έδινε ο Λεωνίδας Χρηστάκης. Καθόταν μια παρέα τριών ατόμων στο σουβλατζίδικο του Σάββα στο Μοναστηράκι. Τα μάτια των ανθρώπων αυτών ήταν παράξενα. Φαίνονταν άνθρωποι κακοπαθημένοι. Μπορούσες να διαβλέψεις και να συμπεράνεις κάτι τέτοιο, κοιτώντας τους στα μάτια. Το πρόσωπο τους σελάγιζε περισσότερο από το συνηθισμένο φως των προσώπων. Παρά τον πόνο που είχε εγκατασταθεί στα μάτια τους, και σφράγιζε το δύστηνο παρελθόν τους, υπήρχε αρμονικά στρωμένη στο σώμα τους και τις κινήσεις τους η άνθηση αυτού του πόνου. Φαίνονταν πράοι και γεμάτοι ανεξόφλητη αγάπη. Στις ματιές τους διαγραφόταν η αποδοχή όλων των αδυνάμων. Ηταν γιατί ακριβώς οι ίδιοι είχαν την αυτεπίγνωση των δικών τους αδυναμιών. Κάθε συνάντηση με κάποια περιφερόμενη ανθρώπινη ανοιχτή καρδιά ήταν μια ευκαιρία για διαλεκτική ψυχοθεραπεία. Ενας λαχειοπώλης σταμάτησε μπροστά τους. Διαισθάνθηκε την περιρρέουσα αύρα των αγνώστων του και τη μετέφρασε σαν μια ομάδα ανοιχτών αυτιών για να ακούσουν τον πόνο του. Τους μίλησε δυνατά. Ο λόγος του ακούστηκε σε όλα τα τραπέζια. «Από ατυχία γεννήθηκα. Στον δεύτερο μήνα της ζωής μου έπαθα οστρακιά. Στο καπάκι, με χτύπησε επιληψία. Είμαι ακόμη επιληπτικός. Παίρνω πολλά χάπια. Ημουν άτυχος στη ζωή μου. Δεν μπόρεσα να ηρεμήσω ποτέ από τα χτυπήματα της μοίρας. Θαρρείς και κάποια ανώτερη δύναμη με επιβάρυνε να κουβαλώ έναν σταυρό στο πέρασμα μου από τη ζωή. Θέλω να βρω γυναίκα και να παντρευτώ, ποια θα με θέλει όμως; Οι πουτάνες είναι οι καλύτερες γυναίκες. Με αγκαλιάζουν σαν να με λατρεύουν. Σαν να 'μαι ο Χριστός. Βρίσκουν στον πόνο μου σπαράγματα του πόνου τού δικού τους. Αυτό που με απασχολεί περισσότερο απ' όλα είναι να βρω μια αγία γυναίκα για να 'μαστε μαζί. Για να μπορεί να με δεχτεί, δεν νομίζω όμως να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στις μέρες μας». Αυτά είπε ο λαχειοπώλης και ο λόγος πέρασε στην παρέα των τριών που τον άκουγε. Αυτοί μιλούσαν χαμηλόφωνα. Μινύριζαν προσευχές για τον άτυχο λαχειοπώλη. Γι' αυτόν τον στρατοκόπο που είχε, παραδόξως, για πραμάτεια την τύχη και τον πλούτο. Κάποια στιγμή ακούστηκε από τα χείλη της παρέας η λέξη «άγγελος». Οι υπόλοιποι πελάτες έστησαν αυτί. Οι τρεις άνθρωποι παρηγορούσαν τον άγνωστο συνάνθρωπό τους που λίγο πριν τους είχε παρηγορήσει με το δικό του άνοιγμα καρδιάς. Τον παρότρυναν με δυναμική φωνή να ψάξει για γυναίκα. Επραξαν ορθώς. Ο κόσμος τής σήμερον είναι αδιαμφισβήτητα ένας κόσμος πτώσης. Οι άνθρωποι πρέπει να έχουν πίστη και θέληση για να προχωρήσουν. Ψάχνοντας καλά ανάμεσα στα πλήθη θα βρουν κάποια όντα ξεχωριστά. Οντα αγγελικής υπόστασης. Υπάρχουν ακόμη γύρω μας, ανάμεσά μας, οι άγγελοι της Γης. Οι άνθρωποι οφείλουν να τους βρουν. Είναι αυτοί οι σπουδαίοι και ξεχωριστοί, καμιά φορά τσακισμένοι στην ωμότητα του κόσμου, είναι λοιπόν αυτοί που κινούν τον κόσμο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία