Έντυπη Έκδοση

Ο Πάμπλο Μπέργκερ μάς μιλάει για τη νέα του ταινία, εμπνευσμένη από το παραμύθι των αδερφών Γκριμ

Η «Χιονάτη», ερωτικό γράμμα στο ευρωπαϊκό σινεμά

Το 2003, η εμπορική επιτυχία της διασκεδαστικής ισπανικής κωμωδίας «Torremolinos» έκανε γνωστό τον πρωτοεμφανιζόμενο Πάμπλο Μπέργκερ.

Ο Πάμπλο Μπέργκερ παραλαμβάνει το ισπανικό βραβείο Γκόγια καλύτερης ταινίας Ο Πάμπλο Μπέργκερ παραλαμβάνει το ισπανικό βραβείο Γκόγια καλύτερης ταινίας Από τότε, ο σκηνοθέτης έβαλε μπροστά ένα σχέδιο για μια μαυρόασπρη, βωβή ταινία, τη «Χιονάτη», εμπνευσμένη από το παραμύθι των αδερφών Γκριμ και όχι μόνο, με την ιστορία της Χιονάτης και των έξι (όχι εφτά, όπως στο παραμύθι) νάνων, που εδώ είναι ταυρομάχοι, να εκτυλίσσεται στη Μαδρίτη. Χρειάστηκε να περάσουν 8 χρόνια για να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, αφού οι παραγωγοί, που δεν πίστευαν σε τέτοιου είδους ταινία, δέχτηκαν να τη χρηματοδοτήσουν μόνο μετά την επιτυχία της επίσης μαυρόασπρης βωβής ταινίας «The Artist». Με αφορμή την προβολή της συναρπαστικής αυτής ταινίας (βραβευμένη με 10 βραβεία Γκόγια) στην Ελλάδα, είχαμε μια πολύ φιλική κουβέντα με τον 49χρονο σκηνοθέτη, που μας μίλησε για την αγάπη του για το βωβό κινηματογράφο, για τις ταυρομαχίες, καθώς και για τα προβλήματα που αντιμετώπισε.

- Απόλαυσα πράγματι την όμορφη αυτή ταινία σου...

«Ευχαριστώ... ευχαριστώ. Σ' εμάς τους σκηνοθέτες αρέσει να ακούμε τέτοια λόγια. Οι ταινίες είναι τα παιδιά μας».

- Ναι, το γνωρίζω. Αυτό είναι το μεγάλο σου παιδί, το «Torremolinos» είναι το μικρό παιδί...

«Ναι αυτή εδώ είναι κόρη μου. Το "Torremolinos" είναι αγόρι».

- Αλλά γύρισες και μια μικρού μήκους πριν, τη «Mamma». Αν τη συγκρίνεις μ' αυτήν εδώ, εκείνη είναι ο νάνος...

«Ναι...» (γελάει).

Η «κακή μητριά» (Μαριμπέλ Βερντού) Η «κακή μητριά» (Μαριμπέλ Βερντού) - Σου πήρε οκτώ χρόνια για να φτιάξεις την ταινία. Ποιο ήταν το πρόβλημα;

«Το "Torremolinos" είχε μεγάλη επιτυχία και νόμιζα πως ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου. Κι έτσι έγραψα το σενάριο της "Χιονάτης", αλλά όταν το έστειλα στον παραγωγό μου μού είπε, "πρέπει να είσαι τρελός, ποιος θέλει να δει μια βωβή, μαυρόασπρη ταινία;". Αυτό ήταν το 2005 και όλοι οι παραγωγοί στους οποίους απευθυνόμουν μου έλεγαν πως δεν πρόκειται να γυριστεί μια τέτοια ταινία. Τότε εμφανίστηκε το "The Artist", που έδειξε πως το κοινό συνδέεται καλύτερα με τους σκηνοθέτες παρά με τους παραγωγούς. Ανάμεσα σε σκηνοθέτη και θεατή δημιουργείται κάτι το μαγικό. Ετσι έγινε με το "The Artist". Το κοινό θέλει να δει κάτι έξω από αυτόν, κάτι μαγικό, ονειρικό».

- Οπως είπε και ο Μπουνιουέλ, ο κινηματογράφος μάς ανοίγει ένα παράθυρο στο όνειρο.

«Ναι, όλοι μας έχουμε κάτι από τον Μπουνιουέλ. Είναι στο DNA μας, στο υποσυνείδητό μας. Μου αρέσει αυτή η ονειρική πλευρά, να αφήνεσαι στο όνειρο. Το συλλογικό όνειρο που σου προσφέρει η αίθουσα».

- Τι σε έκανε να επιλέξεις τη Χιονάτη ως θέμα και γιατί ένα παραμύθι στο στιλ του βωβού κινηματογράφου;

«Ηθελα πάντα να γυρίσω μια μαυρόασπρη ταινία. Στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και αργότερα σ' εκείνο του Μπιλμπάο, έβλεπα πάντα ταινίες σε διάφορα αφιερώματα. Κάποια φορά είδα σε προβολή τη βωβή "Απληστία" του Στρόχαϊμ, με ζωντανή μουσική, που είχε συνθέσει και διηύθυνε την ορχήστρα ο Καρλ Ντέιβις. Για μένα αυτό ήταν μια αποκάλυψη, ένα είδος τελετουργίας. Αισθάνθηκα κάτι που δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν. Η ομορφιά των εικόνων, το δράμα που εκτυλισσόταν, η μουσική, όλα μαζί με είχαν μαγέψει. Από εκείνη τη στιγμή ξετρελάθηκα με το βωβό κινηματογράφο. Εγινα φανατικός θεατής του. Αυτό συνέβη τη δεκαετία του '80, αργότερα, τη δεκαετία του '90, ανακάλυψα ένα βιβλίο φωτογραφιών της Κριστίνα Γκαρθία Ροντέρο, με τον τίτλο "Espagna Occulta" - Η κρυμμένη Ισπανία. Στο βιβλίο υπήρχαν μαυρόασπρες φωτογραφίες νάνων ταυρομάχων. Οταν είδα τις φωτογραφίες αυτές σκέφτηκα, τι θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα στους νάνους αυτούς; Κι έτσι έβαλα τη Χιονάτη. Πριν πω ότι είμαι σκηνοθέτης θέλω να πω ότι είμαι παραμυθάς. Το να αφηγούμαι ιστορίες, να αφηγούμαι παραμύθια, αποτελεί τμήμα της τέχνης μου».

- Μετά την «Απληστία» φαντάζομαι πως άρχισες να βλέπεις πολλές βωβές ταινίες, ανάμεσά τους και εκείνες του γερμανικού εξπρεσιονισμού, γιατί η φωτογραφία της ταινίας σου θυμίζει το στιλ του Μούρναου, του Λανγκ...

«Φαίνεται πως είσαι κι εσύ σινεφίλ. Ακόμη περισσότερο από σκηνοθέτης είμαι σινεφίλ, μου αρέσει να βλέπω τις ταινίες παρά να τις γυρίζω. Για μένα η "Χιονάτη" είναι ένα ερωτικό γράμμα στο ευρωπαϊκό σινεμά του βωβού. Λατρεύω το βωβό γαλλικό σινεμά. Για μένα ο Αμπέλ Γκανς με τον "Ναπολέοντα" και τη "Ρόδα", οι σκηνοθέτες Μαρσέλ Λ' Ερμπιέ, Ζαν Επστάιν, Ζιλιέν Ντιβιβιέ, οι Γερμανοί Μούρναου, Παμπστ, Φριτς Λανγκ, αλλά και οι Σκανδιναβοί, ειδικά σ' ό,τι αφορά τις ερμηνείες, ο Στίλερ και ο Σγέστρομ, είναι σκηνοθέτες που με επηρέασαν. Πιστεύω πως όλοι αυτοί οι μεγάλοι σκηνοθέτες δημιούργησαν το συντακτικό του κινηματογράφου. Αυτό που ξεχωρίζει τον κινηματογράφο από τις άλλες μορφές τέχνης είναι πως αφηγείται τις ιστορίες οπτικά. Και με το μοντάζ δημιουργείς το συναίσθημα».

Οι έξι νάνοι, οι οποίοι έχουν φωνές φίλων του σκηνοθέτη Οι έξι νάνοι, οι οποίοι έχουν φωνές φίλων του σκηνοθέτη - Ακριβώς, το μοντάζ της ταινίας σου θυμίζει τον τρόπο που μόνταραν τις ταινίες του βωβού.

«Δεν ήθελα απλά να αντιγράψω το στιλ του βωβού, αλλά να εμπνευστώ από αυτό».

- Αντίθετα με το «The Artist», που ήταν απλώς φόρος τιμής στις ταινίες του βωβού, η «Χιονάτη» μοιάζει να βγήκε από τη δεκαετία του '20. Ενα είδος αναπαλαιωμένης ταινίας, που μοιάζει να βγήκε χθες από τα εργαστήρια.

«Δεν μου αρέσει η νοσταλγία. Κοιτάζω το παρελθόν με σεβασμό, αλλά ήθελα να φτιάξω την ταινία μου για το σύγχρονο κοινό, να μην είναι ένα αντίγραφο».

- Εκτός του ότι τοποθέτησες την ταινία στη Σεβίλη και στις ταυρομαχίες, δεν περιορίστηκες στην ιστορία της Χιονάτης, πρόσθεσες κι άλλα στοιχεία...

«Η "Χιονάτη" μου είναι το παραμύθι των παραμυθιών. Δεν είναι μόνο η Χιονάτη, αλλά και η Ωραία Κοιμωμένη και η Κοκκινοσκουφίτσα. Πάω ακόμη και πιο πέρα, φτάνω στην "Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων". Εδώ ο κόκορας είναι όπως ο λαγός στην "Αλίκη". Υπάρχουν ακόμη και στοιχεία από το γοτθικό μυθιστόρημα, από τον Ντίκενς, τον "Ολιβερ Τουίστ", τη "Ρεβέκκα", τον "Πύργο των καταιγίδων". Οταν γυρίζω μια ταινία σκέφτομαι πως ίσως να είναι η τελευταία μου. Γι' αυτό βάζουμε όλα τα θέματα που μας στοιχειώνουν. Είναι σαν να φτιάχνεις μια παέλια και όταν την ψήνεις ελπίζεις πως θα αρέσει κιόλας».

- Οι νάνοι μού θύμισαν επίσης το «Freaks», την κλασική ταινία του Τοντ Μπράουνινγκ, με τους νάνους του τσίρκου...

«Ναι, η ταινία του Μπράουνινγκ ήταν βασικό στοιχείο στη δημιουργία αυτής της ταινίας. Η άποψη στην ταινία του Μπράουνινγκ, το ότι αντιμετωπίζει τα φρικιά πολύ ανθρώπινα και ζεστά, αυτό μου άρεσε. Ξέρεις, είναι αστείο, αλλά είδα την ταινία του Μπράουνινγκ σε μια κινηματογραφική λέσχη και ήταν από τις ταινίες εκείνες που παρέμειναν στο μυαλό μου».

- Ξέρεις κι εγώ την είδα σε κινηματογραφική λέσχη στο Παρίσι, τότε που έτρεχα κι έβλεπα τρεις και τέσσερις ταινίες την ημέρα...

«Ναι, είμαστε βλέπω και οι δύο freaks, φρικιά του σινεμά. Οταν ήμουν νέος, χωρίς υποχρεώσεις, έτρεχα κι εγώ από το απόγευμα μέχρι το βράδυ για να δω τρεις με τέσσερις ταινίες την ημέρα. Είμαστε σίγουρα φρικιά. Το εννοώ σε σχέση με την κοινωνία, πάντα ήθελα να είμαι με το μέρος των περιθωριακών».

- Αλλά γιατί έξι και όχι εφτά νάνοι;

«Η ταινία δεν είναι διασκευή της Χιονάτης των Γκριμ. Είναι εμπνευσμένη από το παραμύθι. Μου αρέσει να κάνω συχνά παραλλαγές πάνω στη μία ιστορία. Επίσης, στους νάνους έδωσα τα ονόματα των καλύτερών μου φίλων» (γελάει).

- Τι ήθελες να δώσεις με τη σκηνή όπου οι άνθρωποι στέκονται στην ουρά για να φιλήσουν τη Χιονάτη στο φέρετρο;

«Είναι σαν επίλογος. Το είχα σκεφτεί από την αρχή. Οι σκηνοθέτες σκεφτόμαστε μια ταινία ξεκινώντας από το τέλος. Για μένα ο επίλογος αυτός ήταν βασικός για να αποκτήσει δύναμη η ταινία. Αλλωστε σε αυτή μιλάμε για πολλά πράγματα και κυρίως για το πώς πουλιέται ο πόνος στην κοινωνία μας. Από την άλλη, για μένα ήταν σημαντικό να κρατηθεί το πνεύμα του παραμυθιού των αδερφών Γκριμ, ιδιαίτερα το επιμύθιο. Εχω μια εννιάχρονη κόρη και δεν μου αρέσει να της διηγούμαι παραμύθια με χάπι εντ, πολιτικά ορθά. Ποτέ δεν πίστεψα στην άποψη πως η ζωή έχει χάπι εντ. Για μένα η ζωή είναι μια τραγική κωμωδία. Είναι σκληρή, σκοτεινή αλλά και θαυμάσια, γεμάτη έρωτα. Γι' αυτό, αυτή η ταινία έπρεπε να τα έχει όλα, το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό».

- Στην ταυρομαχία δεν σκοτώνεις τον ταύρο, του χαρίζεις τη ζωή. Είσαι ενάντια στις ταυρομαχίες, όπως κι εγώ;

«Αυτά που γράφω, τα γράφω από την καρδιά μου. Δεν έχω κάποια ατζέντα. Αλλά δεν είμαι φαν των ταυρομαχιών. Δεν σημαίνει ότι είμαι εναντίον των ταυρομαχιών. Πάντα όμως με γοήτευε αυτός ο χορός με το θάνατο που βλέπεις στην αρένα. Ο πρωταγωνιστής και ο ανταγωνιστής, η σύγκρουση, η κίνηση, η τελετουργία, είναι όλα στοιχεία κινηματογραφικά. Ο ταύρος γίνεται εδώ τμήμα της ζωής τους».

- Ο ταύρος παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία, τον βλέπουμε παντού, είναι και ταριχευμένος στο δωμάτιο του ανάπηρου ταυρομάχου.

«Σίγουρα, οι ταύροι στην ταινία είναι χαρακτήρες, έχουν και ονόματα. Υπάρχουν και οι θρησκευτικές αναφορές. Υπάρχει και μια ονειρική διάσταση όταν ξεκινάς να γράφεις τις σκηνές, που μετά τις βάζεις σε τάξη. Υπάρχει και σχέση ανάμεσα στους δύο ταύρους. Ο ταύρος που εμφανίζεται στο φινάλε είναι για μένα, παρ' όλο που δεν το λέω, ο γιος του ταύρου που βλέπουμε στην αρχή».

- Η μουσική είναι πολύ σημαντική στην ταινία. Πώς τη χρησιμοποίησες;

«Οταν μοντάραμε την ταινία δεν είχαμε μουσική. Ηθελα να χρησιμοποιήσω μια ειδική μουσική. Αλλά δεν ήθελα κάποιο συνθέτη που γράφει συνέχεια μουσική για ταινίες. Ο Αλφόνσο ντε Βιλαλόνγκα είναι ένας συνθέτης που φτιάχνει σάουντρακ σε ταινίες μια φορά κάθε δυο χρόνια. Φτιάχνει μουσική για τον εαυτό του, όχι για τους άλλους. Στην περίπτωση της "Χιονάτης" κάναμε αυτό που ονομάζω "καφέ κον λέτσε", καφέ με γάλα. Ηθελα τις εικόνες και τη μουσική να είναι ένα, να μην μπορείς να τις χωρίσεις. Ηθελα μια μουσική που να τονίζει τις εικόνες, να είναι γεμάτη χρώματα, μεγάλες συμφωνικές στιγμές, αλλά και σόλο με απλά όργανα, όπως πασοντόμπλε ανάμικτο με φλαμένκο και ύστερα να ακολουθεί μουσική του τσίρκου. Δεν μου άρεσαν τα σάουντρακ όπου η μουσική είναι ίδια από την αρχή ώς το τέλος, μου αρέσει μια μουσική με εκπλήξεις».

- Το φινάλε μένει ανοιχτό, είναι χάπι εντ ή όχι;

«Σίγουρα, το φινάλε παραμένει ανοιχτό. Θέλω να αποφασίσει το κοινό, να το συζητήσει, να μη συμφωνήσει. Ενας μπορεί να το δει αισιόδοξα κι άλλος απαισιόδοξα. Οι ταινίες δεν ολοκληρώνονται μέχρι να αντιμετωπίσουν το κοινό τους».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος