Έντυπη Έκδοση

Η αποφορά των ανίερων εγκλημάτων

Σέρχιο Μπλάνκο, «Κίεβο».
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη Ομάδα Νάμα - Θέατρο «Επί Κολωνώ»

Φιλαρέτη Κομνηνού, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (εναλλάξ στον κεντρικό ρόλο). Θέατρο  «Επί Κολωνώ» Φιλαρέτη Κομνηνού, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (εναλλάξ στον κεντρικό ρόλο). Θέατρο «Επί Κολωνώ» Στη στιβαρή και απόλυτα θεατρική μετάφραση των Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και Δημήτρη Ψαρρά, δύο μεταφραστών που έχουν αφοσιωθεί στη μετάφραση και προβολή στην Ελλάδα της ευρύτερης ισπανόφωνης δραματουργίας, ανεβάστηκε στο Θέατρο «Επί Κολωνώ» και σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη το έργο «Κίεβο» (2007) του Ουρουγουανού, πολιτογραφημένου Γάλλου, Σέρχιο Μπλάνκο. Πρόκειται για ένα πολιτικό έργο με ποικίλες στρωματώσεις αφού ο μεν μύθος και η δομή του αναδιατυπώνουν, υπό μία έννοια, εκείνους του τσεχοφικού «Βυσσινόκηπου», ενώ οι αναφορές του αφορούν σε παλαιά σύμβολα και σύγχρονες πολιτικές καταστάσεις των οποίων οι οικονομικές δομές συνδέονται άμεσα με δικτατορικά καθεστώτα.

Το θέρετρο όπου διαδραματίζεται η υπόθεση ταυτίζεται με τον τόπο του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ. Εκατό χρόνια μετά, εκεί όπου οι βυσσινιές κόπηκαν για να αφήσουν χώρο στις βίλες που ονειρεύτηκε ο νέος ιδιοκτήτης Λοπάχιν, υπακούοντας στα κελεύσματα του ανερχόμενου καπιταλισμού, τώρα εισβάλλουν μπουλντόζες που γκρεμίζουν τις βίλες με τις πισίνες για να δώσουν χώρο σε νέες κατασκευαστικές δραστηριότητες. Μόνο που η βίλα των Μπαντενβάιλερ (επίθετο που οφείλεται στην ομώνυμη γερμανική πόλη όπου ο Τσέχοφ έγραψε τον «Βυσσινόκηπο») κρύβει τα δικά της αποτρόπαια μυστικά, καθώς τα χρόνια που η νέα του ιδιοκτήτρια Εϊρεν έλειπε -μετά τον πνιγμό του μικρού της γιου στην πισίνα (σε αντιστοιχία με την τσεχοφική Λιουμπόφ)-, μετατράπηκε από τον αδελφό της Εσβαλντ σε τόπο βασανιστηρίων: στη μεγαλοαστική πισίνα σαπίζει, πλέον, η ιστορική μνήμη.

Η αναφορά παραπέμπει στα βασανιστήρια που έγιναν σε χώρες υπό δικτατορικά καθεστώτα με την ανοχή των πολιτών τους, αφού λάμβαναν χώρα σε κατασχεμένες βίλες όπως η Βίλα Γκριμάλντι στα περίχωρα του Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πινοσέτ στη Χιλή. Από την άλλη, το Κίεβο του τίτλου συνιστά πόλη-έμβλημα της καταστροφής από το Τσερνομπίλ αλλά και πόλη-πνευματικό κέντρο της ρωσικής χριστιανοσύνης. Οι παραπάνω συμβολισμοί συνυπάρχουν, καθιστώντας το Κίεβο του έργου έναν εκτός πραγματικού γεωγραφικού χώρου τόπο. Το κείμενο κινείται μεταξύ ρεαλισμού και παραλόγου έως ότου αποδειχτεί ότι το παράλογο είναι συμφυές προς τις μεθοδεύσεις του κεφαλαίου. Ο λόγος που θα αρθρώσουν τα μόνα υγιή άτομα της οικογένειας θα κατακρεουργηθεί μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ως μικρογραφία της κοινωνίας, η μετα-τσεχοφική οικογένεια διαποτίζεται από τη γενικευμένη σήψη, την αποφορά της μυστηριώδους πισίνας με το θολό νερό.

Λιτός χώρος

Το πολυεπίπεδο κείμενο ανέβηκε στον λιτά σκηνογραφημένο χώρο από τον Γιώργο Χατζηνικολάου, που αναπαριστά το μέρος του κήπου δίπλα στην πισίνα. Η τελευταία προβάλλεται αφαιρετικά, με βιντεοσκοπημένα (από τον Μιχάλη Κλουκίνα) τα νερά της, κάθετα, στο βάθος της σκηνής, με έναν βατήρα τοποθετημένο μπροστά της. Οι ξαφνικές συσκοτίσεις, η αναταραχή των υδάτων, τα ηχητικά ακούσματα διαρρηγνύουν το ρεαλιστικό κέλυφος του έργου δημιουργώντας την αίσθηση μιας εξώκοσμης, απροσδιόριστης απειλής.

Η είδηση του κατεστραμμένου Κιέβου (αληθινή ή ψεύτικη;) εντείνει την ανησυχία την ίδια στιγμή που η οικογένεια καταναλώνεται σε καθημερινές αψιμαχίες καθώς η Εϊρεν προβάλλει διαρκώς την υπερευαισθησία της, η κόρη της Δάφνη την φροντίζει κατηγορώντας τον αδελφό της ότι τη βασανίζει με τον αντιδραστικό του λόγο και τις συνεχείς του εκρήξεις, ενώ ο θείος Εσβαλντ αναλαμβάνει τη φαινομενική φροντίδα όλων, υποκρύπτοντας τα ανούσια έργα του. Ο Τάβιο (δάσκαλος του πνιγμένου γιου), ερωτευμένος με τη Δάφνη και συνεργάτης του Εσβαλντ στα εγκλήματα, όταν θα θελήσει να αποκαλύψει τα όσα έχουν συμβεί στη βίλα, θα γνωρίσει την αδιαφορία της ευρισκόμενης σε καταστολή πλέον Δάφνης καθώς και το κρυφό πρόσωπο της «ευαίσθητης» Εϊρεν. Στον ρόλο της τελευταίας, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (σε εναλλασσόμενη διανομή με τη Φιλαρέτη Κομνηνού) ξεδίπλωσε με ακρίβεια όλες τις φωνητικές και κινησιολογικές αποχρώσεις της ταλαιπωρημένης μεγαλοαστής που αδικήθηκε από τα τραγικά γεγονότα της ζωής της, μετατράπηκε σε καρτερική και ανήμπορη μπροστά στις κατηγόριες του γιου της, έγινε ερωτική όταν επρόκειτο να κερδίσει τη σιωπή του Τάβιο, αποφασιστική και αμείλικτη προκειμένου να πετύχει τους στόχους της ακόμη και απέναντι στα ίδια της τα παιδιά. Καθιστά εύγλωττες τις εναλλαγές της, ακόμα και στις παύσεις της.

Ανιση, λόγω απειρίας, στις εναλλαγές και στον έλεγχο της φωνής της η νεαρή Ηλιάνα Μαυρομάτη στον ρόλο της Δάφνης. Δραματουργικά ανολοκλήρωτος -άραγε από το κείμενο ή τη διασκευή της Ομάδας Νάμα που υπογράφει και τη δραματουργική επεξεργασία-, ο ρόλος του Τάβιο ερμηνεύεται παραδόξως με στιγμές υποτονικότητας ή αμηχανίας από τον πάντα καλό Δημήτρη Λάλο.

Συνεπής και πειστικός στο ρόλο του Εσβαλντ ο Στάθης Σταμουλακάτος, αφήνοντας εξαρχής εύστοχα ερωτήματα κάτω από το ευγενικό περίβλημα.

Αφήνω τελευταία την καταπληκτική ερμηνεία του Γιάννη Λεάκου που σχεδίασε έναν αφοπλιστικά πειστικό, καθηλωμένο στην αναπηρία του, Αλντεν, περίτεχνο στην παραμικρή κίνηση και στάση κορμού ή προσώπου. Η Ελένη Σκότη δίδαξε ευρηματικά ένα σημαντικό έργο που αξίζει κανείς να δει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Κριτική Θεάτρου