Έντυπη Έκδοση

Κινδυνεύουν άμεσα με καταστροφή 5.000 δείγματα

Η Τράπεζα Γενετικού Υλικού, η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, ιδρύθηκε το 1981. Εκτοτε, το επιστημονικό της προσωπικό κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες για τη συγκέντρωση και διατήρηση του πολύτιμου γενετικού πλούτου της χώρας.

Ο σκοπός, όπως ήδη έχει γίνει αντιληπτό, δεν είναι «μουσειακός». Η στόχευση είναι συγκεκριμένη. Αξιοποίηση των εγχώριων παραδοσιακών ποικιλιών και των άγριων συγγενών ειδών τους, στο πλαίσιο μιας περιβαλλοντικά φιλικής, αλλά και ανταγωνιστικής γεωργίας

Δυστυχώς, όμως, τον υπερβάλλοντα ζήλο των επιστημόνων δεν συμμερίστηκαν ποτέ η κεντρική διοίκηση και το αρμόδιο υπουργείο. Η τύχη που επιφύλαξε διαχρονικά το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, ήταν μηδενική χρηματοδότηση και ανεπαρκή στελέχωση ανθρώπινου δυναμικού. Ο Ν. Σταυρόπουλος, πρώην προϊστάμενος της Τράπεζας Γενετικού Υλικού και εθνικός συντονιστής σε θέματα φυτογενετικών πόρων, μας εξηγεί:

Συλλογές

«Υπολογίζω ότι γύρω στα 5.000 από τις 14.500 δείγματα, που υπάρχουν και αφορούν τις παλιές συλλογές, κινδυνεύουν άμεσα με καταστροφή αν δεν αναπολλαπλασιαστούν. Οι σπόροι είναι ζωντανοί οργανισμοί. Σκοπός της τράπεζας δεν είναι απλώς η αποθήκευσή τους, αλλά κυρίως η διατήρηση και η αξιοποίησή τους. Γι' αυτό θα πρέπει να φυτεύονται, να αναπαράγονται. Οι περισσότεροι αντέχουν περίπου 10 με 15 χρόνια. Η ΤΓΥ δημιουργήθηκε το 1981. Κατά συνέπεια, το υλικό που συλλέχθηκε την πρώτη δεκαετία βρίσκεται σε οριακή κατάσταση από άποψη αντοχής».

Η αποστολή της ΤΓΥ συνίσταται στη συλλογή, διάσωση και διατήρηση των απειλούμενων εγχώριων παραδοσιακών ποικιλιών και των άγριων αυτοφυών συγγενών ειδών τους. Παράλληλα, μελετώνται τα κύρια μορφολογικά και αγρονομικά χαρακτηριστικά τους, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιοποίησή τους στη γενετική βελτίωση και στη δημιουργία επίλεκτων και ποιοτικά ανώτερων ποικιλιών, οι οποίες θα είναι προσαρμοσμένες σε μια περιβαλλοντικά φιλική γεωργία. Μέσα από τις εξερευνητικές αποστολές σε ολόκληρη την Ελλάδα για τη διάσωση των απειλούμενων ειδών, από το 1981 έως σήμερα, η τράπεζα διατηρεί σήμερα Εκτός Τόπου (Ex Situ), δηλαδή μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον, περίπου 14.000 δείγματα από εγχώριες ποικιλίες και άγρια συγγενή είδη. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ποικιλιών διατηρείται με μορφή σπόρων σε ψυκτικούς θαλάμους μακρόχρονης διατήρησης. Επιπλέον, διαθέτει με τη μορφή κλωνικού υλικού και μία πλούσια συλλογή περίπου 300 ποικιλιών αμπέλου, πολλές από τις οποίες είναι σπάνιες γηγενείς ποικιλίες και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής παράδοσης. Τα στοιχεία όλης της συλλογής είναι καταγεγραμμένα σε βάση δεδομένων, οπότε γίνεται εύκολα η επεξεργασία τους, αλλά και η ανταλλαγή γενετικού υλικού και πληροφοριών με άλλες τράπεζες γενετικού υλικού ή αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς.

Μπορεί η αποστολή της Τράπεζας Γενετικού Υλικού να φαίνεται εντυπωσιακή, κρύβει όμως από πίσω της όλη τη μιζέρια και την εγκατάλειψη στην οποία άλλωστε μας έχει συνηθίσει τόσα χρόνια η κεντρική διοίκηση σε πολλούς κρίσιμους φορείς. Αντιμετωπίζοντας χρόνια προβλήματα σοβαρής χρηματοδότησης, λειτουργεί με υποστελεχωμένο προσωπικό και ο κίνδυνος καταστροφής χιλιάδων συλλογών γενετικού υλικού είναι άμεσος. Διοικητικά υπαγόταν στο ΕΘΙΑΓΕ το οποίο συγχωνεύτηκε με τρεις οργανισμούς (ΟΓΕΕΚΑ, ΟΠΕΓΕΠ, ΕΛΟΓΑΚ) σε έναν ενιαίο, τον Ελληνικό Γεωργικό Οργανισμό «Δήμητρα». «Δεν είναι τυχαίο ότι η έκρηξη των δραστηριοτήτων της τράπεζας παρουσιάστηκε σε δύο περιόδους, κατά τις οποίες έλαβε αξιόλογη χρηματοδότηση, όχι βέβαια από το ελληνικό κράτος. Επρόκειτο για το 1981-85 από το FAO και το 2003-2008 με το πρόγραμμα "Δημιουργία Τράπεζας Γενετικού Υλικού"» εξηγεί ο κ. Σταυρόπουλος.

Στα παράδοξα, πλην όμως συνήθη της πολιτικής μας πραγματικότητας, είναι και το γεγονός ότι για την ΤΓΥ εδώ και τρία χρόνια έχει ανεγερθεί, μέσα από το προαναφερθέν πρόγραμμα, νέο κτήριο για την κάλυψη των αναγκών της, το οποίο δεν της παραδίδεται, γιατί, όπως λέγεται, υπάρχει διαμάχη από ποιο φορέα θα χρηματοδοτηθεί τελικά η πολύπαθη Τράπεζα. Με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι το ελληνικό κράτος στο παρελθόν αδιαφόρησε να αξιοποιήσει κονδύλια του FAO, ο οποίος είχε επιλέξει τη Θεσσαλονίκη για τη δημιουργία μίας Κεντρικής Τράπεζας Γενετικού Υλικού για όλη την Αν. Μεσόγειο, η οποία τελικά κατασκευάστηκε στη Σμύρνη.

Ερευνα

«Η ΤΓΥ δεν αποτελεί μία απλή διοικητική υπηρεσία άμεσης παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες ή μια αποθήκη διατήρησης και διαχείρισης σπόρων, αλλά ένα πρωτοποριακό επιστημονικό και ερευνητικό ίδρυμα. Ενα ίδρυμα που έχει κύριο σκοπό, πέρα από την καθ' εαυτή προστασία, την οργάνωση εξερευνητικών αποστολών επισήμανσης και συλλογής απειλούμενου γενετικού υλικού και την επιστημονική μελέτη, περιγραφή αξιολόγηση και αξιοποίηση του γενετικού αυτού υλικού. Με στόχο τη βελτίωση για τη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών ποικιλιών ή την προώθηση παραδοσιακών αβελτίωτων ποικιλιών στην οικολογική και ποιοτική γεωργία. Ολα αυτά χωρίς χρηματοδότηση δεν μπορούν να υπάρξουν. Γι' αυτό και φτάσαμε σήμερα στο σημείο μηδέν με κίνδυνο την καταστροφή πολύτιμου φυτογενετικού υλικού», συμπληρώνει ο κ. Σταυρόπουλος.

«Σε διαφορετική περίπτωση», δηλώνει, «ο αγροτικός κόσμος της χώρας θα παραδοθεί στο διεθνή ανταγωνισμό χωρίς την επιστημονική υποστήριξη που του διασφάλιζε τη δυνατότητα βελτίωσης και καινοτομίας».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Γεωργία
Γενετική