Έντυπη Έκδοση

Ο «προφήτης» του τρόμου

Ηιστορία του πολέμου και του Κόνι ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν ο σημερινός πρόεδρος της Ουγκάντας, Μουσεβένι, και το Εθνικό Κίνημα Αντίστασης ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο εναντίον του διεφθαρμένου προέδρου Ομπότε.

Ο Τζόζεφ Κόνι ήταν κάτι περισσότερο από ένας αιμοδιψής πολέμαρχος. Αποτελούσε για την κυβέρνηση ένα χρήσιμο «πολυεργαλείο» Ο Τζόζεφ Κόνι ήταν κάτι περισσότερο από ένας αιμοδιψής πολέμαρχος. Αποτελούσε για την κυβέρνηση ένα χρήσιμο «πολυεργαλείο» Καθώς το κίνημα του Μουσεβένι κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος, ο στρατός του Ομπότε διέπραττε όλο και μεγαλύτερες σφαγές στην κεντρική Ουγκάντα. Για τις σφαγές αυτές οι Ατσόλι, οι κάτοικοι του Βορρά, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι, καθώς αποτελούσαν την πλειοψηφία του κυβερνητικού στρατού. Ενα αγεφύρωτο χάσμα δημιουργήθηκε τότε μεταξύ Βορρά και Νότου, που αποτέλεσε και τη βάση για όσα ακολούθησαν. Η εξαθλίωση των Ατσόλι και η έλλειψη ανάπτυξης στην περιοχή οδήγησαν στην ίδρυση διάφορων πνευματικών κινημάτων που υπόσχονταν πως με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος θα ρίξουν την κυβέρνηση του Μουσεβένι και θα δώσουν στους Ατσόλι τη χαμένη τους περηφάνια. Η αρχική υποστήριξη των κατοίκων στο κίνημα του Τζόζεφ Κόνι, που πρωτοεμφανίζεται το 1987, χάνεται όταν ξεκινούν οι απαγωγές, οι ακρωτηριασμοί και οι επιθέσεις σε αμάχους. Μια πρώτη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του, το 1991, γνωστή ως «Βορράς», αποδυναμώνει το κίνημα, αλλά την κρίσιμη στιγμή ο κυβερνητικός στρατός αποχωρεί, δίνοντας στον Κόνι την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί και να προβεί σε φρικιαστικά αντίποινα.

Ο Τζόζεφ Κόνι ήταν κάτι περισσότερο από ένας αιμοδιψής πολέμαρχος. Αποτελούσε για την κυβέρνηση ένα καλό μέσο ελέγχου και περιθωριοποίησης της βόρειας Ουγκάντας και ένα λόγο για να διατηρείται ανοιχτή η στρόφιγγα της ανθρωπιστικής και στρατιωτικής βοήθειας στην περιοχή.

Η Ουγκάντα δεν ήταν η μόνη χώρα που επωφελούνταν από την ύπαρξή του. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90 ο Κόνι κατέφυγε στο Νότιο Σουδάν, όπου η κυβέρνηση του Χαρτούμ τον χρηματοδοτούσε χρησιμοποιώντας τον ως μέσο τρομοκρατίας των κατοίκων του Νότιου Σουδάν και ως μέσο πίεσης των ανταρτών του Νότου (SPLA) και παράλληλα της Ουγκάντας, που τους υποστήριζε.

Η κυβέρνηση της Ουγκάντας, στο όνομα της προστασίας των αμάχων, συνέχιζε να στοιβάζει βίαια τους πληθυσμούς του Βορρά σε καταυλισμούς, αφήνοντάς τους όμως στο έλεος των ανταρτών. Στο μεταξύ, η γη των εκτοπισθέντων δινόταν προς εκμετάλλευση σε στρατιώτες και «επενδυτές», ενώ η οικονομική βοήθεια της Δύσης έρρεε άφθονη. Μόνο στη δεκαετία 2000-2010 πάνω από 1,5 δισ. δολάρια έχουν δοθεί στην Ουγκάντα ως οικονομική ενίσχυση στις περιοχές όπου δρούσε ο Τζόζεφ Κόνι, χωρίς να υπολογιστεί η στρατιωτική βοήθεια.

Οι συμφωνίες μεταξύ Χαρτούμ και Νοτίου Σουδάν, αλλά και η αποτυχημένη στρατιωτική επέμβαση του 2002 από το στρατό της Ουγκάντας, οδήγησαν στην εξάπλωση των ανταρτών έξω από τις παραδοσιακές περιοχές δράσης τους. Το 2006 ο πόλεμος στη βόρεια Ουγκάντα σταματάει και ο Κόνι καταφεύγει στις ανατολικές επαρχίες του Κονγκό. Εκεί, τουλάχιστον 3.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 4.000 έχουν απαχθεί, ενώ οι εκτοπισμένοι υπολογίζονται σε μισό εκατομμύριο. Μια δεύτερη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του, το 2008, την οποία χρηματοδότησαν οι ΗΠΑ και εκτέλεσε ο στρατός της Ουγκάντα, είχε ως αποτέλεσμα να μεταφέρει ο Κόνι τη βάση του στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και να προβεί σε φρικιαστικά αντίποινα στο Κονγκό. Παράλληλα, όμως, έδωσε την αφορμή στην Ουγκάντα να εισβάλει στα πλούσια εδάφη του Κονγκό.

Σήμερα, επτά χρόνια μετά την παύση των εχθροπραξιών, ο Τζόζεφ Κόνι δεν αποτελεί απειλή για την Ουγκάντα. Κρυμμένοι στη ζούγκλα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας ο Κόνι και οι αντάρτες του, κατακερματισμένοι σε μικρές ομάδες, προβαίνουν σε μικρές επιθέσεις που αποσκοπούν στην επιβίωσή τους. Οι συμφωνίες της Ουγκάντας και των ΗΠΑ για την εξουδετέρωσή τους και η αποστολή Αμερικανών συμβούλων δείχνουν ξεκάθαρα πως υπάρχει η βούληση να κλείσει το κεφάλαιο Κόνι στην περιοχή.

Στους δρόμους του Γκούλου, της Λίρα, του Σορότι και των άλλων πόλεων και χωριών του Βορρά, οι άνθρωποι προσπαθούν να ξαναχτίσουν τις ζωές τους. Εκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν σε επενδύσεις, δρόμοι ξαναχτίστηκαν, σχολεία επιδιορθώθηκαν και νοσοκομεία εγκαινιάστηκαν. Τα σχολεία όμως παρέμειναν χωρίς δασκάλους, τα νοσοκομεία χωρίς φάρμακα και γιατρούς και οι δρόμοι γέμισαν λακκούβες που δεν επιδιορθώνονται ποτέ. Οι πρόσφυγες γύρισαν από τους καταυλισμούς για να ανακαλύψουν πως η γη τους δεν τους ανήκει. Το 90% των παιδιών εγκαταλείπουν το σχολείο εξαιτίας της φτώχειας. Τα παιδιά των ανταρτών, που επέστρεψαν μαζί με τις απαχθείσες μητέρες τους, παραμένουν στο περιθώριο, εξοστρακισμένα από τις κοινότητες, που δεν μπορούν να δεχτούν ως δικά τους τα παιδιά εκείνων που τους δολοφονούσαν. Η ανεργία φτάνει στο 80% και εκατοντάδες πρώην αντάρτες περιφέρονται χωρίς δουλειά και χωρίς ελπίδα επανένταξης. Η απελπισία και η περιθωριοποίηση αναπόφευκτα γεννάει πάλι την οργή και το μίσος. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει σήμερα η περιοχή.

Το κείμενο αυτό είναι αποτέλεσμα επιτόπιας έρευνας στη βόρεια Ουγκάντα, που πραγματοποιήθηκε από τη Φραγκίσκα Μεγαλούδη σε συνεργασία με τον φωτογράφο Στυλιανό Παπαρδέλα. Δημοσιεύεται σε συνεργασία με το ThePressProject.gr

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Ουγκάντα
Αφρική