Έντυπη Έκδοση

Η ΑΤΥΠΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΚΤΩΡΑ Θ. ΜΕΛΑ

Ο άγνωστος Κουν

Οι ευκάλυπτοι της Φωκίωνος Νέγρη δεν κόπηκαν, δεν είχαν την τύχη της οδού Κύπρου. Ετσι, η σημερινή Κυψέλη εξακολουθεί να θυμίζει, έστω αμυδρά, μαζί με τις παλιές πολυκατοικίες της και τα εναπομείναντα νεοκλασικά της, κάτι από τις παλαιές ημέρες της.

Ο Κάρολος Κουν στις πρόβες για την «Ορέστεια» Ο Κάρολος Κουν στις πρόβες για την «Ορέστεια» Κάτω από αυτούς γράφτηκε η μισή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και τέχνης. Ομως, η ιστορία δεν γράφεται αποκλειστικά με τα υλικά της νοσταλγίας, αλλά χρειάζονται κι αυτά, γιατί το μέλλον είναι άδηλον και το παρόν θέλει λίγο βαμβάκι για τις πληγές του.

Η γνωριμία

Φλας μπακ, λοιπόν, στους ευκαλύπτους της Φωκίωνος Νέγρη της 29ης Αυγούστου του 1959, οπότε γίνεται η γνωριμία του Βίκτωρος Θ. Μελά με τον Κάρολο Κουν (1908-1987). Οι πρώτες συστάσεις γίνονται υπό το βάρος ενός διχασμού του θεατρόφιλου κοινού, στο Ηρώδειο: είναι οι «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, που «κατέβασε» ο τότε υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, γιατί αποτελούσαν «προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος του ελληνικού λαού».

«Εκείνη η ατέλειωτη νύχτα στη Φωκίωνος Νέγρη...». Ετσι αρχίζει η άτυπη βιογραφία «Κάρολος Κουν. Σκόρπιες αναμνήσεις από τη ζωή του» (Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 15 ευρώ ). Συγγραφέας της ο Βίκτωρ Θ. Μελάς, νομομαθής, στενός φίλος και συνεργάτης του Κουν, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Θεάτρου-Θέατρο Τέχνης (1968 - 1993) και γενικός γραμματέας του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης.

Από αυτά τα σπαράγματα αναμνήσεων δεν περιμένεις μια πλήρη βιογραφία του Κ. Κουν. Επειδή όμως έχουν την πατίνα του χρόνου και τη θέρμη ενός μορφωμένου και ανιδιοτελούς ανθρώπου, που πίστεψε στο νέο όραμα του Θεάτρου Τέχνης, διαβάζονται απνευστί. Ολο το κείμενο έχει την ταχύτητα της αναπνοής του γράφοντος, από την πρώτη ώς την τελευταία αράδα.

Από την πικρία που ένιωσε ο Κάρολος Κουν, με τους καθυβρισμένους «Ορνιθες» του 1959, ο Βίκτωρ Θ. Μελάς «πηδάει» στο 1964, χρονιά που ο Κ. Κουν ανεβάζει εκ νέου την πρωτοποριακή αριστοφανική παράσταση, στο θέατρο «Πορεία». Εμπόδιο τώρα στέκεται η απαγόρευση χρήσης της μουσικής από τον Μ. Χατζιδάκι. Τελικώς, θα επέλθει συμβιβασμός: «Η συμφωνία ήταν απλή: θα γινόταν νέα ηχογράφηση της ίδιας ακριβώς μουσικής, χωρίς καμία αλλαγή, αλλά από μια ορχήστρα "εμπλουτισμένη", με περισσότερα όργανα, ώστε ο ήχος να είναι "πλουσιότερος"».

Ιονέσκο

Σημαντική στιγμή στην ιστορία του Θεάτρου Τέχνης είναι η έλευση του Ιονέσκο στην Αθήνα, το 1963, για να δει το έργο του «Ο βασιλιάς πεθαίνει». Ο Κουν δίσταζε να τον προσκαλέσει. Τελικώς ο Βίκτωρ Θ. Μελάς έπραξε το αυτονόητο. Του έγραψε μια επιστολή για να τον προσκαλέσει στην παράσταση κι ο Ρουμάνος συγγραφέας, του θεάτρου του παράλογου απάντησε: «Πολύ ευχαρίστως». «Ο Ιονέσκο είπε ότι ενθουσιάστηκε, ότι ήταν από τις καλύτερες παραστάσεις -νομίζω ότι είπε "η καλύτερη"- που είχαν δοθεί για τον "Βασιλιά". Δεν έμοιαζε να λέει ψέματα. Ο Κουν ήταν ευτυχής. Κι όλοι εμείς μαζί του».

Δεν είναι άγνωστο ότι το Θέατρο Τέχνης αντιμετώπιζε πάντα οικονομικό πρόβλημα. Ωσπου σε μια κρίσιμη στιγμή και μάλιστα μέσα στη χούντα, το 1968, ήρθε αρωγός, με τη μεσολάβηση της Καίτης Κασιμάτη - Μυριβήλη, το Ιδρυμα Φορντ.

Ο Κάρολος Κουν πέρασε δύσκολες ώρες, γιατί δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι θα ζητούσε χρήματα από ένα αμερικανικό Ιδρυμα, ενώ είχε την εξουσία μια δικτατορία. Τελικώς συμφώνησε να πάρει την επιχορήγηση, αλλά να βάλει τους αυτονόητους όρους για ένα καλλιτεχνικό σχήμα: ότι ο χορηγός δεν θα είχε καμία ανάμειξη, ούτε σε θέματα ιδεολογίας ούτε στην επιλογή των έργων. Η μόνη «υποχώρηση» έπρεπε να γίνει ως προς το νομικό καθεστώς του θεάτρου. Ετσι, με δικηγόρο τον Βίκτωρα Θ. Μελά, μετετράπη σε μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο, με την επωνυμία «Ελληνική Εταιρεία Θεάτρου - Θέατρο Τέχνης».

Ενα άλλο στιγμιότυπο από τη σχέση του Μελά με τον Κουν έχει κι αυτό ως ιστορικό πλαίσιο τη δικτατορία και το ανέβασμα του «Δράκου» του Σοβιετικού συγγραφέα Γεβγκένι Σβαρτς. Επειδή το έργο είχε λογοκριθεί από το σοβιετικό καθεστώς, ο Κουν, μ' αυτό τον δούρειο τρόπο, προσπάθησε να κοροϊδέψει τους συνταγματάρχες, κάτι που τελικά το κατάφερε.

Αλλες απολαυστικές σελίδες, πάντα με την αμεσότητα της ανάμνησης, που αφήνεται σ' έναν «παραλυτικό» λόγο, ο Γιάννης Χρήστου ανασταίνεται, με τον ηλεκτρονικό Οιδίποδά του. Η «Οπερέτα» του Βίτολντ Γκομπρόβιτς αναζητά χρήματα, για ν' ανέβει, και μ' αυτή την αφορμή παραδέχεται ότι η Ρένη Πιττακή είναι «η καλύτερη ηθοποιός που έχουμε σήμερα στην Ελλάδα». Το σπίτι του Κουν, το επονομαζόμενο «Ζούγκλα», λόγω των φυτών που μεγάλωναν με όρους ζούγκλας, έχει κι αυτό το μερίδιό του. Σ' αυτή το πιο επικίνδυνο «φυτό» ήταν ο σκύλος του, ο Ξανθίας.

Ο Μελάς θυμίζει τη συμπάθεια του μεγάλου θεατράνθρωπου στους πολιτικούς Ηλία Ηλιού και Γιάννη Ζίγδη. Μας ανοίγει το εργαστήρι του, δηλαδή τον τρόπο που δούλευε ο φίλος του με τους ηθοποιούς, στις πρόβες. Δεν παραλείπει να αναφέρει την επίσκεψη του Κουν στο Προεδρικό Μέγαρο, όταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν πλέον Πρόεδρος της Δημοκρατίας και τα αρχαία πάθη είχαν σβήσει.

Τελευταία παράσταση

Μέχρι να έρθει ο θάνατος του Κουν, είχαν μεσολαβήσει η δημοσίευση της διαθήκης του και η τελευταία παράσταση «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, που τιτλοφορεί και το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του Β. Θ. Μελά, με τον παραλλαγμένο τού θεατρικού τίτλο «Ο τελευταίος ήχος του όπλου». Ο Πίτερ Ντόμπνι είχε πει: «Στην Ελλάδα, ο Κάρολος Κουν είναι ένας θρύλος». Και η ιστορία της τέχνης βασίζεται σε μύθους, που δεν αργούν να γίνουν θρύλοι. Ο Κουν πρώτα έγινε μύθος και μετά θρύλος. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία