Έντυπη Έκδοση

Οι έρωτες της Μεγάλης Παρασκευής

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η σοβαρότερη και πιο ιερή ημέρα του ορθόδοξου ημερολογίου, το αποκορύφωμα του Μεγαλοβδόμαδου και του Θείου Δράματος, ο επιτάφιος θρήνος μέσα στην άνοιξη, η ημέρα του ενταφιασμού και η απαρχή της ελπιδοφόρας Ανάστασης.

Μεγάλη Παρασκευή και η κακοποιημένη, από τα ανθρώπινα χέρια, Φύση ακόμη βρίσκει κάθε χρόνο λίγα άνθη και λίγη πρασινάδα για τον Επιτάφιο, μια μνήμη από τους ανοιξιάτικους κήπους του Αδωνη αλλά και της Περσεφόνης, που 'ναι τώρα οι μέρες της να ξανάρθει κοντά μας. «Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού», ψάλλει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αξιον Εστί. Το σώμα του Μαΐου είναι το σώμα της άνοιξης και του έρωτα. Είναι το σώμα της Περσεφόνης. Είναι το σώμα του Αδωνη. Είναι το σώμα του Ορφέα. Είναι το σώμα του Χριστού. Είναι το σώμα του πτερωτού δράκου στο Ταϊκαχουάνου της Λατινικής Αμερικής. Είναι ο σπόρος που κοιμάται τον χειμώνα και ξυπνάει την άνοιξη. Μην το ψάχνετε μετά πάθους. Η ίδια πίστη και κυρίως ο ίδιος συμβολισμός είναι σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικοί τόποι, διαφορετικές πεποιθήσεις, διαφορετικοί λαοί, με διαφορετικές ανάγκες, αλλά πάντα η ίδια πίστη και κυρίως ο ίδιος συμβολισμός.

Και μέσα στα πρόσωπα του ανοιξιάτικου δράματος της ζωής και του θανάτου πλανιέται σαν ντροπή η φιγούρα του πιο σημαντικού προσώπου. Είναι η φιγούρα του Ιούδα, του ιθύνοντος νου της όλης ιστορίας. Του τραγικού θύματος της μέγιστης αλαζονείας του άλλου και τελικά του πιο υπευθύνου. Γιατί φυσικά ο Ιούδας δεν ήταν προδότης. Η πεποίθηση στο αντίθετο σημαίνει αφέλεια και ευπιστία. Γατί δεν ξέρουμε κανέναν προδότη που να αυτοκτόνησε ποτέ. Ολοι τους ζούνε και ...βασιλεύουνε. Οι αυτόχειρες, έξω από το τυχόν παθολογικό τους πρόβλημα, είναι πρόσωπα με ευαισθησία, με άποψη και με θάρρος (αφού το τελικό «σάλτο» δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση...), στοιχεία τα οποία δεν χαρακτηρίζουν τους προδότες. Γιατί ευαίσθητους προδότες δεν γνώρισε κανείς. Προδότες με άποψη δεν είδαμε ποτέ, μια και αυτοί υπηρετούν τυφλά τις απόψεις άλλων. Τέλος, προδότης και θάρρος είναι δύο αντίθετα πράγματα. Λοιπόν, ο Ιούδας δεν ήταν προδότης. Οτιδήποτε άλλο μπορεί να ήταν, προδότης πάντως δεν ήταν. Αφήστε πια που η πράξη του ήταν βαθιά πολιτική. Ιούδας ο δυστυχής, λοιπόν.

Πριν από εβδομήντα χρόνια, το 1939, ο Στρατής Μυριβήλης έγραψε τα εξής για τον Ιούδα, σ' ένα μεγαλοβδομαδιάτικο χρονικό: «Δε λέγεται τι λυπούμαι κάθε χρόνο αυτές τις μέρες εκείνον τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, γιατί αυτός είναι που τραβάει των παθών του τον τάραχο... Μετανόησε πικρά για την προδοσία του, πήρε το σκοινί του και πήγε και κρεμάστηκε. Σιωπηλός, συντετριμμένος, δικαστής του κατάδικου εαυτού του, υπερήφανος και άτεγκτος. Πήγε και κρεμάστηκε χωρίς ελπίδα συγγνώμης». Και καταλήγει ο Στρατής Μυριβήλης: «Ε, αν αυτό δεν είναι ένας σπουδαίος χαρακτήρ, πείτε μου εσείς τι άλλο μπορεί να είναι... Εγώ πάνω στο κολασμένο πτώμα ρίχνω ένα κλωνάρι πασχαλιάς, ένα άνθος συγγνώμης και συμπόνιας...».

Ιούδα συνέχεια, και ο στιχουργός της ροκ - όπερας από το 1970 «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Αστρο» («Jesus Christ Superstar»), ο Τιμ Ράις, είχε, φαίνεται, καταλάβει τη σωστή διάσταση του Ιούδα, γι' αυτό τον βάζει σε κάποια στιγμή απευθυνόμενος στον Χριστό να του λέει μεταξύ άλλων τα εξής σημαντικά στο τραγούδι «Heaven on their minds»: «Το μυαλό μου είναι καθαρότερο τώρα και τελικά βλέπω πού οδηγούμαστε όλοι μας σύντομα, αν αφαιρέσεις τον μύθο από τον άνδρα (τον Χριστό)». Και συνεχίζει με το σημαντικότερο στιχάκι: «Ιησού, έχεις αρχίσει να πιστεύεις αυτά που λένε για σένα και στ' αλήθεια πιστεύεις ότι αυτές οι κουβέντες για τον Θεό είναι αληθινές... Τους έχεις ξεσηκώσει όλους, νομίζουν ότι βρήκαν τον νέο Μεσσία, αλλά θα σε πληγώσουν όταν μάθουν το λάθος...». Πάντως για τη μεγάλη γιορτή του θανάτου και του έρωτα, τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Ιούδας είναι έτοιμος. Κα-θά-ρι-σε! Εβαλε θηλιά στον λαιμό του, τόσο για να μην αφήσει κανένα περιθώριο παρεξήγησης ή παρερμηνείας του σκοπού της πράξης του όσο και για να δηλώσει πόσο απαραίτητη ήταν η πράξη αυτή. Ετσι λοιπόν, το βράδυ που θα πάτε στον Επιτάφιο και θα ψάλλετε μαζί με τους άλλους το «Ω, γλυκύ μου έαρ» κρατώντας με το αριστερό σας χέρι ένα αναμμένο κεράκι και με το δεξιό, το χέρι από το δικό σας γλυκύ έαρ, και όταν θα ραίνετε με πασχαλιές και γιασεμιά τα σώματα της Περσεφόνης, του Αδωνη, του Ορφέα και του Χριστού, ακριβώς όπως και ο Στρατής Μυριβήλης, μην ξεχάσετε τον Ιούδα. Μην τον ξεχάσετε.

Δεμένο με τη Μεγάλη Παρασκευή είναι το λαϊκό «Μοιρολόι της Παναγίας», ένα μακρύ τραγούδι, που θρηνεί την ανθρώπινη τύχη του Χριστού, από τη σύλληψή του και τους βασανισμούς του μέχρι τον σταυρικό του θάνατο, και που το τραγουδάνε ακόμα σε κάποια μέρη μαυροφορεμένες γυναίκες γύρω από τον Επιτάφιο, εκτός του επίσημου εκκλησιαστικού προγράμματος, ακριβώς όπως θα μοιρολογούσαν έναν δικό τους άνθρωπο που ...έφυγε. Είναι ένα μοιρολόι που περνάει τους σταυρωτήδες Εβραίους γενεές δεκατέσσερις, τονισμένο μάλιστα στον θρηνώδη ήχο πλ. Α', κατάλληλο για πένθιμα άσματα και ήχο πολυχρησιμοποιημένο τη Μεγάλη Εβδομάδα. Το μοιρολόι της Παναγίας, που το λένε και «Τραγούδι της Μ. Παρασκευής», εκτός από τον ίδιο τον Χριστό συμπονεί και την τραγική μητέρα του, την Παναγία, καθώς αυτή αναδεικνύεται σε παγκόσμιο και διαχρονικό σύμβολο όλων των μανάδων του κόσμου, και ιδιαίτερα αυτών που είδαν τα παιδιά τους να φυλακίζονται, να βασανίζονται ή και να σέρνονται στον θάνατο από φασιστικά καθεστώτα κάθε... χρώματος, φανερά ή κρυφά, και στο όνομα πάντα ή του Θεού ή του λαού ή της ελευθερίας ή της δημοκρατίας. Στο μοιρολόι της Παναγίας πάντως πολλά οφείλουν τα δύο κορυφαία έργα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, «Η μάνα του Χριστού» του Κώστα Βάρναλη και ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου. Κάποτε, κάθε Μεγάλη Παρασκευή, έβγαιναν τραγουδιστές συνοδεία οργάνων, ντυμένοι στα μαύρα, και έλεγαν τα λαϊκά μοιρολόγια για τον Χριστό. Κρατάγανε στα χέρια τους φρεσκοκομμένα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα, με την πρωινή ακόμα δροσιά. Κρατούσαν επίσης ένα κομμάτι μαύρο πανί τεντωμένο. Το πανί ήταν μαύρο γιατί πάνω του καθρεφτιζόταν ο ουρανός.

Στη ζωή υπάρχουν δύο είδη μοναξιάς. Η στιγμή της γέννησης και η στιγμή του θανάτου είναι στιγμές μοναξιάς. Αλλά αυτή η μοναξιά έχει έναν αυστηρά προσωπικό, έναν ατομικό χαρακτήρα και δηλώνει καθαρά ότι στις δύο αυτές στιγμές του βίου μας, τις συγκλονιστικότερες, τη μία που βγαίνουμε από τη μήτρα της μητέρας μας και την ύστερη που μπαίνουμε στη μεγάλη μήτρα της γης, είμαστε μόνοι. Απελπιστικά μόνοι. Αυτή είναι η μία μοναξιά. Η άλλη είναι η κοινωνική μοναξιά, η μοναξιά δίπλα σε άλλους. Ο Χριστός και ο Ιούδας διάλεξαν οι ίδιοι τον θάνατό τους. Αναρωτιέμαι λοιπόν πόσο μόνοι ένιωθαν όταν αντιμετώπισαν τον δικό του ο καθένας θάνατο.

Αποκαθήλωση στα Μετέωρα, στην κορυφή του βράχου, εκεί δίπλα στα σύννεφα. Μετέωρη και η Πλατυτέρα των Ουρανών στο κοίλο του ιερού, με ανοιχτά, αλλά αδειανά τα χέρια της. Χωρίς τον Χριστό. Βλέπει να τον κατεβάζουν από τον Σταυρό. Μετέωροι και οι άγιοι με τις οξυμμένες, αυστηρές, αλλά καθαρές μορφές στους πυλώνες του ναού. Μετέωροι, μεταξύ βράχου και ουρανού, στο προαύλιο της μονής Βαρλαάμ, ο Φώτης Κόντογλου με τον Γιάννη Τσαρούχη, ντυμένοι καλογεράκια, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπως η χωρίς χρώματα ημέρα. Και με λαμπερά τα μάτια τους από την αισιοδοξία της Αναστάσεως. Αλλά στην Κατοχή, στην Κρήτη, οι Γερμανοί σκότωσαν ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή τον Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν ένας επιφανής άνδρας από τα Ανώγεια και άφησε τέσσερα μικρά παιδιά ορφανά και τη γυναίκα του χήρα και ετοιμόγεννη στο πέμπτο παιδί. Γιατί τον σκότωσαν; Γιατί έτσι καταλάβαιναν την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα τα χιτλερικά ανθρωποειδή με τον αμφίβολο ανδρισμό, που δεν ένιωσαν ποτέ τι σημαίνει αγάπη και δάκρυ. Ο Γιάννης όμως συνήθιζε κάθε Μεγάλη Παρασκευή να ραντίζει με ροδόσταμο τον κόσμο που συνόδευε τον Επιτάφιο. Αλλά εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή δεν γύρισε ο Γιάννης για να φέρει το ροδόσταμο. Ετσι η γυναίκα του, την ώρα που περνούσε ο Επιτάφιος, βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού τους και μοιρολογώντας ζητούσε συγγνώμη από τον Χριστό που ο καστροφόρος ο Γιάννης της δεν γύρισε με τα μυρωδικά.

Ο ελληνικός Επιτάφιος είναι κάτι περισσότερο και από το συμβολικό, και από το θρησκευτικό, και από το λατρευτικό, αλλά και από το τελετουργικό περιεχόμενό του. Σαν παιδιά μάθαμε με τον Επιτάφιο να νιώθουμε και να δοκιμάζουμε την καρδιά μας, αλλά και τις καρδιές των άλλων. Μάθαμε να εκτιμάμε το μικρό νόμισμα της μητέρας στη χούφτα για το κερί της περιφοράς, το οποίο κατά κανόνα εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς. Μάθαμε να ανατριχιάζουμε σωστά από τη νυχτερινή αύρα και τη μυρουδιά των γιασεμιών. Τέλος, μάθαμε να λέμε και χαριτωμένα ψέματα στους γονείς μας για την ώρα λήξεως της περιφοράς, αφού ποτέ δεν έφτανε ο χρόνος για να μελετήσουμε το κοντινό θρόισμα του φουστανιού, όπως και τις ματιές που συνήθως, αλλά και πολύ σωστά τότε, έμεναν πάντα στη μέση. Λίγα χρόνια αργότερα, άλλες αισθήσεις. Η περίεργα ευχάριστη και αινιγματικά ένοχη εφηβική εσπερινή θλίψη που κρατούσε μέχρι που άρχιζε ο Επιτάφιος και που ως διά μαγείας εξαφανιζόταν με την περιφορά. Ή, στα φοιτητικά χρόνια, η αναίδεια των ανιστόρητων κυπαρισσιών του νεκροταφείου της Ευαγγελίστριας στη Σαλονίκη, να τρυπάνε αδιάφορα το σκοτάδι της νύχτας. Και τα αναμμένα καντήλια στους τάφους, συνέχεια των αντίστοιχων, των αστεριών, στον ουρανό. Και η μυρουδιά του ούζου και του καπνού στο διπλανό του νεκροταφείου καπηλειό, με κάτι ξεθωριασμένους, αιώνιους γερο-θαμώνες. Και τα τραγούδια που τραγουδούσαμε αργότερα εκεί μέσα και που μιλούσαν ταυτόχρονα για αγάπη και για θάνατο.

ΥΓ.: Ο Επιτάφιος είχε γυρίσει. Τα κεράκια είχαν σβήσει, όπως και τα περισσότερα καντηλάκια. Η εκκλησία είχε κλείσει και ο κόσμος είχε πια σκορπίσει. «Πώς τελείωσε μετά, Πάνο;», με ρώτησε εκείνη και μου έσφιξε πιο δυνατά το χέρι με τα λουλούδια του Επιταφίου ανάμεσα στις παλάμες μας. Κι εγώ της είπα ότι όλο ετούτο ούτε τελείωσε ούτε τελειώνει ποτέ, αφού δεν έχουν τελειωμό οι «μακρινές μητέρες», τα «ρόδα τα αμάραντα» του Ελύτη, αυτές που θρηνούν κάθε Μεγάλη Παρασκευή για τους χαμένους γιους τους. Και θα 'ναι πάντα πρώτες πρώτες η μητέρα του Άδωνη η Μύρρα. Η μητέρα του Ορφέα. Η μούσα Καλλιόπη. Η μητέρα του Χριστού, η Μαρία. Και η μητέρα του Ιούδα. Δεν κατάφερα να μάθω το όνομά της.

Εγραφα στη μνήμη της μητέρας μου Ελένης Σαββοπούλου, το γένος Γεωργίου Πούλου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο