Έντυπη Έκδοση

Η ανάδυση της πλατωνικής αξίας και του αξιακού από τον προπλατωνικό κόσμο

Πλάτων
Πολιτεία

μτφρ: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος

εκδόσεις Πόλις, σ. 933, 45 ευρώ

Την Πλατωνική Πολιτεία (εκδ. Πόλις) στην πολύ προσεγμένη μεταφραστική δουλειά του Ν.Μ. Σκουτερόπουλου ξαναδιαβάσαμε πρόσφατα και επιχειρούμε έναν σχολιασμό κάποιων σχετικών με τον Πλάτωνα θεμάτων.

Ο ορθός λόγος, ως ένας όρος που προσδιορίζει τη δυτική σκέψη κυρίως στη νεωτερική της πορεία, η οποία σηματοδοτείται από την εμφάνιση του Καρτέσιου, φτάνει στο αποκορύφωμά του με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και με την αναδυόμενη κατά τον 19ο αιώνα, όχι κατ' ανάγκην αμιγώς φιλοσοφική, έννοια της αξίας. Από τη μεριά της, η έννοια της αξίας είναι πολυσήμαντη και «αναστοχάζεται την επιτελούμενη τότε ιστορικοφιλοσοφική μετάβαση από την "κατατμητική" διαφοροποίηση της φεουδαρχικής κοινωνίας στη "λειτουργική" διαφοροποίηση της αστικής κοινωνίας» (Δ. Μαρκής, Υπό τη σκιά του Πλάτωνος, σελ. 163) και ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας στη μοντέρνα εκδοχή της συνιστά, κατά μία έννοια, και τον τρόπο με τον οποίο η νεωτερικότητα αναστοχάζεται τον εαυτό της· ορθός λόγος σημαίνει κατά μία έννοια και αξιακός. Από την άλλη πλευρά, τούτη η έννοια έλκει την προέλευσή της από τους Στωικούς φιλοσόφους όσο και από τον Πλάτωνα, στην Πολιτεία του οποίου βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη της έκφραση καθώς προβάλλεται ως όρος συγκρότησης της ορθοπολιτείας: όχι μόνον η αρχαία πόλις παράγει την «ιδέα» ως «πέρας» της, μα και η ίδια η ιδέα συνιστά ρυθμιστή του αξιακού κώδικα του πολίτη και του φιλοσόφου βασιλιά. Η παιδεία ως πρόταγμα συνιστά την κεντρική έννοια του αρχαιοελληνικού αξιακού κώδικα αλλά και το πρόγραμμα της υπερδισχιλιετούς φιλοσοφικής παράδοσης της Δύσης.

Η πλατωνική πολιτεία θεμελιώνει την ιδέα και θεμελιώνεται στην ιδέα. Ο Πλάτωνας κληρονομώντας από τον Σωκράτη τις γενικές έννοιες, τις πρωτοεμφανιζόμενες κατηγορίες του αναδυομένου μοντέλου του δυτικού ανθρώπου, βρίσκει τον τρόπο να θέσει την ιδέα-αρχέτυπο ως κοινή βάση, ως υπόβαθρο κάθε μεταβαλλόμενης πραγματικότητας των φαινομένων, οικοδομώντας το πρώτο και ίσως πληρέστερο σύστημα λόγου στην ιστορία της σκέψης, αυτό που θα καλέσει κόσμο των ιδεών - την ουσία κάθε πραγματικότητας δίπλα στον κόσμο των φαινομένων.

Αν ο Θαλής θέτει ως κοινή οντολογική βάση των φαινομένων «το ύδωρ» και ο Αναξίμανδρος την έννοια του «απείρου» μπολιάζοντας την αρχαιοελληνική σκέψη με το στοιχείο μιας ριζικής απροσδιοριστίας -που θα εγκαταλειφθεί αργότερα ως πρόγραμμα από τον Πλάτωνα με τεράστιες συνέπειες για τη σκέψη-, ο Ηράκλειτος είναι ίσως ο πρώτος που θα αναμετρηθεί με το ενδεχόμενο μιας σταθερής πραγματικότητας δίπλα στην κοσμογονική μεταβολή της «φύσης» - τούτη τη σταθερή πραγματικότητα θα την καλέσει Λόγο. Από τη μεριά του, ο μεγαλοφυής Παρμενίδης θα συλλάβει την πραγματικότητα -την προπλατωνική πραγματικότητα- ως αμετάβλητο «Ον».

Ο Πλάτωνας εισπράττει το φιλοσοφικό πρόβλημα της αντίθεσης μεταξύ Ηρακλειτισμού και Ελεατισμού όχι μόνον ως λογικοοντολογικής φύσης ερώτημα, μα συνάμα και ως αίτημα για δεσμευτικότητα που αφορά την πολιτική του φιλοσοφία, την οποία σκιαγραφεί στην Πολιτεία ιεραρχώντας την ανθρώπινη ψυχή με γνώμονα αμιγώς ορθολογικά κριτήρια.

Την αντοχή του αξιακού του κώδικα επιχειρεί να δοκιμάσει ο Πλάτωνας όταν έρχεται σε αντιπαράθεση με τους σοφιστές και τη σοφιστική - οι εκδηλώσεις των οποίων είναι γι' αυτόν λανθασμένοι τρόποι σκέψης και δράσης. Σε αντιδιαστολή με τον σχετικισμό τούτων των αρχαίων διαφωτιστών, ο Πλάτωνας θεμελιώνει το οικοδόμημα σύμπασας της δυτικής μεταφυσικής στην «ιδέα», όρος που στην πορεία θα γίνει ταυτόσημος μ' αυτόν τον ίδιο. Η ιδέα ανήκει στον δικό της κόσμο - τον κόσμο των ιδεών, έναν κόσμο που υπάρχει δίπλα στον κόσμο των φαινομένων και της μεταβολής και συνιστά «το αρχέτυπο», το αιώνιο παράδειγμα της αισθητής πραγματικότητας που αναπαριστά. Η πλατωνική ιδέα, ή έννοια γένους, υποδηλώνει βασικά τρία πράγματα: α) το σταθερό είναι μέσα στην εναλλαγή των φαινομένων, β) το αντικείμενο της γνώσης μέσα στην εναλλαγή των γνωμών, γ) τον αληθινό σκοπό μέσα στην εναλλαγή των επιθυμιών (Windlelband - Heimsoeth, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Τόμος Α', σελ. 125).

Οσο κι αν ο Πλάτωνας επιχειρεί με τον χωρισμό, με το σπάσιμο του κόσμου στα δύο (κόσμος των ιδέων - κόσμος των φαινομένων) να λύσει το πρόβλημα που γεννιέται όταν ο διάσπαρτος προπλατωνικός κόσμος αναγκάζεται να διαμεσολαβηθεί από τη συνείδηση, εντούτοις παραμένει ένα ερώτημα το κατά πόσον μπορούμε να διαχωρίσουμε την πλατωνική διαλεκτική από τις μυθολογικές της προσμείξεις. Το ουσιαστικό αγκάλιασμα της διαλεκτικής με τον μύθο -«η επιθετική επιστροφή» μιας ησιόδειας μορφής σκέψης (Brunschwicg) στο έργο του Πλάτωνα έρχεται να μιλήσει για το κατά πόσον η θεμελίωση της μεταφυσικής επιτυγχάνεται κατά τρόπο επαρκή στο έργο του Πλάτωνα και για το κατά πόσον υπάρχει ένα χαώδες ανορθολογικό υπόβαθρο κρυμμένο στις πλατωνικές κατηγορίες, που δεν διατυπώνεται ποτέ ρητά, έπειτα δε από τον Πλάτωνα συγκαλύπτεται και συσκοτίζεται τελείως.

Αν ανατρέξουμε στον μεγαλειώδη πλατωνικό διάλογο Παρμενίδης και ειδικά στη σκοτεινή και δυσανάγνωστη τρίτη υπόθεση του διαλόγου, είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε πως η χρήση του πλατωνικού «εξαίφνης» -όρος που προαναγγέλλεται στην Πολιτεία, στην παραβολή της σπηλιάς- μόνο ανώδυνη δεν είναι, ενδεχομένως δε, ανοίγει τον δρόμο για μια θεματοποίηση της «προβληματικής της απροσδιοριστίας», η οποία στην τέταρτη υπόθεση του διαλόγου θα παραγκωνισθεί για να επανέλθουμε στο αρχικό πλάνο του διαλόγου - προσωπικά πιστεύω πως ο υπέροχος τούτος διάλογος συνιστά εκπόνηση του προγράμματος της δυτικής μεταφυσικής εκ μέρους του Πλάτωνα.

Η έννοια της μέθεξης που εισάγεται με την τέταρτη υπόθεση του διαλόγου που καθιστά δυνατή την επικοινωνία των δύο κόσμων στην πλατωνική σκέψη, έρχεται ενδεχόμενα για να αντιμετωπίσει μια δυσκολία που έχει τελείως διαφορετική μορφή στην τρίτη υπόθεση του διαλόγου και που σχετίζεται με τη θεματοποίηση ενός πραγματικά αβυσσαλέου σημασιακού χώρου στο έργο του Πλάτωνα που ποτέ δεν μιλιέται ρητά -με εξαίρεση ίσως τον Σοφιστή-, έπειτα δε από αυτόν ενδεχόμενα να συγκαλύπτεται τελείως για αιώνες, οι δε συνέπειες αυτής της αποσιώπησης εκ μέρους των διαδόχων του Πλάτωνα είναι ίσως καθοριστικές όσον αφορά το πρόβλημα της θεμελίωσης της δυτικής φιλοσοφίας στο σύνολό της.

Αν η τόσο προσφιλής στον Πλάτωνα υποθετική μέθοδος συνιστά έναν τρόπο ελέγχου του απαρέγκλιτου αξιακού του κώδικα, τούτη δεν εμφανίζεται παρά για να καταμαρτυρήσει τελικά την αδήριτη αναγκαιότητα ενός τέτοιου αξιακού αιτήματος, κάτι που στην εποχή μας δεν είναι ιδιαίτερα προφανές, ίσως όμως να είναι η προϋπόθεση για «το επιτακτικό ερώτημα περί του πώς βιωτέον».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο