Έντυπη Έκδοση

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Σκαλώνει στο ΣτΕ το Μνημόνιο 2

Το άρθρο 22 του Συντάγματος αποδεικνύεται οχυρό για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις

Κόλαφος για την κυβέρνηση, το 2ο Μνημόνιο και τις εργοδοτικές οργανώσεις αναμένεται να αποτελέσει η δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία κρίνεται αντισυνταγματική η ρύθμιση για την κατάργηση του δικαιώματος της προσφυγής στη Διαιτησία, όσον αφορά το καθεστώς των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη και υπογραφή συμβάσεων εργασίας.

Φωτογραφία αρχείου από Ολομέλεια του ΣτΕ Φωτογραφία αρχείου από Ολομέλεια του ΣτΕ Η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί για πρώτη φορά ένα μεγάλο ρήγμα στις μνημονιακές αποφάσεις, οι οποίες επί της ουσίας κατήργησαν τον προστατευτισμό στα εργατικά δικαιώματα, σε αντίθεση και αναντιστοιχία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ιδιαίτερα στο «κομμάτι» της ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης, επαναφέροντας την προσφυγή, η οποία είχε καταργηθεί μονομερώς στις διαιτητικές αποφάσεις, αλλά και το ρόλο συνολικά του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), στη διαμόρφωση των κλαδικών αυξήσεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Ε», καθοριστικές ως προς τις εξελίξεις, που κρίνουν αντισυνταγματική τη συγκεκριμένη μνημονιακή διάταξη του ν. 4046/12, είναι οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί μέχρι τώρα κατά τις αλλεπάλληλες διασκέψεις της Ολομέλειας (συνολικά 6).

Στις διασκέψεις αυτές έχει συγκροτηθεί μια συμπαγής ισχυρή πλειοψηφία δικαστών που φαίνεται να καταλήγει στην άποψη ότι είναι αντισυνταγματική η ρύθμιση για την κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία.

Η μνημονιακή ρύθμιση έχει δεχθεί πυρά, καθώς καταστρέφει ολοκληρωτικά το μηχανισμό που εξασφαλίζει τη δυνατότητα συλλογικής ρύθμισης των όρων εργασίας και αναδεικνύει ως βασικό και αποκλειστικό παράγοντα διαμόρφωσής τους την ατομική σύμβαση.

Προβλήματα αντισυνταγματικότητας

Οι δικαστές, υπό την προεδρία του Κων. Μενουδάκου, διέγνωσαν πρόβλημα συνταγματικότητας στην πρόβλεψη του Μνημονίου σύμφωνα με την οποία, εάν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΣΣΕ) αποτύχουν, η προσφυγή στη Διαιτησία είναι δυνατή μόνο εάν συναινούν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή με κοινή συμφωνία των εργοδοτών και των συνδικάτων, και όχι μονομερώς, όπως ισχύει μέχρι σήμερα.

Η Ολομέλεια, σύμφωνα με πληροφορίες, αποφαίνεται ότι η Διαιτησία είναι συνταγματικώς διασφαλισμένη και επομένως δεν μπορεί να καταργηθεί το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής σε αυτήν.

Ανυπέρβλητο εμπόδιο είναι το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις, και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η Διαιτησία».

Πριν από ένα χρόνο, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής είχε κρίνει, και αυτή, ως αντισυνταγματική τη ρύθμιση, ενώ απόφαση για τη συνταγματική κατοχύρωση της διαιτησίας έχει εκδώσει και η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το 2004.

Στο στόχαστρο του ΣτΕ μπήκαν τα μέτρα του Μνημονίου ΙΙ, μετά τη βασική προσφυγή που είχε καταθέσει τον Μάρτιο του 2012 στο ΣτΕ η ΓΣΕΕ, με την οποία υποστήριζε ότι με την πράξη του υπουργικού συμβουλίου (6/2012) που υλοποιεί το Μνημόνιο προσβάλλεται ο πυρήνας θεμελιωδών δικαιωμάτων που έχουν υπερνομοθετική ισχύ.

Οι νομικοί εκπρόσωποι της ΓΣΕΕ, στη δικαστική μάχη που είχε δοθεί στο ανώτατο δικαστήριο τον περασμένο Δεκέμβριο, είχαν υποστηρίξει ότι η επίμαχη υπουργική πράξη προσκρούει σε διεθνείς συμβάσεις εργασίας, σε διατάξεις του Συντάγματος, αλλά και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Οσον αφορά τις μειώσεις κατά 22% των αποδοχών των εργαζομένων και κατά 33% των νέων κάτω των 25 ετών, θα μείνουν εκτός του πεδίου ελέγχου των δικαστών, καθώς κρίνεται ότι έχουν επέλθει αλλαγές στο καθεστώς των ελάχιστων αμοιβών με το Μνημόνιο ΙΙΙ.

Τελικά, δεν φαίνεται να προκρίνεται και η «λύση» της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως είχαν προτείνει σύμβουλοι Επικρατείας, προκειμένου να αποφανθεί αν οι διατάξεις του Ν. 4046/2012 και της επίμαχης Π.Υ.Σ. είναι σύμφωνες με ευρωπαϊκές Οδηγίες.

Τι προβλέπει

Οι συγκεκριμένες διατάξεις προέβλεπαν ότι από 14/2/2012 η προσφυγή στη Διαιτησία γίνεται αποκλειστικά με κοινή συμφωνία των μερών, δηλαδή εργοδοσίας και συνδικαλιστικού οργάνου, που διαπραγματεύονται για τη σύναψη και υπογραφή συλλογικής σύμβασης.

Επιπλέον, ο νόμος οριοθετεί την προσφυγή στη Διαιτησία, η οποία πλέον «περιορίζεται αποκλειστικά στον καθορισμό βασικού μισθού ή/και βασικού ημερομισθίου, και δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνεται σε αυτήν κανένα άλλο ζήτημα, αλλά ούτε και ρήτρες που διατηρούν κανονιστικούς όρους προηγούμενων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή Διαιτητικών Αποφάσεων».

Ο διαιτητής, ή η Επιτροπή Διαιτησίας, λαμβάνει υπ' όψιν του τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της Διαιτησίας, και κυρίως τις οικονομικές συνθήκες, την πρόοδο στη μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας, τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και την παραγωγική δραστηριότητα στον επαγγελματικό κλάδο που σχετίζεται με τη διαφορά.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι στο ίδιο άρθρο περιλαμβάνεται και η επίμαχη διάταξη που προβλέπει ότι «από 14/2/2012, και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως, ενδεικτικά, το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ)
Μνημόνιο
Κυβέρνηση