Έντυπη Έκδοση

Μία ανάρμοστη σχΕ.Ε.ση

ΟΚώστας Βεργόπουλος εδώ και πολλά χρόνια καταθέτει στο δημόσιο διάλογο σε σειρά θεμάτων οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο συνοδεύεται πάντοτε από συστηματικές αναλύσεις, αλλά κυρίως από εύστοχες προβλέψεις. Η βαθιά γνώση της οικονομικής ιστορίας και της ιστορίας των οικονομικών θεωριών αποτελεί τη στέρεη βάση του Βεργόπουλου, σε αντίθεση με τις συγκυριακές και απαγωγικές, άνευ επιστημονικής αξίας αποφάνσεις των αυτο-ανακηρυγμένων σημερινών οικονομολόγων.

Στο βιβλίο του «Η ανάρμοστη σχέση: Ελλάδα - Ευρώπη» (εκδόσεις Πατάκη, 2012) επανέρχεται σε ένα ζήτημα που από χρόνια μελετά σε βάθος. Η προσοχή του για τα ευρωπαϊκά και ελληνοευρωπαϊκά θέματα είναι απόρροια όχι μόνο της σημασίας τους, αλλά επίσης του βαθμού ευρωπαϊκής συνείδησης. Ο Βεργόπουλος είναι γνήσιο τέκνο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Μάλιστα, της πιο ενδιαφέρουσας συνιστώσας αυτού του μοναδικού φαινομένου (το οποίο, δυστυχώς, με το χρόνο κατάντησε συνώνυμο του «εργαλειακού ορθολογισμού», της «φιλοσοφίας της ιστορίας», του «στείρου νομικισμού»), της υλιστικής κριτικής σκέψης, η οποία οραματίζεται συνεχώς την ανοικτή και ελεύθερη δημοκρατική κοινωνία, χωρίς προκαθορισμένα ντετερμινιστικά όρια και θέσεις περί τέλους της ιστορίας.

Είναι Ευρωπαίος πολίτης, καθόσον υπερασπίζεται τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά κυρίως τη δημοκρατία και το σύμφυτο με αυτήν κοινωνικό κράτος. Οι κριτικές του τοποθετήσεις για το εγχείρημα της νομισματικής και οικονομικής ενοποίησης των ευρωπαϊκών χωρών προέρχονται από τη μοναδική ευρωπαϊκή οπτική του, για την οποία νοιάζεται περισσότερο από όλους τους υποτιθέμενους ευρωπαϊστές, που στην ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν βλέπουν παρά μόνο μία ακόμη ευκαιρία να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των ισχυρών.

Το πρόγραμμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο ιδεαλιστικό και αν ήταν, κατευθυνόταν πάντοτε από την κορυφή προς τη βάση. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ πάντοτε λειτουργούσαν στα μουλωχτά, παρακάμπτοντας τους ευρωπαϊκούς λαούς. Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει: δεν είναι μόνο από την πλευρά της Γερμανίας και της Ε.Ε. η ενθάρρυνση τεχνοκράτες να κυβερνούν χώρες παρακάμπτοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά μέσω αυτών επιχειρείται η επιβολή πολιτικών που οδηγούν σε γενικευμένη φτωχοποίηση, υπογραμμίζει ο Βεργόπουλος, θέτοντας τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση.

Ο Βεργόπουλος από πολύ νωρίς ήταν μεταξύ εκείνων που είχαν επισημάνει τον αντινομικό χαρακτήρα του κοινού νομίσματος, με τη μέχρι σήμερα δομή του, και τις σαρωτικές συνέπειες για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και όχι μόνο. Η αρχιτεκτονική του ευρώ, από την ιδρυτική του πράξη, δεν του επέτρεπε να διασφαλίζει το ρόλο που παίζουν όλα τα υπόλοιπα νομίσματα παγκοσμίως. Οι παράδοξες δεσμεύσεις πάνω στις οποίες χτίστηκε το ευρώ αντί να προστατεύουν τις χώρες-μέλη από τις οικονομικές κρίσεις, τις αφήνουν απροστάτευτες, δυσκολεύοντας περαιτέρω την κατάστασή τους. Ο ρόλος της ΕΚΤ, η έλλειψη αναδιανεμητικών μηχανισμών, ο δραματικός περιορισμός των εργαλείων μακροοικονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη εκθέτουν τις οικονομίες των χωρών που είναι απροστάτευτες στις εξωτερικές ή εσωτερικές διαταράξεις. Σήμερα όλα είναι φανερά και πάνω στο τραπέζι. Οι ελλείψεις και οι θεσμικές αδυναμίες του ευρώ διακρίνονται πλέον διά γυμνού οφθαλμού.

Η οικονομική και νομισματική ένωση της Ε.Ε. ήταν ένα μέσο προς επίτευξη ενός σκοπού, όχι αυτοσκοπός. Οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι αναγνωρίζουν, υπό τις τρέχουσες διευθετήσεις, ότι το ευρώ υπονομεύει τους σκοπούς για τους οποίους υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε. Ο σημερινός μονομερής σφετερισμός πόρων των χωρών του Νότου από τον ευρωπαϊκό Βορρά είναι σαφής απόδειξη ότι η αρχιτεκτονική του ευρώ βρίσκεται στα όριά της.

Αυτή την απλή αλήθεια, σημειώνει ο Βεργόπουλος, είναι δυνατόν να μην την αντιλαμβάνονται οι ιθύνοντες; Η Ευρώπη βεβαίως έχει ανάγκη από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι μέσω λιτότητας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις θεσμικές διευθετήσεις της Ευρωζώνης και όχι οι μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό των κρατών είναι εκείνες που θα έχουν το μέγιστο αποτέλεσμα. Με τον τρόπο αυτό, η ανάρμοστη και άγονη σχέση Ελλάδας (Νότου) - Ευρώπης θα μπορούσε να αποβεί γόνιμη.

Αυτό που δεν θα έχει αποτελέσματα, τουλάχιστον για τις περισσότερες από τις χώρες της Ευρωζώνης, είναι η εσωτερική υποτίμηση -δηλαδή η μείωση μισθών και τιμών-, επειδή κάτι τέτοιο αυξάνει το χρέος για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις (των οποίων τα χρέη είναι σε ευρώ). Η εσωτερική υποτίμηση, σε συνδυασμό με τη λιτότητα και την κοινή αγορά (που διευκολύνει τη φυγή κεφαλαίων και την αιμορραγία των τραπεζικών συστημάτων), είναι ένας τοξικός συνδυασμός.

Ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν ότι, χωρίς ανάπτυξη, το χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται, ότι η λιτότητα είναι κατά της ανάπτυξης. Πέρασαν χρόνια χωρίς να διατυπωθεί στρατηγική για την ανάπτυξη, παρόλο που τα συστατικά της είναι γνωστά: πολιτικές που θα αντισταθμίζουν τις εσωτερικές ανισορροπίες της Ευρώπης και το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας. Αυξήσεις μισθών στη Γερμανία και πολιτικές που θα προωθούν τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα στις περιφερειακές οικονομίες της Ευρώπης. Οι ηγέτες της Ευρώπης ορκίζονται επανειλημμένως πως κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο για να σωθεί το ευρώ. Αλλά η Γερμανία απορρίπτει κάθε πολιτική με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

Ο Βεργόπουλος αναλύει ακόμη την αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών. Επειτα από συνοπτική ανασκόπηση την περίοδο του 1930, υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ήταν, και είναι, μεγάλη πολιτική ιδέα. Αλλά αντί να ενισχύσει την αλληλεγγύη εντός της Ευρώπης, σπέρνει τη διχόνοια ανάμεσα στις χώρες. Με την επέκταση των πολιτικών λιτότητας και ύφεσης στην Ευρώπη, διαμορφώνεται μοιραία πλαίσιο οξυνόμενης αντιπαλότητας μεταξύ των εθνών, που εξωθεί σε επιθετικές «εθνικές λύσεις» εις βάρος των συνεταιριστικών. Η Γερμανία διαχειρίζεται την Ευρωζώνη ως επαρχία της. Η διαχείριση δεν γίνεται μόνο μέσω της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, αλλά και στο συμβολικό-ιδεολογικό επίπεδο, κάτι που καθιστά τις εξελίξεις επικίνδυνες από τη στιγμή που η πολιτική παραδίδεται στον ηθικισμό. Το πρότυπο του ικανότατου Γερμανού αντιπαρατίθεται συνεχώς με τον τεμπέλη, διεφθαρμένο του Νότου. Ηδη η συνοχή μεταξύ των εθνών της Ευρώπης έχει διαρραγεί και είναι άγνωστο αν θα επουλωθούν οι πληγές στο προσεχές μέλλον.

Κλείνοντας, στο βιβλίο υπάρχουν επίσης προτάσεις για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Η αναδιάρθρωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας αποτελεί το ζητούμενο. Σύμφωνα με τον Βεργόπουλο, το πρόβλημα της βιώσιμης και διατηρήσιμης ανάπτυξης δεν ταυτίζεται με αυτό του μεγέθους της χώρας, αλλά ούτε με κάποια εξειδίκευση της οικονομίας. Δεν ταυτίζεται με την εκβιομηχάνιση, ούτε με τη βαριά βιομηχανία. Υπάρχουν σήμερα βιώσιμες οικονομίες χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις είτε στην ελαφρά είτε στη βαριά βιομηχανία. Η βιώσιμη ανάπτυξη διασφαλίζεται με οικονομικά υποδείγματα στους τομείς ενέργειας, υπηρεσιών, νέων τεχνολογιών, γεωργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας, βιολογικών καλλιεργειών. Το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί, αλλά, ακόμη περισσότερο, να προκαλέσει προβληματισμό για τα καυτά ζητήματα που εγείρει τόσο από την ευρωπαϊστική σκοπιά όσο και από την ευρωσκεπτικιστική.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Παρουσίαση βιβλίου