Έντυπη Έκδοση

ΠΕΘΑΝΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ, Ο ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ

Υπέκυψε ο πολέμιος των τυράννων

Μία από τις πιο προβεβλημένες, εκρηκτικές, τολμηρές, αλλά και αντιφατικές προσωπικότητες της εποχής μας, ο Βρετανός δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς, ο πιο διάσημος ίσως άθεος και πολέμιος της θρησκείας, συγγραφέας του περίφημου βιβλίου «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος» (εκδόσεις Scripta), πέθανε την Πέμπτη σε ηλικία 62 χρόνων, στο Χιούστον, από παρενέργειες καρκίνου του οισοφάγου.

Ο Κρίστοφερ Χίτσενς το 2008, στην παρουσίαση του βιβλίου του υπέρ της επιστροφής στην Ελλάδα των Μαρμάρων του Παρθενώνα Ο Κρίστοφερ Χίτσενς το 2008, στην παρουσίαση του βιβλίου του υπέρ της επιστροφής στην Ελλάδα των Μαρμάρων του Παρθενώνα Ηαρρώστια του,που είχε σκορπίσει παγκόσμια συγκίνηση, εκδηλώθηκε το 2010 ενώ προωθούσε την αυτοβιογραφία του «Hitch 22», που έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε και στα ελληνικά («Μεταίχμιο»), για να γνωρίσουμε καλύτερα έναν άνθρωπο που αγάπησε πολύ την Ελλάδα.

Το πρώτο βιβλίο που έβγαλε ήταν αφιερωμένο στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο («Cyprus», 1984) και ακολούθησε η πιο εύγλωττη επιχειρηματολογία που έγινε ποτέ υπέρ της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα («The Parthenon Marbles, The Case for Reunification»). Η πρώτη σύζυγός του (1981) ήταν η Ελληνοκύπρια Ελένη Μελεάγρου με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Στις σελίδες της συναρπαστικής αυτοβιογραφίας του περιγράφει τον αγώνα μας εναντίον της δικτατορίας, που τον έζησε από κοντά, τη συνάντησή του με τον Μανώλη Γλέζο, αλλά και την πρώτη επίσκεψή του στην Αθήνα, το 1973, για να παραλάβει το πτώμα της αγαπημένης του μητέρας, που είχε αυτοκτονήσει σε ξενοδοχείο παρέα με τον εραστή της.

Δεν είναι, πάντως, για τα παραπάνω που ο Κρίστοφερ Χίτσενς θα μείνει στην Ιστορία, αλλά για τους πολλούς και παθιασμένους αγώνες που ανέλαβε στη ζωή του. Παιδί μικροαστικής βρετανικής οικογένειας από το Πόρτσμουθ, που χάρη στην επιμονή της μητέρας του σπούδασε σε ιδιωτικά σχολεία και στην Οξφόρδη, από πολύ νωρίς ταυτίστηκε με τους τροτσκιστές και εντάχθηκε στο κίνημα των Διεθνιστών Σοσιαλιστών. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ και η δικτατορία στην Ελλάδα σφράγισαν την πολιτικοποίησή του. Ως ανταποκριτής του αριστερού βρετανικού περιοδικού «The New Statesman», του αμερικανικού «The Nation», αλλά και άλλων εντύπων, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του γυρίζοντας ανά την υφήλιο: Βόρεια Ιρλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Αργεντινή.

Αριστερά και περιπλάνηση

Η απομάκρυνσή του από την Αριστερά ήταν σταδιακή και επεισοδιακή. Στην αρχή (1982) τάχθηκε υπέρ της βρετανικής εισβολής στα Φόκλαντς και στη συνέχεια δεν της συγχώρησε την κατά τη γνώμη του χλιαρή υποστήριξή της στον φίλο του Σαλμάν Ρούσντι, την εποχή (1989) που οι Ιρανοί μουλάδες εξέδωσαν εναντίον του τη φάτουα για τους «Σατανικούς στίχους». Από τότε ο Χίτσενς θεωρούσε ότι τα ριζοσπαστικά ισλαμικά στοιχεία αποτελούσαν τεράστιο κίνδυνο για τις δυτικές αρχές της πολιτικής δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Γράφει στη βιογραφία του για την υπόθεση Ρούσντι: «Οσα μισούσα συγκρούονταν με όσα αγαπούσα. Αυτά που μισούσα: δικτατορία, θρησκεία, ανοησία, δημαγωγία, λογοκρισία, εκφοβισμός, τρομοκράτηση. Αυτά που αγαπούσα: λογοτεχνία, ειρωνεία, χιούμορ, το άτομο, η υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης».

«Χτυπημένος» από τις παρενέργειες των θεραπειών για τον καρκίνο του οισοφάγου στο νοσοκομείο Χιούστον, όπου νοσηλευόταν μέχρι τέλους «Χτυπημένος» από τις παρενέργειες των θεραπειών για τον καρκίνο του οισοφάγου στο νοσοκομείο Χιούστον, όπου νοσηλευόταν μέχρι τέλους Μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους ταυτίζεται με τους Βρετανούς φίλους τού Ρούσντι, Ιαν ΜακΓιούαν και Μάρτιν Εϊμις, που εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις ΗΠΑ και κατακεραυνώνει τον Νόρμαν Μέιλερ, τον Τζον Απντάικ, τη Σούζαν Σόνταγκ και τον Νόαμ Τσόμσκι, που, όπως γράφει, «σαν να παρέλυσαν» φοβούμενοι μήπως ταυτιστούν με τον Μπους. Ο ίδιος δεν δίστασε να ταχθεί υπέρ της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ (2003) και δεν άλλαξε ποτέ γνώμη.

Αυτό δεν τον έκανε να κατεβάσει τους τόνους απέναντι σε άλλους Αμερικανούς πολιτικούς που σιχαινόταν. Το 2001 κατηγόρησε τον υπουργό Εξωτερικών του Νίξον ως εγκληματία πολέμου στο βιβλίο του «Η δίκη του Χένρι Κίσινγκερ» (εκδόσεις Εστία) και αφιέρωσε ένα βιβλίο πολεμικής στον Μπιλ Κλίντον.

Ο πιο προβεβλημένος, όμως, αγώνας της ζωής του ήταν εναντίον του θεού και της θρησκείας (κάθε θρησκείας). Πρώτα περιέλαβε μια γυναίκα, την οποία όλη η Δύση θεωρούσε αγία. Στο βιβλίο του «Μητέρα Τερέζα: Θεωρία και Πράξη» (εκδόσεις Στάχυ) κατήγγελλε ότι η μικρόσωμη μοναχή προσηλύτιζε τους φτωχούς Ινδούς στην πιο αντιδραστική εκδοχή του ρωμαιοκαθολικισμού. Και στο μπεστ σέλερ του «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος» γράφει ανάμεσα σε άλλα εμπρηστικά: «Η Βίβλος σίγουρα δικαιολογεί ένταλμα σύλληψης για ανθρώπινο τράφικινγκ, εθνοκαθάρσεις, αγοραπωλησίες γυναικών και σφαγές χωρίς αιτία. Γράφτηκε από άξεστα, απολίτιστα ανθρώπινα θηλαστικά».

Κάποιοι περίμεναν ότι ο καρκίνος και ο θάνατος θα τον έφερναν κοντά στον Θεό. Τους απογοήτευσε. Τον Νοέμβριο του 2010, ασθενικός και χωρίς μαλλιά από τη χημειοθεραπεία, κατατρόπωσε τον θρήσκο Τόνι Μπλερ σε ένα ντιμπέιτ στο Τορόντο με θέμα: «Είναι η θρησκεία μια δύναμη του καλού για την ανθρωπότητα;».

Δηλώσεις για το θάνατό του έκαναν οι Σαλμάν Ρούσντι, Μάρτιν Εϊμις, Ιαν ΜακΓιούαν, ακόμα και ο αντιπρόεδρος της βρετανικής κυβέρνησης Νικ Κλεγκ. Η πιο εύστοχη ανήκει στον επίσης άθεο συγγραφέα Ρίτσαρντ Ντόκινς: «Ηταν ένας γενναίος πολέμιος όλων των τυράννων, του Θεού συμπεριλαμβανομένου». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Βρετανία