Έντυπη Έκδοση

Ενας ορισμένος νεοαναρχισμός

Το σχόλιο για τις νέες διαστάσεις που λαμβάνει η «μητροπολιτική βία» υποκύπτει συχνά σε κάποιες ανεπίτρεπτες ευκολίες. Χαρακτηρίζεται όμως και από παρανοήσεις που δείχνουν άγνοια των πολύ πλούσιων παραδόσεων του εξτρεμιστικού πάθους τόσο στην κρίσιμη εποχή μεταξύ 1870 και 1930 όσο και στην πολύ πιο κοντινή δεκαετία τού 1970.

Διαβάζω και ακούω συχνά την εξής στερεότυπη φράση: σε αυτούς -τους βίαιους των ημερών μας- δεν υπάρχει πια καμιά ιδεολογική συγκρότηση παρά μόνον «η τυφλή βία» και η καταστροφή. Επομένως, συνεχίζει το ίδιο σχόλιο, πρόκειται για ποινικού τύπου εγκληματικότητα που επενδύεται πρόχειρα και αδέξια σε μια θολή ρητορική κοινωνικής εξέγερσης. Σε άλλες χώρες, λένε, που δεν διαθέτουν την ιδιόμορφη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, που δεν γνώρισαν τον εμφύλιο πόλεμο, τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, η νεανική βία παρουσιάζεται έτσι όπως είναι στη γυμνή αλήθεια της: ως απολιτική βία συμμοριών που δεν αισθάνονται καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις ληστείες απαλλοτριώσεις ή τις επιθέσεις σε δημόσια κτίρια και υποδομές «αντικρατικό αγώνα».

Με ένα παρόμοιο σχόλιο, όπως καταλαβαίνουμε, κλείνει ένα θέμα πριν καν ανοίξει. Για τους μεν το φαινόμενο παραπέμπεται στην αρμοδιότητα εισαγγελέων και αρχών ασφαλείας για τα «περαιτέρω». Σε μια άλλη, και διαφορετική βεβαίως, περίπτωση υποδεικνύεται η συνάφειά του με το πρόβλημα της ανομίας και των συνακόλουθων παραβατικών συμπεριφορών. Σύμφωνα με μια πολύ ισχυρή ακόμα κοινωνιολογική παράδοση, η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και των δεσμών εμπιστοσύνης μέσα στον «κοινωνικό οργανισμό» αυξάνει την ανομία και εν τέλει την αυθαιρεσία των μικρών υποκειμενισμών (ατόμων και ομάδων). Με αυτόν όμως τον τρόπο, περίπου όλα τα δείγματα μητροπολιτικής οργής εξηγούνται είτε ως ιδιόμορφες εκδοχές ποινικής εγκληματικότητας είτε ως συμπτώματα της περιρρέουσας κοινωνικής αποσύνθεσης, της κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Και η αρχική παρανόηση εξακολουθεί. Μιλώ συγκεκριμένα για την ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη ότι «εδώ» δεν υπάρχει ιδεολογικός λόγος, ότι έχουμε να κάνουμε με χορογραφίες της βίας δίχως υπόβαθρο και πλαίσιο. Ομως λόγος υπάρχει. Και είναι λόγος ιδεολογικός αλλά συγχρόνως μετα-πολιτικός ή όλο και εντονότερα υπαρξιακός. Το ότι πρόκειται για μια γλώσσα δυσανάγνωστη και απόκρυφη για τον πολιτικό ορθολογισμό όχι μόνο της Αριστεράς αλλά και της παραδοσιακής ακροαριστεράς και του κοινωνικού αναρχισμού, δεν σημαίνει ότι συνιστά κάτι άναρθρο και δίχως νόημα. Είναι όμως σαφές ότι οι πρόδρομοι αυτής της γλώσσας ανήκουν πολύ περισσότερο στην αριστοκρατική αντιδημοκρατική σκέψη παρά στις παραδόσεις της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ριζοσπαστικής ισότητας. Οταν δοξάζεται η «έκρηξη των ατομικών επιλογών», όταν πλέκεται ένα εξόφθαλμα αισθητικό-ποιητικό εγκώμιο του εγκλήματος και όταν, τέλος, προβάλλει η φιγούρα του ατομικού ηρωισμού απέναντι στο κοιμισμένο και μίζερο κοπάδι, τι συμπέρασμα μπορεί να βγάλει κανείς; Πολύ απλά ότι ο Στίρνερ, ο Μποντλέρ, ο Νίτσε, ο Σορέλ ή οι Γάλλοι «αναρχικοί της δεξιάς» του Μεσοπολέμου εμπνέουν τον εγχώριο αναρχο-ατομικισμό. Ποιες είναι όμως οι βαθύτερες εμμονές αυτής της παράδοξης και πολύ αμφιλεγόμενης κληρονομιάς; Και τι μπορεί να ευνοεί το momentum αυτής της μεταπολιτικής λυρικής ποίησης του ατόμου στις σημερινές συνθήκες;

Στην περίπτωση αυτή δεν βοηθούν ούτε η γενική κοινωνιολογική διάγνωση ούτε, πολύ περισσότερο, τα δημοκρατικά προσκλητήρια και η ιδεολογική απαξίωση. Αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι πολλά από τα μηνύματα που εκπέμπει ο συγκεκριμένος χώρος -πέρα δηλαδή από τις όποιες βίαιες ή «νεοτρομοκρατικές» πρακτικές- δεν επικοινωνούν με τις βασικές μέριμνες της κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης. Η λατρεία του ατομικού ηρωισμού, ο σνομπ διαχωρισμός ανάμεσα στους ανθρώπους με κουράγιο και σθένος και στη μεγάλη ναρκωμένη αγέλη, η περιφρόνηση προς την κουλτούρα και η ακαταμάχητη έλξη προς την καθαρή και δίχως «περιττά λόγια» δράση, το φετίχ του αντικομφορμισμού φανερώνουν μια ριζική αποκοπή: αποκοπή από όλες τις ιστορικές ταυτότητες κάθε νοητής Αριστεράς. Ο υπαρξιακός αισθητισμός είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της αποξένωσης. Ενα τμήμα των «μητροπολιτικά εξεγερμένων» εμφανίζεται πια ως πολύ πιο σύγχρονο και γειωμένο στην αποσυναρμολογημένη μας πραγματικότητα από τη βαριά πολιτική οικονομία των άλλων, των υπολειμμάτων μιας κατά βάση ορθολογικής παράδοσης συλλογικής απελευθέρωσης. Αν και ανακυκλώνει γνωστά και παλαιά υλικά -από τον νιτσεϊσμό ώς τον ντανταϊσμό-, ένα τέτοιο υβρίδιο μεταφυτεύεται με ευκολία στα εδάφη του εγχώριου μικροαστικού «αναρχισμού». Ο Νίτσε συναντά τον Παλαιοκώστα και ο μακαρίτης Ζιλ Μπονό την ανάγκη απόδρασης από τη νέα ελληνική μελαγχολία... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδέες Τάσεις