Έντυπη Έκδοση

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη θάλασσα»

Η ΠΟΙΗΣΗ στον καιρό της κρίσης. Αυτή ήταν η αφορμή της «συνάντησής» μας με την ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, με μόλις δύο συλλογές στο «έντυπο ρεπερτόριό της» («Ο ποιητής έξω» και «Δικαίωμα Προσδοκίας», εκδόσεις Αγρα), μία να ετοιμάζεται να βγει σε λίγο, και άπειρες να στριφογυρνάνε μέσα της.

Πήγαν κάπως «ανάποδα» τα πράγματα. Η συζήτηση επί της κρίσης εξαντλήθηκε στο προηγούμενό μας φύλλο. Περίσσεψε, για σήμερα, η γνωριμία!

«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στη συνοικία της Κάτω Τούμπας, κοντά στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Θυμάμαι το ασπρογάλαζο φως των προβολέων του γηπέδου που έμπαινε στο δωμάτιό μου από τις γρίλιες και αυτή είναι η πρώτη βεβαιωμένη αίσθηση "ατμόσφαιρας δωματίου" που έχω. Επαιξα στις αλάνες, κοντά στο παλιό ρέμα που χώριζε την Ανω από την Κάτω Τούμπα. Αργότερα, διαβάζοντας την ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου θα αναγνώριζα με συγκίνηση τη γειτονιά και το ίδιο ανάχωμα όπου πιτσιρίκα έγδαρα τα γόνατά μου κατά την ανάβαση. Ο πατέρας μου, που τον έχασα όταν ήμουν 10 χρόνων, διάβαζε με μανία. Αφησε πίσω του, πέρα από το κατάμαυρο κενό, μια ολοκληρωμένη σειρά Απάντων, δερματόδετων, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Βιζυηνού και του Σουρή για τις οποίες ακόμη ερίζουμε στη μοιρασιά με την αδερφή μου. Οι παππούδες μου έλεγαν αληθινά παραμύθια από τις "πατρίδες" τους, τη Ραιδεστό και την Προύσα. Το πιο αληθινό: ο μαρμαρογλύπτης προπάππους μου Αναστάσιος Ταχτσίδης έπαιξε στην Προύσα, πριν την Καταστροφή, την προγιαγιά μου Τρυφωνία Μουρατίδου στα χαρτιά και την... έχασε! Ακόμη αναρωτιέμαι αν οφείλω την ύπαρξή μου σ' ένα παιχνίδι της τύχης ή σ' ένα τυχερό παιχνίδι».

Μονορούφι, ολάκερη ιστορία. Αυτό το χάρισμα, σκέφτομαι, έχουν οι πραγματικοί ποιητές. Τους ζητάς ένα σύντομο βιογραφικό, και σου παίζουν, με τα λόγια τους, μιαν υπέροχη σονάτα. Αυτό, ήταν μόλις το πρελούδιο...

Η Θεσσαλονίκη τ' Αη Δημήτρη, μεγάλη η χάρη του. Η Σαλονίκη της «28ης». Μεγάλη στρατιωτική παρέλαση. Εδώ, καταλαβαίνουμε τώρα τη διαφορά μεταξύ «μνήμης» και «ανάμνησης»:

«Ο Αγιος Δημήτριος κυριολεκτικά σκέπει την πόλη έτσι καθώς η γιορτή του είναι όμορη με την εθνική επέτειο χαρίζοντας στη Θεσσαλονίκη το πιο αξιοζήλευτο σερί αργιών μέσα στις τάξεις των πολιούχων. Από την παρέλαση με θυμάμαι ανεβασμένη στους ώμους του πατέρα μου πάντα και πάντα να αναρωτιέμαι βλέποντας τους στρατιώτες να παρελαύνουν αν όντως αυτό ήθελαν να κάνουν στη ζωή τους αφότου μεγάλωσαν αρκετά».

Η ποίηση μπήκε στη ζωή της μέσ' από τα αναγνωστικά του δημοτικού με μπόλικο Πολέμη, Δροσίνη, Βιζυηνό, «σαν κάτι αυτονόητο». Αργότερα, όλοι αυτοί έγιναν μαθήματα χειμερινού ή εαρινού εξαμήνου στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, όπου φοίτησε κατά τα έτη 1986-1990.

«Η σχολή μού έδωσε απλόχερα τους ποιητές (και Σολωμό, και Κορνάρο, και Ρώμο Φιλύρα, και Λαπαθιώτη, και Καβάφη, και Μάτση Χατζηλαζάρου σε μια γοητευτική και τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής εναλλαγή), διδάσκοντες ποιητές, κυρίως ποιήτριες, και μερικές ίσως από τις ποιητικότερες διδασκαλίες σε μαθήματα εκτός της νεοελληνικής μου ειδίκευσης - αξέχαστος Ομηρος και αξέχαστος Οβίδιος. Οι σχολές δεν κάνουν, βέβαια, τους ποιητές. Αλλά πολλές φορές σε υποψιάζουν ικανοποιητικά και προς όφελος των μελλοντικών λογοτεχνών πάντα, ότι η αφεντομουτσουνάρα των εκκολαπτόμενων ποιητών, του καθενός μας δηλαδή, δεν είναι δα και σχολή από μόνη της. Δημοσίευσα πρώτη φορά στα "Ποταμόπλοια", περιοδικό που βγάζαμε εκείνα τα χρόνια στη σχολή μια παρέα φίλων. Ολοι ψιλοερωτευμένοι μεταξύ μας, που νομίζαμε ότι θα γίνουμε ποθητοί αναλύοντας τη μεταφυσική περιπέτεια του Κάλβου στο καφέ "Ερωδός" . Ε, κάποιοι το καταφέραμε... γελάω αυτή τη στιγμή».

Το 2000 φεύγει από τη Θεσσαλονίκη και πάει να ζήσει στην Καβάλα με τον σύντροφό της, τραγουδοποιό Αργύρη Μπακιρτζή, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους. Από την κοινή τους ζωή, παραδέχεται ότι λίγα πράγματα θεωρούνται δεδομένα. «Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα θα ρωτήσει ο ένας τον άλλον, μισοαστεία - μισοσοβαρά: Με ξέρεις;»

Στην Καβάλα, όπως λέει, ζει τη ζωή της. «Μήπως πήρε το μάτι σου πουθενά τον Ψωμιάδη;», τη ρωτάω προβοκατόρικα. «Τελευταία, όχι», απαντά, με καθόλου πειστικό τρόπο. Και συνεχίζουμε.

«Η Καβάλα μού έδωσε την ευτυχία, ενώ το σπίτι μου απέχει επτά λεπτά από την κεντρική πλατεία, να κολυμπώ, κάτω ακριβώς από τα πόδια μου, σε πεντακάθαρα νερά. Το γεγονός ότι τα παιδιά μου πήγαν σε σχολεία, από τις αίθουσες και τις αυλές των οποίων έβλεπαν μόνο θάλασσα και τα σχολεία αυτά ήταν της γειτονιάς τους. Η Καβάλα με απάλλαξε από το ψευτοδίλημμα "δημόσιο ή ιδιωτικό" γιατί τα σχολεία ήταν μόνο δημόσια και "γλίτωσε" μια και καλή τα παιδιά μου από τα αισθήματα ξενοφοβίας αφού έμαθαν να συνυπάρχουν αρμονικά με τα παιδιά των μεταναστών, που κάποιες χρονιές άγγιζαν σε αριθμό τους μισούς μαθητές μέσα στην τάξη. Η ίδια Καβάλα σε στενοχωρεί κάποιες φορές με τη στενομυαλιά, τον τοπικό παραγοντισμό και το αδιάκριτο βλέμμα της πάνω σου».

Οταν τη ρωτούν τι δουλειά κάνει, απαντά «είμαι σπίτι και γράφω». Τώρα, ετοιμάζει νέα ποιητική συλλογή. Αυτήν την εποχή διαβάζει τη συγκεντρωτική έκδοση ποιήματα 1964-2010 του Λεύκιου Ζαφειρίου και υπέροχες μεταφράσεις πεζών (π.χ. Φιτζέραλντ) του Γιώργου Λαμπράκου «που φτάνουν ως εμένα μέσω Διαδικτύου»» Αν ένα ποίημα τη συγκινήσει, τότε ο ποιητής γίνεται δικός της εσαεί.

«Ξέρετε τις νύχτες, τι εύκολα και με πόση ευχαρίστηση αλλάζω παρτενέρ, του μεσοπολέμου, του κόσμου, του υποκόσμου, αγγλόφωνους, σύγχρονους, νεκρούς, κλασικού και τι συγκλονιστικά ποιήματα έχουν γράψει, γράφουν δηλαδή οι αφιλότιμοι και οι αφιλότιμες;».

Η αγαπημένη της διασκέδαση, να μαγειρεύει για τις φίλες της στο σπίτι. «Μολονότι δεν μου πολυαρέσουν οι γυναικοπαρέες που κυκλοφορούν έξω -σαν να ψάχνουν κάτι μέσα στη νύχτα και δεν το βρίσκουν - σ' αυτές τις ιδιωτικού τύπου μαζώξεις είναι ωραίο που παραδεχόμαστε όλες μαζί ότι δεν είναι και λίγα αυτά που χάσαμε ή αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας. Και πάντα στο τέλος γελάμε πολύ».

«Πώς είναι να μεγαλώνεις;»

«Πολύ δύσκολο. Πάντα όμως υπάρχουν μεγαλύτεροί μας στην ηλικία και μας χαροποιεί η σκέψη ότι έχουμε ακόμη χρόνια να τους φτάσουμε, ξεχνώντας ότι είμαστε ήδη οι μεγαλύτεροι των νεότερων από μας».

«Τι κάνεις όταν στριμώχνεσαι άγρια;»

«Πατάω τα κλάματα, τι άλλο;»

«Εχει περάσει από τη σκέψη σου να φύγεις από την Ελλάδα;»

«Οχι, ποτέ. Εδώ μου είναι έως αδύνατο να ζήσω σε πόλη της Ελλάδας χωρίς θάλασσα, πόσω μάλλον να βρεθώ κάπου, π.χ. στην ηπειρωτική Ευρώπη, για να καλυτερέψω την τύχη μου».

«Αν έπρεπε να φύγεις, σε ποια χώρα θα πήγαινες;»

«Εκεί από όπου ήρθαν οι παππούδες μου. Είναι ό,τι πιο κοντινό σε πατρίδα μπορώ να φανταστώ».

Επικαιρότητα

Μέσα στο μεσημέρι/κι ενώ οι άνθρωποι τσούγκριζαν τα ποτήρια/χωρίς να υποψιάζονται το τεράστιο κενό που χωρίζει/όσους πίνουν το τσίπουρό τους με γλυκάνισο/από τους σκέτους άλλους,/ενώ η θάλασσα ήταν τόσο κοντά/που φτύνοντας λόγια όλο και ξέφευγαν μπλε πιτσιλιές στα πιάτα,/ενώ τίποτε δεν προμηνούσε/πως ο λαχειοπώλης θα τους παρακάμψει/-μια θορυβώδη μάζωξη τυχαίων-/κι ενώ η χώρα φιλιόταν σα για θάνατο/με κάτι επίμονους πολιτικούς στα πρωτοσέλιδα,/εκείνος/πήρε τα μάτια του από πάνω της./(Τις κόγχες, υποθέτω, τις χαρίζει)

Από τη συλλογή «Δικαίωμα Προσδοκίας»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα