Έντυπη Έκδοση

«Γεια σου ρε Σπαθάρη!»

Ενας ταμένος στον Καραγκιόζη της λαϊκής ψυχής

«Πατέλα, πεινάω» -η μόνιμη επωδός των διαρκώς πεινασμένων παιδιών του Καραγκιόζη- και όχι μόνο. Ακουγόταν σε παλιότερες εποχές, ακούγεται όμως και στις μέρες μας, αφού η πείνα δεν έχει εκλείψει. Γιατί εκεί που ελπίζαμε ότι τα δεινά του κόσμου όσο πάνε και μειώνονται, προέκυψε στα ξαφνικά το φάσμα της ύφεσης, που είναι η ευγενική έκφραση της λιτότητας και της γενικής ανέχειας. Ιδού λοιπόν, που τα παιδιά του Καραγκιόζη θα μπορούσε να είναι σημερινοί ήρωες (ήρωες της πείνας).

Ο Σωτήρης Σπαθάρης, με τον παραμυθένιο πασά (έναν από τους ήρωές του) ανά χείρας Ο Σωτήρης Σπαθάρης, με τον παραμυθένιο πασά (έναν από τους ήρωές του) ανά χείρας Πριν από 35 χρόνια, στις 14 Απριλίου 1974, έφευγε από τη ζωή ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες του Καραγκιόζη, ο Σωτήρης Σπαθάρης (1892-1974).

Της ανέχειας

Τα οδυνηρά βιώματα των ηρώων του θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ήταν και δικά του, αφού ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στην ανέχεια. Πλύστρα η μητέρα του, ανάπηρος και ανήμπορος για δουλειά ο πατέρας του ζητιάνευε για να ζήσουν, με συνοδό τον μικρό Σωτήρη.

Το αναφέρει ο ίδιος στην περίφημη «Αυτοβιογραφία» του -υπότιτλος «Απόψε τρέξατε» και «Η τέχνη του Καραγκιόζη», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1960 (εκδ. «Πέργαμος») και επανεκδόθηκε βελτιωμένη το 1992 (εκδ. «Αγρα»).

Ωσπου ανακάλυψε, εκεί στη γειτονιά του Μεταξουργείου, τον Καραγκιόζη, την πιο προσιτή λαϊκή ψυχαγωγία της εποχής, η οποία όμως, έπειτα από κάποιες βρωμοδουλειές καραγκιοζοπαιχτών, έβγαλε κακό όνομα. «Τότες το επάγγελμα ήταν τέτοιο που το σιχαινότανε όλη η κοινωνία. Αλίμονο σε 'κείνον που πήγαινε στην αστυνομία ή σε δικαστήριο και έλεγε ότι είναι καραγκιοζοπαίχτης. Αμέσως ο αστυνόμος ή ο δικαστής λέγανε: "Μπα, καραγκιοζοπαίχτης; Σπουδαίο υποκείμενο!" Γι' αυτό οι καλοί και τίμιοι καραγκιοζοπαίχτες αναγκάστηκαν να παίζουνε με ψεύτικα ονόματα».

Αυτό όμως δεν πτόησε τον Σπαθάρη. Βοηθός στην αρχή, με δικό του «θίασο», φιγούρες και σκετς πιο μετά, έστηνε τη σκηνή του σε μαγαζιά, ανοιχτούς χώρους, σε συνοικίες της Αθήνας και στην επαρχία, και έπαιζε. Συνεργάτης του στο τραγούδι ο κατοπινός πρωταγωνιστής του θεάτρου, Πέτρος Κυριακός. Αλλά καθώς οι εισπράξεις ήταν συχνά ισχνές, είχε την γκρίνια των δικών του. «Εγώ τους ορκιζόμουνα πως δεν θα ματαπιάσω στα χέρια μου Καραγκιόζη, αλλά δεν περνάγανε μερικές ημέρες πάλι μ' αυτά καταπιανόμουνα, γιατί σάμπως να καταλάβαινα πως άμα αφήσω τον Καραγκιόζη θα πέθαινα».

Λαϊκή ψυχή

Δεν άφησε τον Καραγκιόζη - και γλίτωσε τον θάνατο, αφού άλλωστε δεν δίσταζε παράλληλα να κάνει οποιαδήποτε άλλη δουλειά. Ετσι, χάρη στον Σπαθάρη και μερικούς ευσυνείδητους και ταλαντούχους συναδέλφους του, ο Καραγκιόζης εδραιώθηκε, κάποια στιγμή έκαναν και το σωματείο τους· αλλά οι καιροί σ' αυτό τον τόπο δεν ήταν πάντα ευνοϊκοί - κι ας μην έλειπε από κάθε παράσταση το γνωστό επιφώνημα του Καραγκιόζη: «Ε, ρε, γλέντια!». Ο Σπαθάρης, μαθημένος από κακουχίες, στάθηκε. Χωρίς να χρειαστεί ν' αλλάξει τ' όνομά του, αγαπήθηκε από το κοινό αλλά και από τους συγκαιρινούς του λόγιους. Του γράφει ο Αγγελος Σικελιανός:

«Η τέχνη Σου είναι η βάση της λαϊκής ψυχής και μακάριος που την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλει. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας μπρος στα ανάποδα του κόσμου, αλλά ξεσκεπάζεται κι η πηγαία δύναμη που 'χει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας απ' τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας ως τις κορφές του ηρωισμού, κι αυτό με μια ανθρωπιά και μ' ένα ανώτερο πολιτισμό που έχουν το ταίρι τους μονάχα στην αληθινά μεγάλη τέχνη και που βρίσκονται σε "διαπασών" μαζί της. Κληρονόμος αυτής της παράδοσης, στην πιο αισθαντική και ζωντανή μορφή της, είσαι Συ και φαντάζεσαι με ποια εκτίμηση Σε βλέπω».

Την τέχνη του ο Σπαθάρης είχε περάσει από μικρό και στον γιο του Ευγένιο, ο οποίος τη συνεχίζει κάτω, εννοείται, από ευνοϊκότερες συνθήκες, με παραστάσεις -εδώ και στο εξωτερικό- και μαθήματα, ενώ παράλληλα έχει δημιουργήσει στο Μαρούσι (πλατεία Κασταλίας) το «Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών», πλουτισμένο με φιγούρες από ανάλογα θέατρα απ' όλο τον κόσμο.

Γράφει ο Σωτήρης Σπαθάρης στο τέλος της «Αυτοβιογραφίας» του:

«Στο σπίτι μου όλα θυμίζουν τον Καραγκιόζη (...) Στον καθρέφτη ο Καραγκιόζης μου, μου λέει κάθε πρωί: «Ρε Σωτήρη, για θυμήσου απ' το 1909 μέχρι το 1947, τότες που μ' έπιασες στα χέρια σου, τι χαρές και γέλια χαρίζαμε σ' αυτόν όλο το λαό που όλο χαρά σού φώναζε: Γεια σου ρε Σπαθάρη με τον Καραγκιόζη σου!».*

Ετσι κι Αλλιώς

«Ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος συνεχίζει την ανεξάντλητη κειμενική του σχέση με τον Σκιαθίτη συγγραφέα. Ο Παπαδιαμάντης συγγραφικά, μεταφραστικά, ως ζώσα παρουσία στο έργο ομοτέχνων του, διυλίζεται και φωτίζεται περαιτέρω από τον άοκνο Χαλκιδαίο «εκσκαφέα» της παπαδιαμαντικής ουσίας», διαβάζω στο οπισθόφυλλο του πονήματος του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου «Αποσπινθηρίζοντας σπουδάματα στον Παπαδιαμάντη» (εκδ. «Ινδικτος»).

***

Μέρες -και παπαδιαμαντικές- που έρχονται, είπα να σταθώ στον άοκνο και σεμνό αυτόν Χαλκιδαίο λόγιο, τον ταμένο στον Σκιαθίτη συγγραφέα (τον και ημέτερο «γέροντα»), του οποίου το έργο δεν έχει εξαντληθεί στην επιβλητική πεντάτομη έκδοση των «Απάντων» του Παπαδιαμάντη (εκδ. «Δόμος»). Συνεχίζει ερευνώντας έντυπα της εποχής του και όλο και ανακαλύπτει αθησαύριστα κείμενα, δικά του ή μεταφράσεις.

«Τα Απαντα μού έδωσαν περισσότερο ψωμί απ' όσο έφαγε εκείνος που τα έγραψε», «απολογείται» (λιτοδίαιτος, καθώς γνωρίζω, άλλωστε κι ο ίδιος), απαντώντας στην ερώτηση τι κέρδισε ασχολούμενος με τον Παπαδιαμάντη, σε συνέντευξη στον Στέλιο Κούκο στο ένθετο «Πανσέληνος» της εφημερίδας «Μακεδονία», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Και προσθέτει: «Οταν το σκέφτομαι, θυμάμαι τα λόγια μιας νεαρής φιλολόγου: "Ντρέπομαι που πληρώνομαι για μια δουλειά που μου δίνει τόση χαρά!" Θα έπρεπε να ντρέπομαι κι εγώ, που δεν είμαι σε θέση να καταβάλω το τίμημα για το αφάνταστο δώρο που μου χαρίστηκε - ή αλλιώς για το θαυμάσιο ταξίδι που αξιώθηκα».

Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος είναι αντίθετος με τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη στη δημοτική. Και σε κείμενό του στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται σε αποτυχημένες περιπτώσεις «εκδημοτικισμού» του, όπως αυτή του Μυριβήλη. Κάτι, ως γνωστόν, που επιχειρείται και στις μέρες μας -όχι μόνο με τον Παπαδιαμάντη, αλλά και με τον Βιζυηνό και τον Ροΐδη, ενώ πριν από μερικά χρόνια είχαμε έναν ανάλογο «βιασμό» του Καβάφη. Αλίμονο δηλαδή αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν επιτρέπει στους νεότερους να κατανοούν κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας.

ΣΗΜ. Και να 'χεις τη δυνατότητα να ξοδευτείς, πώς να το κάνεις όταν απειλούν ότι τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμη;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά