Έντυπη Έκδοση

«Με διέταξαν να σκοτώσω τη μάνα μου»

Ο 18χρονος Πάτρικ και η 13χρονη Μαίρη είναι δύο μόνο από τα 60.000 παιδιά της Ουγκάντας που εξαναγκάστηκαν από τους αντάρτες να γίνουν «στρατιώτες» και «νύφες», στον Αντιστασιακό Στρατό του Κυρίου του Τζόζεφ Κόνι

Ακόμα και αν αύριο μια στρατιωτική επιχείρηση σκοτώσει τον Τζόζεφ Κόνι, δεν θα αλλάξει στο ελάχιστο τις συνθήκες που τον δημιούργησαν. Διότι κανένας ανταρτοπόλεμος δεν γεννιέται σε πολιτικό και κοινωνικό κενό. Υπάρχουν οι ειδικές συνθήκες που τον δημιούργησαν Ακόμα και αν αύριο μια στρατιωτική επιχείρηση σκοτώσει τον Τζόζεφ Κόνι, δεν θα αλλάξει στο ελάχιστο τις συνθήκες που τον δημιούργησαν. Διότι κανένας ανταρτοπόλεμος δεν γεννιέται σε πολιτικό και κοινωνικό κενό. Υπάρχουν οι ειδικές συνθήκες που τον δημιούργησαν Στο Ιδρυμα αποκατάστασης ανηλίκων, οι πρώην στρατιώτες παίζουν ποδόσφαιρο κάτω από τον καυτό ήλιο. Ξυπόλυτα παιδιά και νεαροί άνδρες ενθαρρύνουν τους παίκτες με φωνές. Στο πρώτο γκολ, η αυλή αντηχεί από χειροκροτήματα και ζητωκραυγές.

Το ίδρυμα είναι ένα από τα δεκάδες κέντρα αποκατάστασης που έχει ιδρύσει η κυβέρνηση της Ουγκάντας, προσπαθώντας να επανεντάξει τα παιδιά που είχαν απαχθεί από τους αντάρτες και πλέον έχουν επιστρέψει στα χωριά τους.

Βρισκόμαστε στο Γκούλου, μια πόλη 155.000 κατοίκων στη βόρεια Ουγκάντα, 300 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Καμπάλα. Οι επαρχίες του Γκούλου και του Κιτγκούμ, μαζί με τις διπλανές περιοχές του Τέσο και του Λάγκο, μια έκταση μεγαλύτερη από το σημερινό Βέλγιο, υπήρξαν το κύριο κέντρο δράσης του περίφημου Αντιστασιακού Στρατού του Κυρίου. Ενός κινήματος που, υπό τις οδηγίες του «προφήτη» Τζόζεφ Κόνι, διέπραξε μερικά από τα πιο άγρια εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

«Τη χτύπησα με ξύλο...»

Ο 18χρονος Πάτρικ είναι ένα από τα θύματα του πολέμου. Καθισμένος σε μια πλαστική καρέκλα, προσπαθεί να ανοίξει με το ένα χέρι ένα κουτάκι αναψυκτικού. Ακρωτηριάστηκε όταν πάτησε πάνω σε νάρκη. Η 6χρονη ομηρία του τού έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια.

Στη βόρεια Ουγκάντα οι πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει τους καταυλισμούς και μόνο οι πιο ευάλωτοι και οι ακρωτηριασμένοι παραμένουν σε προσωρινά κέντρα επανένταξης. Οπως η Αλις, που το μυαλό της έχει παραμείνει στην ημέρα που οι αντάρτες άρπαξαν  το 10χρονο γιο της Στη βόρεια Ουγκάντα οι πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει τους καταυλισμούς και μόνο οι πιο ευάλωτοι και οι ακρωτηριασμένοι παραμένουν σε προσωρινά κέντρα επανένταξης. Οπως η Αλις, που το μυαλό της έχει παραμείνει στην ημέρα που οι αντάρτες άρπαξαν το 10χρονο γιο της «Κοιμόμουν με τους γονείς μου και τις τρεις αδερφές μου, όταν ξυπνήσαμε από τους καπνούς και τις φωτιές. Με τα όπλα μάς υποχρέωσαν να τους ακολουθήσουμε. Σκότωσαν τον πατέρα μου. Ενας αντάρτης μαχαίρωσε τη μητέρα μου. Την άκουγα να ουρλιάζει και να τους ικετεύει να τη σκοτώσουν. Ξαφνικά σταμάτησε και με διέταξε να τη σκοτώσω εγώ. Μου είπε πως αν δεν τη σκοτώσω θα πεθάνω. Η μητέρα μου με παρακαλούσε να το κάνω. Δεν είχα επιλογή. Τη χτύπησα με το ξύλο μέχρι που σταμάτησε να κουνιέται».

Ο Πάτρικ μαζί με 30 ακόμα παιδιά και ενηλίκους μεταφέρθηκαν στους καταυλισμούς των ανταρτών στο Νότιο Σουδάν. «Περπατούσαμε για μέρες χωρίς φαγητό και νερό. Ενα αγόρι δεν μπορούσε να περπατήσει από τη δίψα, κι έτσι μας υποχρέωσαν να το χτυπήσουμε μέχρι θανάτου. Οσες γυναίκες είχαν μωρά που έκλαιγαν ο αρχηγός τις υποχρέωνε να τα πνίξουν. Μια γυναίκα αρνήθηκε και τη σκότωσαν μαζί με το μωρό».

Στους καταυλισμούς, τα παιδιά διαχωρίζονταν ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Τα αγόρια μεταξύ 12 και 16 προορίζονταν για στρατιώτες, ενώ τα μικρότερα παιδιά για μεταφορείς και βοηθοί. Υστερα από μια περίοδο εξαγνισμού, που διαρκούσε 2 εβδομάδες, κατά τη διάρκεια της οποίας τα παιδιά πλένονταν σε καθαγιασμένο νερό και αλείφονταν με ειδικό μύρο, ξεκινούσε η στρατιωτική εκπαίδευση.

Τον Πάτρικ τον βρήκαν αιμόφυρτο οι κυβερνητικοί στρατιώτες και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η επανένταξή του δεν είναι εύκολη, καθώς οι συγγενείς του αρνήθηκαν να τον δεχτούν στο χωριό του. Παραμένει στο κέντρο γιατί δεν έχει πουθενά να πάει. «Σκέφτομαι συνέχεια τη μητέρα μου. Πώς μπόρεσα να τη σκοτώσω; Ποιος γιος σκοτώνει τη μητέρα του, πείτε μου...».

Οι «νύφες» στην καλύβα

Η Μαίρη ήταν 13 χρόνων όταν οι αντάρτες την απήγαγαν. «Σκότωσαν τους γονείς μου και με μετέφεραν στους θάμνους. Εκεί υπήρχαν και άλλα κορίτσια που τα είχαν αρπάξει από τα γειτονικά χωριά. Μερικές ήταν πολύ μικρές και έκλαιγαν συνέχεια. Περπατήσαμε ώρες μέσα στη νύχτα, μέχρι να φτάσουμε σε ένα ξέφωτο. Εκεί μας διέταξαν να σταματήσουμε και μας πήγαν σε μια καλύβα».

Σήμερα η Μαίρη έχει επιστρέψει στο Γκούλου μαζί με τα δύο παιδιά που απέκτησε κατά τη διάρκεια της 7χρονης ομηρίας της. Δεν μπορεί να μείνει με την οικογένειά της, καθώς κανείς δεν θέλει κοντά του τα παιδιά των ανταρτών.

«Φοβάσαι, δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Και μετά έρχεται ένας άντρας, μπορεί και 50 χρόνων, και σου λένε αυτός είναι ο άντρας σου. Δεν μπορείς να αρνηθείς. Σε δένουν με σκοινιά και σε βιάζουν. Κι αν αρνηθείς, μπορεί ακόμα και να σε σκοτώσουν. Είναι σαν να ζεις σε ένα τάφο. Αναπνέεις, αλλά έχεις πεθάνει. Στο γκρουπ υπήρχε μια κοπέλα που ήταν έγκυος. Μόλις γέννησε, της πήραν το μωρό και το άφησαν να πεθάνει από την πείνα. Και μετά την έδωσαν νύφη σε έναν στρατιώτη».

Ο Πάτρικ και η Μαίρη είναι δύο από τα 60.000 παιδιά που εξαναγκάστηκαν από τον Αντιστασιακό Στρατό του Κυρίου να γίνουν ανήλικοι στρατιώτες ή δόθηκαν ως «νύφες» στους αντάρτες. Υπολογίζεται πως στη βόρεια Ουγκάντα 1 στα 3 αγόρια και 1 στα 6 κορίτσια έπεσαν θύματα απαγωγής. Στα 20 χρόνια του πολέμου, πάνω από 100.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ 1,8 εκατ. μεταφέρθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Ουγκάντα
Αφρική