Έντυπη Έκδοση

Το νέο βιβλίο του Ηλία Παπαμόσχου

Παραλλαγές σε ένα θέμα

Ηλίας Παπαμόσχος

Ο μυς της καρδιάς

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 110

Σε όλες τις κοινωνίες υπάρχει ένα τυπικό πένθους, που ορίζει τα εξωτερικά σημεία, κυρίως τα ενδυματολογικά, όπως, επίσης, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτά πρέπει να τηρούνται. Για τα εσωτερικά σημεία του πένθους δεν υπάρχουν κανόνες. Κανένα εθιμοτυπικό δεν μπορεί να ορίσει τον επιφανειακό χαρακτήρα ή τη βαθύτητα της θλίψης κι αν αυτή θα διαφύγει προς ανεξέλεγκτες καταστάσεις οδύνης και απόγνωσης. Αδυνατεί, επίσης, να προσδιορίσει και τη διάρκειά της. Κατά γενικότερη παραδοχή, το πένθος είναι μια περίοδος βαρυθυμίας και αποδιοργάνωσης. Οι μόνοι που γνωρίζουν ότι υπάρχει και ζωοποιό πένθος, είναι κάποιοι άνθρωποι της τέχνης, εκείνοι που μετουσιώνουν την οδύνη σε έργο. Πάντως, η δημιουργική περίοδος, που συνιστά απότοκο πένθους, δεν διαρκεί πολύ και, συνήθως, δίνει ένα ή, το πολύ, δύο έργα. Σε αυτόν τον κανόνα, η περίπτωση του Ηλία Παπαμόσχου δείχνει εξαιρετική. Το πένθος για εκείνον φαίνεται να είναι χρόνιο. Αργησε, ωστόσο, αυτό να γίνει ζωοποιό διά της συγγραφής. Παρ' ότι η απόφαση να ασχοληθεί με το γράψιμο ήταν ειλημμένη ήδη από τα είκοσί του, «οι λέξεις δεν τον επισκέφτηκαν» στον πρώτο θάνατο προσφιλούς του προσώπου, εκείνον της μητέρας του, που επήλθε τότε. Ούτε, δέκα χρόνια αργότερα, με τον πρόωρο θάνατο της μονάκριβης αδελφής του. Χρειάστηκε να τριτώσει το κακό στην πυρηνική οικογένεια, με την αποχώρηση του πατέρα, για να προβάλει καθαρά ως βασικό θέμα της γραφής του ο θάνατος. Μόλις οριστικοποιήθηκε το θέμα ή, για τους φροϋδικά σκεπτόμενους, με το που απεβίωσε ο πατέρας, άνοιξε ο δρόμος για τις λέξεις. Μόνο που δεν του έκαναν επίσκεψη τυπική, από εκείνες που σε πολλούς συμβαίνουν σε μια δύσκολη ώρα, αλλά μετεξελίχθηκε σε αρμένικη βίζιτα, χωρίς η συγγραφή να εκπίπτει στη μανιέρα. Τα του πένθους τα εξομολογείται ο ίδιος σε ορισμένα διηγήματα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά και στα υπόλοιπα, στα οποία η αφήγηση ξετυλίγεται σε τρίτο πρόσωπο, δεν επιστρατεύει προσωπεία. Και εκεί σαν να αφορμάται από προσωπικές εμπειρίες, όπως δείχνουν τα ονόματα των προσώπων, καθώς και άλλα ενδοκειμενικά και περικειμενικά στοιχεία.

Δική του είναι η φράση για την επίσκεψη των λέξεων, που στην περίπτωσή του δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Το κύριο χαρακτηριστικό των διηγημάτων του είναι η μετωνυμική ηδύτητα της γλώσσας, σύμφυτη με την προσήλωσή του στην πόλη της Καστοριάς. Εκεί γεννήθηκε το σωτήριον έτος 1967, την εγκατέλειψε για σπουδές, παρέτεινε την παραμονή του στην πρωτεύουσα για δώδεκα χρόνια, αλλά επέστρεψε. Οταν γύρισε είχε, μάλιστα, την αίσθηση ότι δεν έφυγε ποτέ. Κι αυτό, ακριβώς, το αίσθημα δείχνουν τα διηγήματά του. Η Καστοριά δεν είναι μόνο το σταθερό σκηνογραφικό πλαίσιο, όπως συμβαίνει, κατά κανόνα, με τη γενέτειρα ή τον τόπο κατοικίας. Οπως και ο ίδιος εξομολογείται, η ανθρωπογεωγραφία των διηγημάτων του είναι αντανάκλαση του δικού της κόσμου. Πέρα, όμως, από τους ανθρώπους και τους γνώριμους χώρους, είναι η ατμόσφαιρα της λιμναίας πολιτείας, εκείνη η μελαγχολία του στάσιμου νερού, που διαποτίζει τις ιστορίες του. Γέννημα, λοιπόν, της Καστοριάς ο συγγραφέας Παπαμόσχος, σε εφημερίδα της πόλης, την εβδομαδιαία «ΟΔΟΣ», δημοσίευσε τις πρώτες του ιστορίες. Και σε αυτήν, την υψηλών προδιαγραφών τοπική εφημερίδα, εξακολουθεί να δημοσιεύει διηγήματα.

Το 2004, κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή του και εντός επταετίας εκδόθηκαν άλλες τρεις. Το σύνολο 76 διηγήματα, με αδιόρατες, αλλά υπολογίσιμες διαφοροποιήσεις. Μια από αυτές, σημαντική όσον αφορά τις στοχαστικές αποφάνσεις του αφηγητή, είναι η επέκταση της περιγραφής και λίγο έξω από την πόλη, στο κοιμητήριο. Στο πρόσφατο διήγημα Η παγωμένη πόλη, ως συμπλήρωμα της εικόνας, αποτολμάει μια πρώτη ρεαλιστική περιγραφή αυτής της Βαβέλ της ανυπαρξίας, αλλά δεν αντέχει και διαφεύγει με μεταφορές και παρομοιώσεις. Μια λεπτομερής περιγραφή της «νεκρόπολης», όπως εκείνη του παλαιού σπιτιού, στο καταληκτικό διήγημα Κήποι Ι, ΙΙ, μένει για το μέλλον. Σε ένα διήγημα της προηγούμενης συλλογής, Παραλλαγές πάνω σ' ένα θέμα αμετάθετο, εξομολογείται πως δεν αντέχει να φροντίζει μνήματα. Για εκείνον, το αμετάθετο θέμα είναι η μνήμη. Ανακαλώντας μνήμες, φροντίζει τους νεκρούς του. Κι αυτό φαίνεται στην τριλογία του οικογενειακού «επιτάφιου θρήνου»: τα ομότιτλα διηγήματα των δύο πρώτων συλλογών, Καλό ταξίδι, κούκλα μου... και Του χρόνου κυνήγια, και το πρόσφατο Χριστουγεννιάτικο ξόδι. Στα διηγήματα, ανιστορούνται συμβάντα, άλλοτε με τη μορφή ρεαλιστικών διηγήσεων και άλλοτε σαν απόηχοι από αφηγήσεις παλαιότερων.

Μόνο όταν απλώνει τις ιστορίες του σε έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, η αφήγηση φτάνει και στα μνήματα. Η διάθεση, όμως, του αφηγητή παραμένει αμφίθυμη. Σε άλλες ιστορίες δίνει έναν ευτράπελο τόνο, ενώ σε κάποιες άλλες επιμένει σε μακάβριες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, στο διήγημα Το μέταλλο κελαηδάει, ο κουρέας των παιδικών του χρόνων, ένας αθυρόστομος τύπος, απόμαχος πια, πηγαίνει στο νεκροταφείο, όπου είναι θαμμένες οι δυο γυναίκες του, «καθαρίζει τους τάφους, τους ανάβει κερί, τους κάνει παρέα», αλλά και τις βρίζει που δεν του μαγειρεύουν πια. Ενώ στο Ξεχωμάτισμα δίνεται λεπτομερής περιγραφή ανακομιδής οστών. Ακέραιο το εθιμοτυπικό, συμπληρώνεται με σκηνές από την κηδεία και μελλοντικά πετάγματα στον τελικό αφανισμό κάθε ίχνους.

Σε αυτό το προσκλητήριο νεκρών, ο συγγραφέας δεν θυμάται μόνο όσους γεννήθηκαν και έζησαν στον τόπο του, αλλά και έναν ξενομερίτη, που οι συγκυρίες το έφεραν να ταφεί στην Καστοριά, τον Παύλο Μελά. Νέος, ωραίος, ευγενής, ερωτευμένος με την ιδέα της πατρίδας ο Μελάς, στάθηκε η πιο ρομαντική μορφή του Μακεδονικού Αγώνα. Αυτός ο πολύχρονος και αιματηρός αγώνας δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τους ιστοριογράφους, αλλά ο μύθος του Μελά ενέπνευσε τους λογοτέχνες, ιδιαίτερα ο θάνατος και η ταφή του. Τελευταίος ο Παπαμόσχος, σε μια μακριά σειρά, παίρνει θέση με τα δύο διηγήματά του, μετά τον Νίκο Μπακόλα, και το μυθιστόρημά του Η κεφαλή. Στο διήγημα της προηγούμενης συλλογής, Η ταφή του ήρωα Παύλου Μελά, περιγράφει την ταφή του ακέφαλου σώματος. Αντί, όμως, της ρεαλιστικής σκηνής, όπου ιερουργεί ο έτερος ήρωας, ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, περιγράφει μια «τέμπερα», ζωγραφισμένη από τον έναν από τους τρεις παραστεκάμενους ιερείς. Στην ίδια εκκλησία της Καστοριάς, τον μικρό βυζαντινό ναό του Ταξιάρχη της Μητροπόλεως, εκτυλίσσεται και το δεύτερο διήγημα, το Παραμύθι. Εκεί, «μες στην αγία τράπεζα κάτω από μια πλάκα, μέσα σ' ένα κουτί», τα κατάλοιπα του σώματος ενώθηκαν πρώτα με το κεφάλι, κοντά μισό αιώνα μετά θάνατον, και ακόμη αργότερα, με τα κατάλοιπα της αγαπημένης του Ναταλίας. Ενα μακάβριο σμίξιμο, που εκείνη θέλησε ως τέλος για το άτυχο ρομάντσο τους. Για άλλη μια φορά, η αφήγηση διαφεύγει πρώτα με την περιγραφή μιας φωτογραφίας του ζευγαριού από τα παλιά και μετά, με εκείνη του εγχάρακτου χταποδιού σε βήσαλο (κεραμίδι) της τοιχοδομής, που συμβολίζει όλους τους εξωτερικούς και εσωτερικούς μας δαίμονες.

Στις διαφοροποιήσεις των καινούριων διηγημάτων εντάσσεται η τάση του συγγραφέα να πολιορκεί, όλο και συχνότερα, το θέμα του, περιγράφοντας ζωγραφικούς πίνακες και φωτογραφίες. Ενα, μάλιστα, σύντομο διήγημα, των 120 λέξεων, συνίσταται στην περιγραφή της φωτογραφίας του Σεΐχη Abdul Hadi Misyd, φωτογραφημένου από τον Paul Strand, στο Δέλτα του Νείλου εν έτει 1959. Διάσημος μεν ο αμερικανός φωτογράφος, αλλά το διήγημα δείχνει παράταιρο σε ένα «ανθολόγιο» Καστοριανών. Για το θέμα του, που είναι τα σημάδια του χρόνου σε «ένα πρόσωπο - τοπίο», περισσεύουν οι φωτογραφίες γηγενών γερόντων από έλληνες φωτογράφους. Παράδειγμα, ο Καστοριανός Λεωνίδας Παπάζογλου, ο οποίος ήταν εκείνος που απαθανάτισε τον τάφο του Μελά και του οποίου το αρχείο, μαζί με την «τέμπερα», βρίσκεται στην κατοχή «του φίλου του Γιώργου».

Ακριβέστερα, βρισκόταν, αφού ο οδυνηρός θάνατός του είναι το θέμα του ομότιτλου διηγήματος της συλλογής, Ο μυς της καρδιάς. Και σε αυτό, η αφήγηση ξεκινάει με την περιγραφή ενός πίνακα, «έργο ενός Σέρβου ζωγράφου, με τίτλο, "Κορίτσι σε πισίνα"». Εδώ έχουμε τρία δεδομένα: πρώτον, ότι αυτός ο πίνακας αποτέλεσε το εξώφυλλο της μιας, μοναδικής και μεταθανάτιας συλλογής «του φίλου του Γιώργου», δεύτερον, ότι μέσα στο διήγημα ο Παπάζογλου, αν και δεν κατονομάζεται, αναφέρεται ως ένας ντόπιος φωτογράφος, που ανέσυρε από την αφάνεια «ο φίλος του Γιώργος» και τρίτον, ότι εκείνος, «από μικρό παιδί τρύπωνε σε παλιά σπίτια, ψάχνοντας το χρυσάφι». «Λόγω αυτών των τριών δεδομένων, πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να μνημονεύονται το όνομά του και ο τίτλος της συλλογής του, που ήταν, ακριβώς, Ψάχνοντας το χρυσάφι. Πρόκειται για τον Γιώργο Γκολομπία, τον οποίο έχουμε αναφέρει ως λογοτεχνικά συγγενή του Καβαλιώτη Κοσμά Χαρπαντίδη. Με αυτούς τους δυο Καστοριανούς και τους δυο Κοζανίτες του περιοδικού «Παρέμβαση», αρχίζει και η δυτική Μακεδονία να παίρνει τα πάνω της, σχηματίζοντας σταδιακά τη δική της λογοτεχνική φυσιογνωμία. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου