Έντυπη Έκδοση

Η ομίχλη τα φυλάει

Ενα αγρίμι στο τέρμα μιας γέφυρας διέσχισε τον δρόμο. «Αλεπού!», είπε ο Π. «Σκούρο τρίχωμα είχε», έκανα εγώ.

Ετρεξε τόσο γρήγορα που κανείς μας δεν ήταν σίγουρος. Ο Μ. δεν είπε τίποτα, κοιτούσε μόνον αυτός. Σταματήσαμε πάνω στη γέφυρα με τη μηχανή αναμμένη. Κοιτάξαμε απ' την άλλη μεριά περιμένοντας να πεταχτεί το ζουλάπι. «Να, τώρα θα 'βγει!» είπε ανυπόμονα ο Π. Το χώμα εκεί κάτω ήταν σκεπασμένο με φύλλα βελανιδιάς, έμοιαζε η γη σαν ξεφλουδισμένη, ομίχλη κυλούσε από πάνω τους σαν φάντασμα του αέρα. Ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε. Ο Π. όλο επιβράδυνε, η ομίχλη γινόταν πυκνότερη· ήταν απ' τις σπάνιες φορές που οδηγούσε αργά ο Π.

Ενα σκυλί βγήκε μέσα απ' την ομίχλη, ανηφόριζε, ήταν απ' αυτά με τα μακριά αυτιά, του λαγού, πέρασε σαν να μην υπήρχαμε. «Πάω στοίχημα πως μετριούνται τα κόκαλα στα πλευρά του», έκανε ο Π. «Μην νομίζεις ότι όλοι είναι σαν τον πατέρα σου», συνέχισε κοιτώντας με κάθε λίγο απ' το καθρεφτάκι, «που τ' αγαπούσε σαν παιδιά του. Του Κ. ο πατέρας, ας πούμε, που 'χε τέσσερα, όταν γέρασαν τα τρία, αγγάρεψε τον Κ. να τα ξαποστείλει. Τα φόρτωσε αυτός στ' αμάξι και τα 'φερε απ' το χωριό στην πόλη, ανέβηκε στο βουνό και τα παράτησε. Πέρασε καμιά βδομάδα και τα βρήκαν έξω απ' την πόρτα τους, και τα τρία, σαράντα χιλιόμετρα έκαναν, λες κι είχαν στο κεφάλι τους ραντάρ. Τη δεύτερη φορά τα πήγε εκτός νομού και περηφανευόταν μετά πώς τους την έφερε. Γέρασε και το τέταρτο. Αυτό το ανέλαβε ο πατέρας του. Το πήγε λίγο έξω απ' το χωριό. Πήρε μαζί του και τ' όπλο. Είχε κυνηγήσει πολλές φορές εκεί, μ' όλα τους. Ωρες μετά, πέρασε το ζωντανό απ' τον κεντρικό δρόμο, ήταν πανηγύρι κι όλο το χωριό ήταν έξω, πέρασε με τη μούρη κάτω, όλη μια πληγή. Τους έσφιξε σαν τριχιά ο φόβος τα σπλάχνα, μόνο κάτι άντρες, ίδιο φύραμα με τον μακελάρη, δεν απέστρεψαν το βλέμμα τους και σχολίαζαν χαιρέκακα το κουράγιο του σκυλιού, την πίστη του περιγελούσαν. Λες και είχε πού αλλού να πάει» είπε, καταλήγοντας, ο Π.

Σαν πρόσφυγες λάθρα κινούμενοι, που και η ομίχλη ακόμη τους πούλησε, πηγαίναμε, αργά, ωστόσο, ακόμη, κάτω στην πόλη καθόλου δεν θα 'χε· έλαμπε πίσω απ' την αχλύ αυτή σαν κακό μάτι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο