Έντυπη Έκδοση

Μεταξύ φωτός και σκότους

Αυτός ο αρχαίος ελληνικός τρόπος σκέψης, πέρα από κάθε χριστιανική ή άλλη μεταφυσική, όπου ψυχή και σώμα είναι ακόμα ένα αδιαίρετο, ενιαίο σύνολο κι όχι μια σκισμένη φωτογραφία που δεν κολλάνε τα κομμάτια της, γιατί όλο και κάποιο λείπει, αυτή είναι και η ιδεολογική ιδιαιτερότητα του Καβάφη, αφού τολμάει σε καιρούς χαλεπούς να είναι και να διατείνεται πως είναι Ελλην.

Πέρα από τη μουσικότητα και την ευθυβολία των στίχων του (που χάνεται αναπόφευκτα στη μετάφραση), εκείνο που κατέστησε δημοφιλή το λόγο του σε διάφορες γλώσσες είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το γεγονός ότι είναι σαν να μιλάει ένας από τους ποιητές της «Παλατινής Ανθολογίας». Αυτή η «αιρετική» για τους μονοθεϊστές στάση ή τέχνη ζωής είναι το μυστικό της απήχησης ενός έργου ποιητικού.

«Η δυνάμωσις» είναι ένα πλήρες ποίημα που λόγω τολμηρότητος και προκλητικής ηθικής μπήκε στο συρτάρι του Καβάφη, ευτυχώς όχι για πάντα. Εδώ είναι σαφές ότι μιλάει για την ελευθερία τού να ενδίδει στην «καταστρεπτική» ηδονή για να πετύχει τη «γνώσι». Το σώμα άρρηκτα δεμένο με το νου, κατά τον αρχαιοελληνικό τρόπο.

«Επος καρδίας»: ερωτική εξομολόγηση πλήρης αισθαντικότητας, γέμουσα συναισθημάτων, κομμάτι ρομαντική, κομμάτι ελληνίζουσα, τουτέστιν σωματική. Δεν υπάρχει έρωτας έξω από το σώμα. Το άγγιγμα το ερωτικό, η αφή, η ζωτική μνήμη του δέρματος, το βλέμμα, εκφράζονται εδώ με τον καλύτερο τρόπο.

Αντιθέτως, στο «Ερωτος άκουσμα» θεοποιείται κι εξαίρεται ο ρόλος του φαντασιακού στο ερωτικό, ενώ το απτό χρησιμεύει απλώς ως έναυσμα, ως πρώτη ύλη για την ποιητική μετάπλαση του βιώματος. «Σώμα θυμήσου...», όπως θα πει στο αναγνωρισμένο του ποίημα.

«Ετσι» απλώς ανάγει σε μυθική μορφή («για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη») την αρσενική πόρνη που αγόρασε τη φωτογραφία της κρυφά στο δρόμο, για να μην τον δει ο αστυνόμος.

Στο ποίημα «Μισή ώρα» ομολογεί, με άλλα λόγια, ότι «επιθυμίες κι αισθήσεις εκόμισε εις την Τέχνην», αφού με τη βοήθεια της αλκοόλης φαντασιώνεται ότι αγγίζει ερωτικά έναν παρακείμενο νέον που καθυστερεί, ίσως εσκεμμένα, στο μπαρ.

Στον ίδιο τόνο και το ποίημα «Ο Γενάρης του 1904», όπου αναπολεί έναν έρωτά του, αλλά κι «Ο Δεκέμβρης του 1903» είναι ομολογία έρωτος παντοτινού, που εμφιλοχωρεί στα γραπτά, στις σκέψεις και στις ιδέες του ποιητή. Ενώ στο ποίημα «Ο δεμένος ώμος» ο Καβάφης περιγράφει μια ακραία φετιχιστική πράξη: να κρατήσει και να φιλήσει τα ματωμένα κουρέλια από τον τραυματισμένο ώμο του άλλου.

«Ο Σεπτέμβρης του 1903» δίνει τροφή στους ιδεαλιστές υποστηρικτές των ανεκπλήρωτων πλατωνικών ερώτων του ποιητή. Δηλώνει δειλός κι ανικανοποίητος. Στο κρυμμένο ποίημα «Πρόσθεσις» χαίρεται την ιδιαιτερότητά του και γιορτάζει που δεν αποτελεί ακόμα μια μονάδα εξομοιωμένων ατόμων του σωρού.

«Στες σκάλες» συναντά έναν άλλο πελάτη του πορνείου όπου συχνάζει, όμως η ανταλλαγή βλεμμάτων δεν ευοδώνεται, κρύβεται και φεύγει δυστυχής. «Στο θέατρο» φαντασιώνεται πάλι κοιτάζοντας έναν «διεφθαρμένο» νέο που του τον είχαν σχολιάσει το ίδιο απόγευμα. «Στο σπίτι της Ψυχής» τα πάθη είναι ωραίες γυναίκες που γλεντούν, ενώ οι Αρετές κακάσχημες φιγούρες που οφθαλμοπορνούν έξω από τα τζάμια.

Βεβαίως, υπάρχει κι ο ιστορικός, ο μεταφυσικός, ο χριστιανός, ο «εθνικός», ο παλινωδών Καβάφης. Οπως όλοι οι αυθεντικοί, πρωτότυποι ποιητές, είναι αντιφατικός, παραπαίων μεταξύ Φωτός και Σκότους, μεταξύ αθανασίας της ψυχής κι εκπαγλότητος της φθαρτής σαρκός. Είναι σημαίνων, αν και ατελής, είναι κρυμμένος και πασιφανής, είναι αθάνατος αν και ληξιπρόθεσμος, είναι θνητός αν κι άγγιξε κι αυτός τον αθάνατο κόσμο των ιδεών από το πρώτο το σκαλί της υψηλής τέχνης της Ποιήσεως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο