Έντυπη Έκδοση

Πόθοι και πάθη στην παλιά Αθήνα

Ενα βιβλίο που με ξεκαρδιστικό τρόπο παρουσιάζει τα ήθη της σκαμπρόζικης Αθήνας από του Οθωνα τα χρόνια έως και τα μισά του περασμένου αιώνα

Προσοχή, κορίτσια! «Πώς οι έκφυλοι γλεντζέδες διαφθείρουν τις αθώες μικρές. Τις ποτίζουν με κανθαρίνη κι έτσι ερεθίζονται οι άμοιρες».

Τίτλος εφημερίδας του 1934 ο παραπάνω, για πικάντικη «κοινωνική έρευνα», της οποίας ο συγγραφέας δεν ήξερε ότι ύστερα από τουλάχιστον εβδομήντα χρόνια θα μιλούσαμε για το πιο εξελιγμένο χάπι του βιασμού. Ηταν όμως άλλη πόλη τότε η Αθήνα, τουλάχιστον όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Θωμά Σιταρά «Πόθοι και πάθη στην Παλιά Αθήνα, 1834-1938» (εκδόσεις Ωκεανίδα).

Ο Σιταράς χωρίζει τη δουλειά του σε τρία μέρη, τα «Αγουρα χρόνια», «Ωριμα χρόνια» και «Αμαρτωλά χρόνια», και σε δεκάδες υποκεφάλαια. Τη φωτογραφίζει, δε, εξαιρετικά με σκίτσα, γελοιογραφίες και γυμνά εποχής. Το αποτέλεσμα είναι πως το βιβλίο προσφέρεται και ως οδηγός σε άλλες εποχές, αλλά και βγάζει συχνά τρελό γέλιο.

Παραδείγματος χάριν, ποιος θα ξεκινούσε μια επιστολή, ή μάλλον ένα e-mail σήμερα, με τους ακόλουθους στίχους: «Φως μου! / Βουνόν του έρωτός μου! / Μακρόθεν τα προπύλαια της καλλονής σου είδα / κι επήδησα εις πέλαγος τυφλός χωρίς πυξίδα». Ή: «Δεσποινίς. Λαμβάνω τον κάλαμον ανά χείρας με τρέμουσαν την δεξιάν, διά να αποτολμήσω να σας ειπώ ότι από την πρώτην στιγμήν που σας είδον, η καρδιά μου ήρχισε να πάλλη παραδόξως». Κι αν το έκανε, θα είχε ανταπόκριση; Πιθανότατα μόνο αν το κορίτσι είχε χιούμορ.

Τα περιγραφόμενα ως άγουρα χρόνια αν μη τι άλλο αποτελούν αντρικό παράδεισο. Είναι η εποχή που ο κύρης ήταν και αφέντης, η δε σύζυγος -πόσω μάλλον η κόρη- βρισκόταν στη γωνία. Και ήταν απαραιτήτως παχουλές, έως χοντρές, διότι «τα πάχη τους, τα κάλλη τους». Τι να σου έκαναν οι έρημες, κλεισμένες στο σπίτι; Απλώς έτρωγαν!

Το εξάστιχο τα λέει όλα: «Τη γυναίκα μου τη θέλω / να 'ναι όμορφη πολύ / να 'χει και κοντή τη γλώσσα / όχι απαιτητική / να 'ναι άθικτη και τέλος / να με αγαπά πολύ».

Κάπου λίγο μετά τα μέσα του προπροηγούμενου αιώνα, όταν η θέα ενός αστραγάλου λειτουργούσε ερεθιστικά, η Φωφώ αναστάτωσε το Διαβολίτσι. Η διαφήμιση για την εμφάνισή της ήταν η εξής: «Η διάσημος χορέφτρια Φωφώ θα χορέφσει διάφορους εβρωπαϊκούς χορούς και τσιφτιτέλι εις το καφενίον». Η Φωφώ «χόρεφσε», αλλά όταν έβγαλε δίσκο, έφαγε τόσες (άγριες) τσιμπιές, που πέταξε τις πεντάρες που είχε μαζέψει κι έφυγε κακήν κακώς.

Αν θέλετε μια προ γάμου συμβουλή, ιδού: «Η γυναίκα πρέπει να είναι ανεπτυγμένη, δεν συμφέρει όμως να υπερτερεί του συζύγου της κατά το πνεύμα και τας γνώσεις. Πολύ επικίνδυνον το τοιούτον. Το ολιγότερον θα τον σέρνει από τη μύτη».

Ο Λελές...

Εννοείται πως όλα τα δημοσιεύματα είναι από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Σ' ένα από αυτά, στον «Πειρασμό» του 1922, περιγράφεται μοναδικά η πρώτη νύχτα γάμου του Λελέ με την Αθηναΐδα, η οποία διασώζεται λόγω της ξεβγαλμένης νύφης. Η αυτοκτονία του Μιμίκου και της Μαίρης επίσης αποθησαυρίζεται και ο σημερινός αναγνώστης έκπληκτος μαθαίνει πως η Μαίρη δεν έπεσε από το βράχο της Ακρόπολης, αλλά από τον Παρθενώνα, ανεβαίνοντας στο αέτωμα από μια σκάλα που είχε χτιστεί μεταγενέστερα του ναού - και υπάρχει ακόμα.

Στα «Ωριμα χρόνια», το παιχνίδι του έρωτα αρχίζει να ξεφεύγει, όπως φαίνεται και από το ακόλουθο ραβασάκι: «Γώγο μου, έλα απόψε! Κείνος ο σιχαμένος ο άντρας μου απόψε πάει ταξίδι στη Θεσσαλονίκη για εμπορικές του υποθέσεις. Θα 'μαι μόνη σπίτι μου, μόνη. Και θα σε περιμένω με λαχτάρα, χρυσέ μου, για να τον απατήσουμε όλη νύχτα, όσο μπορούμε. Ελα, τύραννε! Ελα, κακούργε! Σε θέλω όλον! Νίνα».

Πώς περιγράφεται μια ερωτική σκηνή; Ως εξής: «Παρατεταμένοι σπασμοί ανετίνασσον αυτούς, τα σώματά των εταλαντεύτησαν. Υπήρξαν ευτυχείς».

Και το φλερτ: «Στα παγκάκια του Ζαππείου τα βραδάκια τα γλυκά / πάνε για να κάνουν κόρτε προκομμένα θηλυκά / αγκαζέ με κάτι νέους που 'ναι όλο προκοπή / μα δεν έχουνε ντροπή».

Και Ροΐδης...

Θέλετε και μια συμβουλή, εσείς οι άντρες, από τον Εμμανουήλ Ροΐδη; Να την: «Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρσεκον είναι ν' αποκρύπτει τις επιμελώς δύο τινά: τα εννένα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του».

Δεν λείπουν οι διαφημίσεις. Μία εξ αυτών αφορά την κακοσμία του ιδρώτα, που μπορεί να οδηγήσει σε διαζύγιο. Ως αντίδοτο προτείνεται το αποσμητικό «Ομνιδρόλ»!

Οι Αθηναίες του 1930, δηλαδή των αμαρτωλών χρόνων, αγαπούν έτσι: «Είναι τρε σικ πολύ, αν βογκ κι απλούστερα της μόδας / τα σύγχρονα τα θηλυκά που 'χουν γυμνούς τους πόδας / και τρέμοντα τα θέλγητρα, σεισμογενή τουτέστιν / παρ' όλη την αβάσταχτη του Ιουλίου ζέστην».

Σταχυολογούμε από τις προσφωνήσεις ανά επάγγελμα προς το ευαίσθητο φύλο: «Ο ζαχαροπλάστης: κουφέτο μου. Ο φούρναρης: τσουρέκι μου. Ο κυνηγός: πέρδικά μου. Ο παπουτσής: λουστρίνι μου. Ο παππάς: ευλογημένη μου. Ο κηπουρός: φιντανάκι μου. Ο στραβός: ματάκια μου. Ο τραπεζίτης: θησαυρέ μου».

Πάμε στα πρωτοσέλιδα: «Εξηκονταετής γέρων τραυματίζει την νεαράν ερωμένην του και αυτοκτονεί. Ο αυτόχειρ έγγαμος και πατήρ πέντε τέκνων». Κι άλλο: «Ερωτευθείσα τον ανθοπώλην που της έδιδε άνθη διά τον τάφον του συζύγου της, τον εσκότωσε. Επειδή την εγκατέλειψε». Κι άλλο, με υπέρτιτλο «Ερως και υπνοβασία»: «Ο κρυφός έρως μιας μητέρας προς τον μνηστήρα της κόρης της. Την εστραγγάλισε στον ύπνον της». Κι ακόμα ένα: «Ενώ ο σάτυρος της έβαζε ένα μεγάλο θερμόμετρον... Το χθεσινόν δράμα τιμής».

Και πάει κορδόνι! Χαριτωμένα και απρόοπτα. Μια αποθησαύριση που θέτει τον αναγνώστη ενώπιον των ευθυνών του ως άντρα και την αναγνώστρια στις δικές της ως γυναίκα. Μια αποθησαύριση που δεν χαρίζεται και που το γούστο της είναι πως παραμένει επίκαιρη, διότι από τότε -από το όποιο τότε- δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα.

Μπεμπεκούλες

Δείγμα γραφής το κομμάτι με τίτλο «Προσοχή, μπεμπεκούλες! Οχι γλυκά από τους θείους!». Αντιγράφουμε: «Μπροστά στο Αρσάκειο και σε πολλά άλλα εκπαιδευτήρια και παρθεναγωγεία της Πρωτευούσης, συνηθίζουν πάντοτε να συχνάζουν πολλοί γέροι διεφθαρμένοι, ως επί το πλείστον ανίκανοι, με το σκοπόν να μπανίσουν τις ωραίες θελκτικές μαθήτριες. Οταν δε τους δοθή η ευκαιρία, βαράνε στο ψαχνό. Κατορθώνουν δηλαδή με διαφόρους υποσχέσεις και πολλά σατανικά σχέδια, να παρασύρουν στις γκαρσονιέρες τους ή σε απόκεντρα σεπαρέ, μικρές και αθώες υπάρξεις, για να κορέσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους». Ορίστε και στατιστικές σχετικές με τη διαφθορά ανά επάγγελμα: «Μοδίστραι 25%, φοιτήτριαι 20%, δημ. υπάλληλοι 20%, δακτυλογράφοι 20%, μαθήτριαι 12%, σερβιτόραι 2%. Αι δε αποπλανήσεις γίνονται συνήθως από ηλικίας 15 - 17 ετών 20%, από 17 - 19 ετών 30%, από 19 - 23 ετών 50%».

Και μία ειδοποίησις: «Νέα κυρία, έγγαμος, καλού χαρακτήρος, αρκετά ωραία και ευπρόσωπος υφ' όλας τα απόψεις, πολύ καλώς ανεπτυγμένη, επιθυμούσα δε ταξείδιον δι' οιονδήποτε μέρος της Ευρώπης, ζητεί κύριον του κόσμου και ευχάριστον, όστις να τη συνοδεύση πληρώνων άπαντα τα έξοδα του ταξειδίου. Ως αντάλλαγμα δε υπόσχεται να καταστήσει δι' αυτόν το ταξείδιον την σπανιοτέραν απόλαυσιν ως γνωρίζουσα όλην την Ευρώπην καθ' όλα τα καθέκαστα και υφ' όλας τας απόψεις».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Καλλιτεχνικό ρεπορτάζ
Βιβλίο
Αθήνα
Τελευταίες ειδήσεις στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός
«Κάπου περνούσε μια φωνή»
Τέχνη, γένους θηλυκού
Μια πιθανή κουλτούρα Φόβου
«Ο caveman στο Άλσος Βεΐκου την Πέμπτη 24 Ιουλίου»
«Aυτή η νύχτα μένει»