Έντυπη Έκδοση

Τραγουδώντας το θάνατο

Δύο άνθρωποι που βίωσαν τον τρόμο στο γκέτο της βαρσοβίας. Η Βιέρα Γκραν και ο Βλαντισλαφ Σπίλμαν συναντιούνται όχι ως παλαιοί σύντροφοι αλλά ως εχθροί πλέον, στις σελίδες ενός βιβλίου

α μπορούσε να είναι ακόμη ένα βιβλίο που θα αναφερόταν στο Ολοκαύτωμα, ειδικότερα στην τύχη των Πολωνών Εβραίων. Ενα βιβλίο που θα περιέγραφε την τραγική κατάσταση που δεκάδες χιλιάδες βίωσαν στο γκέτο της Βαρσοβίας πριν μεταφερθούν στα στρατόπεδα του θανάτου. Είναι και αυτά, μόνο που το «Βιέρα Γκραν, η κατηγορούμενη» της Αγκάτα Τουσίνσκα (μετάφραση Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Καπόν) πάει ακόμα πιο πέρα στην κόλαση, περιγράφοντας τη ζωή μιας γυναίκας με φόντο την αίγλη, το θάνατο, την ατίμωση.

Διαφημιστική αφίσα για συναυλία της Γκραν στο Ισραήλ Διαφημιστική αφίσα για συναυλία της Γκραν στο Ισραήλ Η Βιέρα Γκραν υπήρξε. Ηταν τραγουδίστρια, νεότατη, διάσημη και πάμπλουτη. Μετά έγινε η τραγουδίστρια του γκέτο. Γλίτωσε τη μεταγωγή σε στρατόπεδο συγκέντρωσης δραπετεύοντας. Είδε την Πολωνία ελεύθερη και καταγγέλθηκε ως συνεργάτις των Γερμανών. Αθωώθηκε τόσο από τα πολωνικά όσο και από τα εβραϊκά δικαστήρια. Εφυγε με ειδική άδεια από τη γενέθλια χώρα της. Ταξίδεψε στο Ισραήλ, στην Ευρώπη και στον κόσμο. Τραγούδησε σε καμπαρέ του Καράκας, αλλά και στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης. Το στίγμα όμως την ακολουθούσε παντού. Οταν γέρασε δεν είχε να φοβάται παρά μόνο από τον εαυτό της, αφού η καταδίωξη της είχε γίνει ψύχωση.

Πιανίστας της Βιέρα ήταν ο Βλάντισλαφ Σπίλμαν, ο ίδιος του οποίου η ζωή έγινε αρχικά βιβλίο και στη συνέχεια κινηματογραφική ταινία από τον Πολάνσκι. Αν την έχετε δει δεν μπορεί παρά να θυμάστε εκείνη την ψηλόλιγνη φιγούρα που, έχοντας διαφύγει επίσης από το γκέτο, κρυβόταν από σπίτι σε σπίτι λιμοκτονώντας. Οπως και η Βιέρα, η οποία το 1996 στο Ιδρυμα του Ολοκαυτώματος στην Καλιφόρνια τον κατήγγειλε ως μέλος της εβραϊκής αστυνομίας του γκέτο, εν ολίγοις ως συνεργάτη των ναζί. Μπορεί έτσι να του ανταπέδιδε τα ίσα. Εχοντάς τον προσλάβει στο κέντρο όπου εργαζόταν στη διάρκεια του πολέμου, περίμενε από αυτόν -αν μη τι άλλο- να μην την αποπέμψει σκαιά όταν το 1945 του ζήτησε δουλειά κατηγορώντας την ως συνεργάτιδα των Γερμανών.

Η Τουσίνσκα ως δημοσιογράφος αφήνει τους, κάθε άλλο παρά φανταστικούς, ήρωές της να αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Και δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω. Σχηματίζει κομμάτι κομμάτι ένα παζλ, εστιάζοντας κατ' αρχάς στη Βιέρα αλλά δίνοντας πλήρως την ατμόσφαιρα γύρω της. Ατμόσφαιρα που μυρίζει μπαρούτι. Και αληθινό, αλλά και εκείνο το άλλο που δημιουργείται από τις φήμες. Πράγματι, μετά το τέλος του πολέμου οι φήμες είχαν την τιμητική τους: Ποιος μίλησε σε Γερμανό; Ποιος εργάστηκε σε θέατρα τα οποία παρακολουθούσαν οι κατακτητές; Ποια τραγούδησε για τους συνεργάτες; Ποια ή ποιος δεχόταν να φάει μαζί τους; Οι ποινές, διαρκούντος του πολέμου, για τέτοιου είδους εγκλήματα, ξεκινούσαν από το κούρεμα για τις γυναίκες και έφταναν ώς την εκτέλεση. Μετά το τέλος του πολέμου τα δικαστήρια είχαν τον πρώτο λόγο. Δεν κούρευαν αλλά μπορούσαν να στήσουν κάποιους, όπως και το έκαναν, στον τοίχο. Βλέποντας τις συγκρουόμενες μαρτυρίες για τη διαγωγή της Βιέρα Γκραν είναι να διερωτάσαι πώς αυτή η γυναίκα γλίτωσε. Και πώς μπόρεσε να ενταχθεί στη ζωή, έστω και γεμάτη πληγές.

Η Τουσίνσκα συνάντησε τη Βιέρα στα γηρατειά της. Κι έξυσε πολύ προσεκτικά αυτές τις πληγές. Οχι για να τις ματώσει, αλλά για να αποσπάσει όσο περισσότερα ψήγματα αλήθειας μπορούσε. Πράγμα που εν τέλει κατάφερε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο