Έντυπη Έκδοση

Υποσιτισμός και παγκόσμια υγεία

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, και ιδίως στις φτωχές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, οι διατροφικές ελλείψεις δεν περιορίζονται μόνο στα φρούτα και στα λαχανικά, όπως συμβαίνει συνήθως στις αναπτυγμένες χώρες, αλλά στο σύνολο της προσλαμβανόμενης τροφής, με αποτέλεσμα ο υποσιτισμός να απειλεί όχι μόνο την υγεία αλλά και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο υποσιτισμός αποτελεί την πιο σοβαρή επίπτωση της διατροφικής στέρησης. Συγκεκριμένα, ο υποσιτισμός ορίζεται ως η κατάσταση των ατόμων κατά την οποία η συνήθης διατροφική τους πρόσληψη τους παρέχει λιγότερο από τις ελάχιστες απαιτήσεις του οργανισμού τους σε ενέργεια. Εκατομμύρια άνθρωποι αρρωσταίνουν και πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας της υποθρεψίας και του υποσιτισμού, λόγω οικονομικής ένδειας και κοινωνικών ανισοτήτων. Κατά το διάστημα 1969-1997, ο αριθμός των υποσιτιζόμενων ανθρώπων μειώνεται συνεχώς, ενώ από το 1997 μέχρι και το 2008 ο αριθμός αυτός άρχισε να αυξάνεται. Για το 2009 ο αριθμός των υποσιτιζόμενων ανθρώπων προβλέπεται να ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο παγκοσμίως.

Σήμερα, ο αριθμός των υποσιτιζόμενων ανέρχεται στα 925 εκατομμύρια παγκοσμίως, με τα 19 εκατομμύρια να ανήκουν στις αναπτυγμένες χώρες, ενώ από τις αναπτυσσόμενες χώρες η πλειονότητα των υποσιτιζόμενων ατόμων απαντάται στην Ασία και τις χώρες του Ειρηνικού Ωκεανού (578 εκατομμύρια).

Μια ιδιαίτερη κατηγορία των αναπτυσσόμενων κρατών είναι και αυτά που βρίσκονται σε παρατεταμένη κρίση και χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενες φυσικές καταστροφές και/ή συγκρούσεις, μακροχρόνιες επισιτιστικές κρίσεις, μη ορθή κατανομή των ανθρώπινων πόρων και ανεπαρκή ικανότητα των κυβερνήσεών τους να αντιμετωπίσουν την κρίση για διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών μεταξύ του 2001-2010 ή για διάστημα μεγαλύτερο των 12 ετών μεταξύ του 1996-2010 (π.χ. Αφγανιστάν, Ιράκ, Αιθιοπία). Στις χώρες αυτές, το ποσοστό των υποσιτιζόμενων ατόμων είναι τριπλάσιο συγκριτικά με αυτό των υπόλοιπων αναπτυσσόμενων κρατών και ο συνολικός αριθμός ανέρχεται περίπου σε 166 εκατομμύρια.

Οταν ο οργανισμός υποσιτίζεται, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες λιπώδους ιστού και πρωτεϊνών για να αντιμετωπίσει τις θερμιδικές ανάγκες, με αποτέλεσμα την απίσχνανση και την εξασθένηση του οργανισμού. Ανάλογα με το είδος των θρεπτικών ελλείψεων, προκαλούνται και διαφορετικά νοσήματα. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η νόσος του Kwashiorkor από ανεπάρκεια πρωτεϊνών, η ενδημική βρογχοκήλη από έλλειψη ιωδίου, η σιδηροπενική αναιμία από έλλειψη σιδήρου, ο ραχιτισμός από έλλειψη βιταμίνης D, το σκορβούτο από έλλειψη βιταμίνης C.

Η πιο βασική, όμως, συνέπεια είναι η εξασθένηση της άμυνας του οργανισμού στα λοιμώδη νοσήματα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον υψηλό αριθμό θανάτων σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών εξαιτίας του υποσιτισμού (3,9 εκατομμύρια θάνατοι, που αποτελούν το 35% των συνολικών θανάτων σε παιδιά κάτω των 5 ετών). Οι θάνατοι αυτοί οφείλονται στο γεγονός ότι τα υποσιτισμένα παιδιά υποφέρουν συχνότερα από σοβαρές μεταδοτικές λοιμώξεις. Εχει παρατηρηθεί, μάλιστα, ότι το 1/3 των διαρροϊκών λοιμώξεων, της ιλαράς και των λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος οφείλονται στον υποσιτισμό, ενώ αν ο υποσιτισμός συνδυαστεί μαζί με άλλους διατροφικούς κινδύνους και με τον ανεπαρκή βρεφικό θηλασμό, τότε ευθύνεται κατά 73% για τις διαρροϊκές ασθένειες και κατά 50% για την πνευμονία, την ιλαρά και άλλες σοβαρές νεογνικές λοιμώξεις.

Ιστοσελίδα Υγείας - Πρόληψης: www.neahygeia.gr

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Υγεία
Στη στήλη
Προληπτικά