Έντυπη Έκδοση

Τα Δεκεμβριανά φεύγουν, η Βάρκιζα έρχεται...

Ενα οδοιπορικό από το αιματοκύλισμα τον Δεκέμβρη του 1944, πριν από 68 χρόνια, στις τριμερείς συνομιλίες (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-κυβέρνησης) και την κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ ΕΛΑΣ και Βρετανών, μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας με την «ήττα» του ΕΑΜ, και το ρόλο του Γεωργίου Παπανδρέου

Στις 20 Ιανουαρίου του 1945 άρχισαν οι συνομιλίες ανάμεσα στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Παράλληλα, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ δήλωνε ότι αναγνώριζε τους θεσπισμένους κανόνες για τους αιχμαλώτους πολέμου και επέτρεπε στον Ερυθρό Σταυρό να δράσει ελεύθερα στις περιοχές που ήλεγχαν οι δυνάμεις της Αριστεράς.

Βρετανοί στρατιώτες με μυδράλιο «οχειρομένοι» στου Μακρηγιάννη Βρετανοί στρατιώτες με μυδράλιο «οχειρομένοι» στου Μακρηγιάννη Λίγες μέρες πριν, στις 11 Ιανουαρίου, είχε υπογραφεί η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Βρετανών, ύστερα από σχεδόν 38 ημέρες σκληρών συγκρούσεων στην Αθήνα. Η Συνθήκη Ανακωχής -που σηματοδοτούσε επί της ουσίας την ήττα του αριστερού αντιστασιακού κινήματος- υπογράφτηκε από τους Παρτσαλίδη, Ζεύγο, Αθηνέλη και Μακρίδη ως εκπροσώπους του ΕΛΑΣ και του στρατηγού Σκόμπι από την πλευρά των βρετανικών στρατευμάτων. Η Συνθήκη προέβλεπε την απόσυρσης ων δυνάμεων του ΕΛΑΣ βόρεια και νότια της Αθήνας. Παράλληλα καθοριζόταν και η γραμμή της νέας «αντιπαράταξης» των δυνάμεων. Στο Βορρά η γραμμή αυτή ακολουθούσε τον οδικό άξονα Ιτέα-Αμφισσα-Λαμία-Δομοκός-Φάρσαλα και νότια τη γραμμή Πύργου-Αργους. Παράλληλα, συμφωνήθηκε και η αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και τα νησιά.

Η αιματηρή αυτή σύγκρουση, αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας από την τριπλή φασιστική κατοχή και ενώ ακόμα συνεχιζόταν αμείωτος ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ανέδειξε τις νέες ισορροπίες και τις νέες σφαίρες επιρροής στη μεταπολεμική Ευρώπη.

Η ηθική σημασία

Η Ελλάδα είχε γνωρίσει μια τετράχρονη σκληρή Κατοχή από τους Γερμανούς ναζί και τους συνεργάτες τους, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες. Θεωρείται ότι τόσο σκληρή συμπεριφορά κατά κατακτημένου λαού, οι ναζί επέδειξαν μόνο στην περίπτωση της Ουκρανίας. Περίπου 10% του ελληνικού λαού θα χαθεί αυτή την εποχή. Αυτό θα συμβεί, μόλις 18 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν οι Ελληνες της Ανατολής έχασαν το 40%, περίπου, του πληθυσμού τους από τους Τούρκους εθνικιστές και οι διασωθέντες είχαν βρεθεί ως πρόσφυγες σε έναν άξενο τόπο, βιώνοντας έντονες αντιθέσεις με τον γηγενή πληθυσμό, ευρισκόμενοι σχεδόν σε διαρκή σύγκρουση με το πολιτικό σύστημα.

Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα γιγάντιο κίνημα αντίστασης, το οποίο ονειρεύτηκε το δημοκρατικό μετασχηματισμό της Ελλάδας. Ακόμα και το ΚΚΕ, δηλαδή η δύναμη που σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε σ' αυτό το αντιστασιακό κίνημα, είχε εγκαταλείψει τους στόχους περί κομμουνιστικού μετασχηματισμού και ένταξης της Ελλάδας στο σοβιετικό στρατόπεδο. Με τις Συνθήκες του Λιβάνου και της Καζέρτας είχε αποδεχτεί ως μεταπολεμικό πλαίσιο τη δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και την ένταξή της στο δυτικό κόσμο. Εκείνη την εποχή το ΚΚΕ ήταν απολύτως προσηλωμένο στην ιδέα του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου. Το «λαϊκοδημοκρατικό» του όραμα ελάχιστες σχέσεις είχε δομικά με τη μονοκομματική σταλινική δικτατορία που υπήρχε στη Σοβιετική Ένωση. Το ΕΑΜ νομιμοποιούσε την πολιτική αυτή του ΚΚΕ, το οποίο διεκδικούσε τη διαμόρφωση δημοκρατικών πλειοψηφιών μέσω των εκλογών. Φυσικά, η πολιτική της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ καθοριζόταν από τις ιδεολογικές, οργανωτικές και πολιτικές σχέσεις που είχαν εγκαθιδρυθεί στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ο «εργατικός διεθνισμός» που εξαρχής είχε οδηγήσει σε μια άκριτη και μεταφυσική ανάδειξη της Σοβιετικής Ενωσης σε καθοδηγήτρια «μητέρα-πατρίδα», είχε παραγάγει μια απόλυτη οργανωτική εξάρτηση από την Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), την οποία διέλυσε ο Στάλιν το 1943. Και όταν η ΕΣΣΔ, βαθμιαία αλλά γρήγορα, κατά τη δεκαετία του '30, μετεξελίχθηκε σ' ένα περίκλειστο αυταρχικό σταλινικό κράτος, οι παλιές ιδεολογικές συνάφειες και οι οργανωτικές εξαρτήσεις θα χρησιμοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των κυνικών κρατικών συμφερόντων. Ετσι ερμηνεύεται η παθητική στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά τα Δεκεμβριανά, όταν ξεκίνησε η σύγκρουση με τους Βρετανούς, τα ελληνικά στρατεύματα της Μέσης Ανατολής και τους δωσίλογους των ναζί, ενώ ο εφεδρικός ΕΛΑΣ ήταν μη ικανοποιητικά εξοπλισμένος. Παραγνωρίζοντας απολύτως την έγκαιρη διαπίστωση του Αρη Βελουχιώτη, ο οποίος στις 22 Σεπτεμβρίου του '43 έγραφε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ: «Οι Αγγλοι θα επιβάλουν ένα φασιστικό καθεστώς με άλλο όνομα αν τους αφήσουμε να επικρατήσουν...».

Η χαμένη ευκαιρία

Πάντως η μεταπολεμική παρουσία τόσο της μεγάλης δημοκρατικής Αριστεράς, που είχε εκφραστεί μέσα από το ΕΑΜ, όσο και του φιλοσοβιετικού ΚΚΕ, δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δημοκρατικής χώρας, που δεν θα ήταν ένα άβουλο προτεκτοράτο, όπου θα υπήρχε εξισορρόπηση των έξωθεν επιρροών.

Η αναζήτηση ευθυνών για τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών, αλλά και για τα όσα ακολούθησαν και οδήγησαν στον Εμφύλιο ενάμιση χρόνο μετά, απασχολεί έως σήμερα τους ιστορικούς. Μια ενδιαφέρουσα απάντηση έδωσε ο ιστορικός Θανάσης Σφήκας στο βιβλίο του «The British Labour Government and the Greek War», όπου υποστηρίζει ότι η κύρια αιτία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι η βρετανική επέμβαση. Ο ιστορικός Γιάννης Ιατρίδης παρουσιάζει ως εξής τα ενδιαφέροντα συμπεράσματα του Σφήκα: «Σύμφωνα με την άποψή του, που βασίζεται σε μια εντυπωσιακή ποικιλία κυρίως βρετανικών διπλωματικών αρχείων και ιδιωτικών συλλογών, η πολιτική των κυβερνήσεων Τσόρτσιλ και Ατλι, αντιπροσωπεύοντας μια νέα μορφή ιμπεριαλισμού, είχε στόχο να μετατρέψει την Ελλάδα σε βρετανικό προτεκτοράτο, απομακρύνοντάς την από τον έλεγχο της Μόσχας. Η στρατηγική τους συμπεριελάμβανε τη συντριβή της Αριστεράς τον Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, τη λευκή τρομοκρατία, τη νίκη της Δεξιάς στις εκλογές του 1946 και την παλινόρθωση της μοναρχίας...».

Η ελιτ της Μέσης Ανατολής

Η προσπάθεια πλήρους γεωπολιτικού ελέγχου από τον αγγλοσαξονικό παράγοντα εξέφραζε απολύτως και τα παλαιά ελληνικά αστικά στρώματα, καθώς και τις παραδοσιακές κυρίαρχες ελίτ που είχαν διαφύγει στη Μέση Ανατολή και είχαν απολέσει κάθε λαϊκό έρεισμα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το ποιες ήταν αυτές οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που ταύτισαν την επιβίωση και την κυριαρχία τους με τη μετατροπή της Ελλάδας σε αγγλοσαξονικό προτεκτοράτο, περιγράφεται εξαιρετικά σε έκθεση που συνέταξε το 1947 προς τον Αμερικανό πρόεδρο Τρούμαν ο επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής, Paul Α. Porter: «Εδώ δεν υπάρχει κράτος!

Υπάρχει μόνο μία ιεραρχία πολιτικών, ο ένας χειρότερος από τον άλλον.

Μοναδική τους έννοια, η κατάκτηση της εξουσίας... Στόχος τους είναι να χρησιμοποιήσουν την ξένη βοήθεια για τη διαιώνιση των προνομίων μιας μικρής κλίκας που έχει την έδρα της στην πλατεία Κολωνακίου...».

Ο μοιραίος Ελληνας πολιτικός που διευκόλυνε και ενθάρρυνε από τα μέσα του '44 τη βρετανική ανάμιξη στην Ελλάδα, υπήρξε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Φαίνεται πλέον σήμερα, ότι με μια σειρά από μεθοδευμένες κινήσεις μαζί με τους Βρετανούς, έσυρε την ηγεσία του ΚΚΕ στην παγίδα μιας αναπόφευκτης και μοιραίας σύγκρουσης για την οποία ο ηγέτης του τότε Αγροτικού Κόμματος, Κώστας Γαβριηλίδης, έγραψε: «...Υπάρχουν σήμερα αρκετοί που υποστηρίζουν πως η αντίσταση του Δεκέμβρη δεν έπρεπε να γίνει και πως η καθοδήγηση του ΕΑΜικού κινήματος έπεσε στην παγίδα που της έστησε η αντίδραση. Μια τέτοια θέση είναι εσφαλμένη και επιπόλαια. Αν εξετάσουμε τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης, θα δούμε πως αυτή ήταν αναπόφευκτη...».

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ, μαθηματικός. Μελέτησε τις ελληνικές σοβιετικές κοινότητες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της ελληνικής Διασποράς στην ΕΣΣΔ. Είναι συγγραφέας βιβλίων για τον παρευξείνιο ελληνισμό, την ελληνική Διασπορά, τις διαδικασίες μετάβασης της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών, καθώς και για θέματα που σχετίζονται με το ιστορικό Τραύμα και τη διαχείριση της Μνήμης.

Τι είδε ο Βρετανός

Μια πολύ ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Βρετανού αξιωματικού W. Byford-Jones που υπηρετούσε εκείνη την εποχή στην Αθήνα, δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του «The Greek Trilogy» (Resistance-Liberation-Revolution), εκδ. «Hutchinson and Co.», Λονδίνο, 1945, σ. 137-139:

«Αντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα» «Αντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα» «Αυτό που έγινε στη συνέχεια ήταν τόσο ασύλληπτα εξωπραγματικό που ένιωθα σαν να παρακολουθώ ταινία. Η αστυνομική διμοιρία από πάνω μας άδειασε τα όπλα της στη διαδήλωση. Είχα ακούσει ατέλειωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις οποίες είχα και δεν είχα πιστέψει. Είχα δει ανθρώπους που γνώριζα και αγαπούσα πολύ, να σκοτώνονται δίπλα μου στο πεδίο της μάχης, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να με προετοιμάσει γι' αυτό που αντίκρισα σ' εκείνον τον πλατύ, ηλιόλουστο, δεντροστοιχισμένο δρόμο, πλημμυρισμένο από ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, μια αναπνοή από τα αρχαία μνημεία της πρώτης δημοκρατίας, με τη γλυκιά ηχώ της καμπάνας να αιωρείται ακόμα πάνω από το ήσυχο κυριακάτικο αεράκι. Στην αρχή νόμισα ότι η αστυνομία έριχνε άσφαιρα, ή ότι πυροβολούσε στον αέρα πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος. Το ίδιο πίστεψαν και πολλοί άλλοι.

Ομως το χειρότερο είχε συμβεί. Αντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, γεμάτοι ψυχή και περηφάνια, κουνώντας τις σημαίες τους, και τις σημαίες μας, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα ή στις σημαίες που κρατούσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Μια νέα κοπέλα με λευκή μπλούζα που σιγά σιγά κοκκίνιζε από το αίμα στο στήθος της. Ενας νέος άντρας, με ένα σημάδι σαν από αγκίστρι, να σφαδάζει κι έπειτα από λίγο να ξεψυχάει. Ενα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν πάνω από μισή ώρα, όλοι τους από την πλευρά της αστυνομίας, κι ενώ οι υποστηρικτές του ΕΑΜ παρέμεναν ξαπλωμένοι στο έδαφος.

Είδα κάποιους Αγγλους κοκκινοσκούφηδες να τρέχουν στο αστυνομικό τμήμα αλλά δεν ξέρω αν ήταν για να σταματήσουν τους πυροβολισμούς. Οταν οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, σε μια στιγμή ο κόσμος σηκώθηκε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, και βλέποντας τότε πια ποιοι είχαν σκοτωθεί, ποιοι ήταν τραυματίες, ποιοι σώθηκαν. Μαζεύτηκαν κατά ομάδες κοιτάζοντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας το όνομά τους και ανακοινώνοντάς το και στους άλλους.

Οι συγγενείς έτρεξαν στα πτώματα κι άρχισαν να κλαίνε από πάνω τους υστερικά. Πάνω από εκατό διαδηλωτές, γυναίκες και άντρες όλων των ηλικιών κείτονταν νεκροί ή τραυματίες.

Πολλές χιλιάδες κόσμου βρυχώταν εκτοξεύοντας απειλές και βρισιές στην αστυνομία.

Ηταν η πιο αποκρουστική σκηνή που έχω δει ποτέ.

"Θα μπούνε όλοι στο αστυνομικό τμήμα τώρα", είπε κάποιος που βρισκόταν κοντά μου.

Βρετανικά τανκς κατέφτασαν και άρχισαν να παίρνουν θέσεις γύρω από το κτήριο, φτιάχνοντας ένα σιδηρούν προστατευτικό παραπέτασμα στις δύο πλευρές του αστυνομικού τμήματος.

Οι διαδηλωτές στρίγκλιζαν και ούρλιαζαν, έσκιζαν τα πουκάμισά τους και φώναζαν

"Σκοτώστε με, δειλοί, τσιράκια του Παπαντρέου!"

Οσοι βρεθήκαμε μέσα στη γραμμή του πυρός, περίμεναμε ανά πάσα στιγμή την ένοπλη απάντηση του ΕΑΜ.

Στην ταράτσα των γραφείων του ΚΚΕ υπήρχε ένα πολυβολείο που θα μπορούσε να θερίσει την αστυνομική ζώνη με καταιγιστικά πυρά. Αλλά το ΕΑΜ αρκέστηκε στις κατάρες και τις απειλές.

Ηταν τέτοια η οργή του πλήθους που, αν είχαν ανοίξει πυρ, ο εμφύλιος θα ξέσπαγε εκείνη την ίδια στιγμή. Οσοι παρακολουθούσαμε μαζέψαμε τους τραυματίες και τους βάλαμε σε αυτοκίνητα που τους μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εγώ μετέφερα ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που πυροβολήθηκε στο πόδι κι είχε ένα επιπόλαιο επιφανειακό τραύμα στο κεφάλι. Ηταν χλωμή και υποσιτισμένη, και με κοίταζε χαμογελώντας ανόρεχτα».

(Πηγή: Θόδωρος Κουτσουμπός, Ελλάδα 1941-1945. Πόλεμος των χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2003).

Η άποψη του Γεωργίου Παπανδρέου

Χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία των Δεκεμβριανών από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπανδρέου σε κείμενό του στην «Καθημερινή» της 2ας Μαρτίου του 1948, καθώς αντικρούει τις θέσεις του διευθυντή της εφημερίδας:

«...Και ερχόμεθα εις τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Γράφετε: "Ο Υψιστος μάς έκαμε δώρον την Επανάστασιν και τα Δεκεμβριανά. Διότι τι θα συνέβαινε αν δεν εγίνοντο; Διά να μη γίνουν ήμεθα τότε εις κάθε υποχώρησιν έτοιμοι, θα εδίδαμεν εις τους Κομμουνιστάς και ένα και δύο υπουργεία, ακόμα και πέντε. Σιγά σιγά θα τους παραδίδαμεν -για να μη γίνει Επανάστασις- και την Διοίκησιν και τον Στόλον και τον Στρατόν. Θα τους τα εδίδαμεν όλα".

Η διαφωνία μου είναι απόλυτος. Οχι ότι δεν υπήρξε "δώρον του Υψίστου" ο Δεκέμβρης... Αλλά ότι "θα τους τα εδίναμε όλα...". Διότι συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον: "τους τα επαίρναμε όλα...". Και διότι επεμεί-ναμεν, απεφά-σισαν την Στά-σιν...».

Μια σύντομη αποτίμηση

Παρ' ότι πέρασαν 68 χρόνια από τα γεγονότα και μεσολάβησε πληθώρα ιστορικών μελετών, η γενική εντύπωση για τα Δεκεμβριανά δεν μετατοπίστηκε πολύ από τη φιλολογία της «εξέγερσης των κομμουνιστών», το βασικό επιχείρημα νομιμοποίησης της πολιτικής του Τσόρτσιλ στην Ελλάδα τότε.

Ωστόσο, παρ' ότι οι αντιφάσεις μιας τέτοιας προσέγγισης είναι κραυγαλέες, αβασάνιστα παρακάμπτεται το γεγονός ότι το ΕΑΜ παρέδωσε υποδειγματικά την εξουσία κατά την απελευθέρωση, ότι απουσιάζει οποιοδήποτε έγγραφο ή μαρτυρία που έστω και ακροθιγώς θα έθετε στους κόλπους του θέμα εξουσίας, ότι ο ΕΛΑΣ επιδόθηκε σε μάχες που δεν απείλησαν στο ελάχιστο τα καθαυτό κέντρα πολιτικής εξουσίας. Ούτε φαίνεται να ξενίζει το ότι δεν επιχειρήθηκε καν να προπαγανδιστεί από το ΚΚΕ η υποτιθέμενη επαναστατική προοπτική, ότι δεν αξιοποιήθηκε το πλέον αξιόμαχο τμήμα του ΕΛΑΣ, ότι αφέθηκε να υποσκελιστεί και αριθμητικά από τους Βρετανούς, ότι ουδέποτε αποτιμήθηκαν τα Δεκεμβριανά ως απόπειρα κατάληψης της εξουσίας. Και πώς να συνέβαινε διαφορετικά, αφού, ακόμα και εκεί που είχε εισέλθει ο Κόκκινος Στρατός (Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία), ο Στάλιν απέκλεισε σε εκείνη τη φάση μονοκομματικές «επαναστατικές» λύσεις.

Οι απορίες για τα Δεκεμβριανά, εντούτοις, θα είχαν εύκολα απαντηθεί αν ξέφευγε κανείς από το σχήμα ανάγνωσης «επανάσταση-αντεπανάσταση» και αντιμετώπιζε τα πράγματα ως γνήσιες ιστορικές διαδικασίες. Μια συγκέντρωση της Αριστεράς που δέχθηκε μια δολοφονική επίθεση, η ανεξέλεγκτη οργή που προκάλεσε, η πεποίθηση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη ένα πραξικόπημα της Ακροδεξιάς, που απαιτούσε άμυνα. Η αφορμή για τους Βρετανούς να συγκρουστούν με το ΕΑΜ. Αυτά ήταν τα πλαίσια αναφοράς των Δεκεμβριανών. Και τέλος, η προσπάθεια της ηγεσίας του ΚΚΕ να διατηρηθεί η σύγκρουση σε διαχειρίσιμα, προς συνεννόηση πλαίσια. Ετσι, απομάκρυνε τους «ένθερμους», όπως τον Βελουχιώτη, από το κέντρο των μαχών, επιχείρησε να αποφύγει την επέκταση της εμπλοκής, αρνήθηκε στους στρατιωτικούς, όπως το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, να διευθύνουν τη σύγκρουση, επιχείρησε έναν ευπρεπή συμβιβασμό (η πιθανή κυβέρνηση Σοφούλη).

Αλλωστε, η ετοιμότητα να υπογράψει το ΕΑΜ στη Βάρκιζα μια συμφωνία που καταφανέστατα το αδικούσε, επιβεβαιώνει του παραπάνω λόγου το αληθές.

(*) Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι ιστορικός.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Στη στήλη
Ιστορικά