Έντυπη Έκδοση

Ενας συγγραφέας με το δικό του ύφος

Πάνος Κουτρουμπούσης, ο μυθογράφος

«Οταν οι άνθρωποι χάσουν την δύναμη της μυθοποιΐας θ' αναγκαστούν να κατασκευάσουν ένα ηλεκτρικό μηχάνημα - Ποιητή που σκοπός του θα είναι να αναλάβει την μετάδοση των παληών αρχέτυπων και συμβόλων και την ανασύνθεσή τους για δημιουργία νέων Μύθων για την ανθρωπότητα. Και τ' όνομά του θα είναι σίγουρα Μυθογράφος».

Αυτά έγραφε στο: «Εν αγκαλιά De Κρισγιαούρτι», εκδ. Απόπειρα, 1987, σ. 50, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, και πολλοί ενδιαφερόμενοι αναζητούν ήδη το μηχάνημα, προκειμένου να βρεθούν κι εκείνοι στον Θάλαμο του Μυθογράφφ, όπως τιτλοφορείται το δεύτερο βιβλίο του Κουτρουμπούση (Απόπειρα, 1992). Που παρέα με τον Μυθογράφφ του αράζει ανέμελος πότε στο Κεντράκι του Ταρζάν (Γαβριηλίδης, 2005), πότε στην Ταβέρνα του Ζολά (Ιστός, 1997: τίτλος-λογοπαίγνιο που συναγωνίζεται επάξια το αθέλητο χιούμορ του λαϊκού τραγουδιού: «Είμ' ένας άθλιος του Βίκτωρ Ουγκώ», με τον Γιάννη Κατσιμίχα), στέκια γεμάτα διηγήματα ιδιαίτερης μυθοπλασίας και φαντασίας, με ασυνήθιστους ήρωες και επεισόδια, διηγήματα ευφυή, χιουμοριστικά, πικρά, μελαγχολικά, παράδοξα, μελλοντολογικά, πρωτότυπα. Ο Κουτρουμπούσης αναπτύσσει τα «σουρεαλιστικά» του διηγήματα χρησιμοποιώντας μια δικής του εμπνεύσεως λαϊκότροπη γλώσσα, συντεθειμένη από την προφορική μας παράδοση, απ' τα μεσαιωνικά της προπαγανδιστικής φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου, από ιδιοδιαλέκτους και αργκό, γλώσσα γεμάτη «ελληνικούρες» και παλιομοδίτικες φράσεις, με ιδιόρρυθμη, εσκεμμένα εσφαλμένη σύνταξη («όπου τελείως τυχαία, έτυχεν μια παρέα...» «την εποχήν εκείνην, πριν από την εποχήν που έγιναν της μόδας οι συστηματικές σφαγές τουριστών και πιο πριν ακόμα») και πολυτονική καθαρεύουσα, η οποία εναρμονίζεται με κάθε άλλο τύπο. Ενα χαρακτηριστικό απόσπασμα του σπάνιου λογοτεχνικού του ύφους απ' το καταπληκτικό διήγημα: «Και πάλι Αθήνα» που περιγράφει το ξελόγιασμα ενός Γιαπωνέζου «μισθάνθρωπου-αρχιμπιζινέσουμαν», της εταιρείας ΚΟΥΜΑΣΙ INC, απ' τον (προ μνημονίου) αθηναϊκό τρόπο ζωής, και τη μετεξέλιξή του σε επιτυχημένο τραγουδιστή παλιών ελαφρών τραγουδιών που υμνούν την Αθήνα: «Τότε ήπιε τέσσερα σάκε απανωτά ο Ιαπωνέζος και μετά πήρε το μικρόφωνο, πάτησε την εκλογή του (σημ.: στο καραόκε) κι άρχισε να τραγουδάει ζωηρά, με ιαπωνέζικη προφορά, Αθήνα και πάλι Αθήνα, έτσι: "...κιαπό - ψεταχεί - λημου - αςπουν - Α - θήνακαι - πάλι Α - θήνακαι - γέροικαινιοικαι - παιδιάσα -γαπούν..." ...μέχρι τέλος (σημ: τραγούδησε) κι αυτό.... "Α! Α! Α! ο Υμηττός λέει με κέφι στην Πεντέλη, Α! Α! Α! λέει η ρετσίνα στο βαρέλι" (ντουμ-ντουμ-ντουμ)». Μετά: «Υποκλίθηκε και είπε ευχαριστώ, ντόμο αριγκάτο, όπου έπεσε πολύ χειροκρότημα απ' τα τραπεζάκια και φωνές, "Αθίνκ αμτέρνι Ζαπανίζ!... Αθίνκ αμτέρνι!" από μια παρέα, "Το αφεντικό τρελλάθηκε", από μιαν άλλην... μη τα ρωτάς. Ο κύριος Ματσούε καμάρωνε σαν γύφτικο σκερπάνι. Σε λίγο η πελατεία τραγούδαγαν μαζί του όλοι το Ομόνοια Πλας (...πιο 'κει κουλουρτζή ο ταμπλάς. Να η Ομόνοιααα Πλας). Πολύ γλέντι». Τελικά: «...η μανία του Γιοΐτσι Ματσούε είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις και πολλές μέρες δεν εμφανιζόταν καθόλου στο γραφείο... είχε εφοδιαστεί με καραόκε και μηχάνισμα εγγραφής σι-ντι σπίτι του κι εκεί ετοίμαζε τα δικά του προγράμματα, όπως τα 'θελε, κι είχε πουλήσει και την εκτενή συλλογή του από αγαλματάκια και κουρδιστούς Γκοτζίλες για να 'χει στα ράφια χώρο να βάλει τα μηχανίσματα και τα βιβλία για το αθηναϊκό και γενικά το ελληνικό τραγούδι... Ευτυχώς τους μοσχοπούλησε τους Γκοτζίλες σε πλειστηριασμό του Συλλόγου Γκοτζιλοφίλων Πατρών». Πού τραγούδαγε ο επαγγελματίας, πλέον, Γιαπωνέζος; «Η περιοχή που προτιμούσε ήτο η πρόσφατα αποκαλούμενη Τρικάθη (από το ΤΡΙγωνο Κάτω από ΑΘΗνάς)», στα κέντρα: "Νέος Τζίμης ο Χοντρός" (....) "Ο τελευταίος Γκάγκαρος"». Τι τραγούδαγε, εκτός από εξυμνητικά τραγούδια για την Αθήνα; «Ασματα, όπως την σειρά Πάμε, δηλαδή τα Πάμε σαν Αλλοτε, Πάμε στο Αγνωστο με βάρκα την ελπίδα, Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι, Εμπρός παιδιά πάμε για την Βουλιαγμένη...».

Οι τίτλοι των διηγημάτων του είναι ενδεικτικοί του κλίματος ευφορίας που δημιουργεί η «ψυχοτρόπος» λογοτεχνία του: «Κλάιν Μάι Πουτς: η Προέλευση, Ο Γονδολιέρης του Μεσολογγίου, Παντελόνια Κοντομάνικα κ.ά.» (από το: «Κεντράκι»). «Το Κλουβί που Τραγουδούσε, Οι Παιδεραστές της Πάουερ, Οι Μενιδιάτες του Διαστήματος, Τα Υπόγεια Ρετιρέ, Οι Κουρσάροι της Λίμνης της Βουλιαγμένης, Η Ανθρωποφαγία Μήτηρ Νοημοσύνης, Οταν ο Ναπολέων ήταν Ψηλός», κ.ά. (από το: «Μυθογράφφ»). «Ιπτάμενοι Δίσκοι Υπεράνω της Μουσουνίτσας, Οι Ελαφρόμυαλοι κι ο Σατανάς, Οι Γύφτοι που Μπορούσαν να Πετάνε» κ.ά. (απ' το: «Κρισγιαούρτι», το «Ταβέρνα» είναι εξαντλημένο και δεν το έχω διαβάσει. Αντίστοιχου ύφους και ευφορίας είναι και η δεκαπεντασύλλαβη «Βουκολική Παρτούζα» των: Νάρκισσου Προβοκάτση και Περίκαλλου Νουνεχή, εκδόσεις Μη Αμεσης Επανάστασης, του μακαρίτη Λεωνίδα Χρηστάκη).

Στυλοβάτες της γραφής τού Κουτρουμπούση η ακμαία και αναπάντεχη σουρεαλιστική φαντασία του, που αντλεί απ' την παγκόσμια και ελληνική ιστορία και συχνά κορυφώνεται σε μελλοντολογικά παράδοξα, η βλαχο-καθαρευουσιανο-αρχαιότροπη γλώσσα του, τα λογικώς ευτράπελα συμπεράσματα με τα οποία κλείνει τα σύντομα διηγήματά του: «Και κάτω απ' την ταμπέλα "Εξοχικόν κέντρον ο Λόρδος" είναι καρφωμένη μια μικρότερη που λέει: "Στο βάθος κήπος". Αφού και όλη η πυκνή ζούγκλα τριγύρω είναι σαν δική του» (Το κεντράκι του Ταρζάν), η επανεμφάνιση ηρώων, όπως ο καθηγητής Ρικολακόπουλος, ενώ πιο αγαπημένος του ήρωας είναι ο Χιτλεριάδης. Ο Κουτρουμπούσης είναι απ' τους ελάχιστους έλληνες συγγραφείς που επιλέγει ως ήρωα τον Χίτλερ, μπαίνοντας απ' ευθείας στην καρδιά της σύγχρονης Ιστορίας μαζί με τον δυσώνυμο ήρωά του, που όμως καθόρισε τη σύγχρονη εποχή: «Ο Χίτλερ στον Παράδεισο», «Με τον Χίτλερ στο Υπόγειο», «Με τον Χίτλερ χωρίς Υπόγειο», («Κρισγιαούρτι»), «Ο Χίτλερ ήταν αθώος», «Με τον Χίτλερ στον Τοίχο του Βερολίνου» («Μυθογράφφ»), κι έχει γυρίσει το ταινιάκι «Ο Χίτλερ ζει» με τον ίδιο και τον Πουλικάκο.

Η σάτιρα, όταν ανατρέπει τον εαυτό της, εξακοντίζει τη σοβαρότητα, έτσι ο Κουτρουμπούσης έγραψε για το Μακεδονικό: «Μαντπουμπλίκ ντε Μασεντονί». Για την πολύκλαυστη «Μαύρη Αθηνά» του Μπερνάλ (που αντιγράφει τις γελοιότητες του πατέρα της ορθοδοξίας Τατιανού περί πολιτιστικών «υπεξαιρέσεων» των αρχαίων Ελλήνων) έγραψε το: «Οι αρχαίοι Ελληνες ήταν Αραπάδες», ενώ «οι αρχαίοι ποτέ δεν είπαν μπέιμπι», μονολογεί ο ήρωάς του καπετάν-Κδόας συνοψίζοντας σε μια φράση όλη την ελληνική Ιστορία. Για την επιβολή του χριστιανισμού στην Ελλάδα έγραψε τα: «η Επιστροφή του Πανός στα χωρία της Παρνασσίδος», «Σάτυρος Μιστόκλης». Εγραψε επίσης μια εξαιρετικά εμπνευσμένη παράφραση της φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου, στην οποία παράφραση: «ο Αλέξανδρος εχάλασεν όλους τους παλληκαράδες δαιμονικούς του κόσμου των Κόμιξ, τον Στάρκο τον Ανελέητο, τον Μέταλλο, τον γιο του Σκοτώνη, τον Δόκτορα Μακάβριο τον Χειλαρά...», απόσπασμα που, προς εκπεφρασμένη αγανάκτηση των εργολάβων της αρχαιότητας, περιέλαβα στην εισαγωγή του πρώτου μυθιστορήματος στην Ιστορία, του περίφημου «Αλεξάνδρου Βίος», του Ψευδοκαλλισθένη, που πρωτομετέφρασα στη νεοελληνική (εκδ. Πατάκη, 1999).

Το σαρκαστικό-αυτοσαρκαστικό χιούμορ του Κουτρουμπούση (πικρά μελαγχολικό στο «Κεντράκι» -βλ.: «Η Αδελφή του Μετανάστη», «Μιστόκλης»- και συχνά εφιαλτικό ως προς το ανθρώπινο μέλλον) και τα πολλαπλά υπονοούμενα μέσω των ιδιαίτερων γραμματικών τύπων, της στρεβλής σύνταξης και των αποριών των ηρώων: («ο λόφος αξιωματικών είναι συνοικία πάνω σε λόφο, όπου όλοι ήσαν βαθμοφόροι; περιπτεράδες, καφενόβιοι, κουρείς... δικηγόροι... φουρνάρηδες... όλοι με βήμα στρατιωτικό, όλοι αξιωματικοί;»), κάνουν ακόμα πιο αστραποβόλες τις παρατηρήσεις του: «...η τερατώδης μεγαλούπολη εσφάδαζε και άφριζε μες στο ηλεκτροσόκ της δυτικοποίησης που δεν έλεγε να κοπάσει από σχεδόν μισόν αιώνα. Και δεν είχε τέλος αυτή η κατάσταση, από την μιαν άκρη του ηλεκτρονικού νεονφώτιστου Τόκιου μέχρι την άλλη... με τις βάρβαρες πίστες όπου στριμωχνόντανε τα λεφούσια των σινζινρούι της νεολαίας νεανθρώπων του Τόκιου, ήτοι: εξτρεμιστές χάκερς, πλαστικοντυμένες μαθητριούλες βιζιτούδες, βιομηχανοροκάδες, γοτθοναζί απ' τα σφαγεία... μια πιξελοφτιαγμένη σουρλουλού γκομενίτσα δεκαοχτάχρονη ντυμένη... την σχολική στολή ναυτάκι, με άσπρες καλτσούλες, μίνι φουστίτσα με πιέτες», «Εχοντας διδαχτεί και στο σχολείο αρχαία ελληνικά - βεβαίως ιαπωνικής άποψης, αλλά ξεχνιούνται ποτές οι Αρχαίοι, ακόμα και να θέλουμε...», «ηράσθει βαθέως την μορφήν και τον χαραχτήρα των Αθηνών, τα πανοράματα με το μόνιμο βρωμοκαστανί νέφος στον ορίζοντα, τους σκουπιδοσωρούς και τα σάπια στρώματα σε κάθε γωνία...» («Και πάλι Αθήνα»).

Ποιος όμως κρύβεται πίσω από το επόμενο τραύλισμα-θρήνο; «Είμαι φθαρμένος, γκοσποντίν αφέΝΤΗ, χτυπημένος, ζουληγμένος,ξε-ξε-φλουδισμένος, καταπατημένος, ναι, ναι. Βουλιά...α.-α...ζω λίγο... και στεγνώνω. Είμαι τσου-ρου-ΦΛΙ-σμένος... δεν μπορώ να στηλωθώ στα πόδια μου... οι μπαταρίες μου έχουν σχεδόν άδειά-σσσει... Αμα θέλεις αφέντη ρώτησέ με ό,τι νάαααναι και να δεις όλα τα ξέρω...». Οσο κι αν μοιάζει, δεν κρύβεται η Ελλάδα. Θρηνεί το «χαλασμένο ρομπότ των Αναμνήσεων, το μόνο ρομπότ που θυμάται», και ακούει στο όνομα: Μνημόνιος! (Η Μποέμικη ζωή).

Για τον ιδρυτή της περίφημης οργάνωσης ΚΔΟΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Αγνοια), συνομιλητή του Μπάροουζ («Ο Μπάροουζ στην Ουάσιγκτον», εκδ. Γαβριηλίδη, μαζί με το αφήγημα: «Εικόνες στην Αμμο»), σουρρεαλιστή, υπαρξιστή, κινηματογραφιστή, ζωγράφο (τα βιβλία του κοσμούνται με δικά του έργα), συνεργάτη του περιοδικού «Πάλι», συγγραφέα «ταχυδραμάτων», ποιητή («Η εποχή των ανακαλύψεων», εκδ. futura) Πάνο Κουτρουμπούση, που ηχογράφησε και μια σπάνια βραδιά με τον Βαμβακάρη και τον Παγιουμτζή στο θρυλικό κέντρο της Ιεράς Οδού «Σου Μου», και την ταραχώδη ζωή του μπορείτε να διαβάσετε στο «Κρισγιαούρτι». Είναι προφανές βέβαια πως αν απολαμβάναμε μιαν αρτιότερη λογοτεχνική παιδεία, το έργο του θα τύχαινε πολύ μεγαλύτερης υποδοχής. Το ότι δεν συμβαίνει, συνιστά «επίσημη» αναγνώριση της αξίας και του μοναδικού του ύφους. Αμή όμως και τι να περιμένεις σάματις, όταν είναι πια «οι καιροί που ο λαός έχει πάψει να δίνει βάση στην πενιά»; **

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία