Ηλεκτρονική Έκδοση

Αναδημοσίευση από το ένθετο «Ιστορικά» της 22/5/2003

Μαρτυρία του ναυάρχου Νίκου Παππά για το Κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

«Αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού και Δικτατορία»

Τη δική του μαρτυρία για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού στον αντιδικτατορικό αγώνα έδωσε τον Μάιο του 2003 ο ίδιος ο Νίκος Παππάς. Με ένα κείμενό του, που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας» στις 22 Μαΐου 2003, υπό τον τίτλο «Αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού και Δικτατορία», ο πρώην κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Βέλος» εξιστορεί τα ιστορικά γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησε.

Το αντιτορπιλικό «Βέλος» μετά την ανταρσία, στις 25 Μαΐου 1973 (Αρχείο Κωνσταντίνου Ματαράγκα, πλοιάρχου Π.Ν. ε.α.) Το αντιτορπιλικό «Βέλος» μετά την ανταρσία, στις 25 Μαΐου 1973 (Αρχείο Κωνσταντίνου Ματαράγκα, πλοιάρχου Π.Ν. ε.α.)  

"Αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού και Δικτατορία"

 

Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΠΠΑ ναυάρχου, επιτίμου αρχηγού ΓΕΝ και πρώην κυβερνήτη Α/Τ «Βέλος»
 
Καμία περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει με απόλυτη ακρίβεια τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς των αξιωματικών του Ναυτικού ενάντια στη δικτατορία.
 
Η απαράδεκτη μυωπική και ανερμάτιστη πολιτική της χούντας στο εσωτερικό και το εξωτερικό οδηγούσε τη χώρα σε διεθνή απομόνωση, σε επικίνδυνα αδιέξοδα, στον ευτελισμό του λαού και την απαξία των Ενόπλων Δυνάμεων.
 
Οι νομιμόφρονες αξιωματικοί του Ναυτικού, γαλουχημένοι με τις αρχές της δημοκρατίας, με την ένδοξη ιστορία των ναυτικών αγώνων για την προάσπιση και την ανεξαρτησία του έθνους, ενός Ναυτικού που ποτέ δεν υπέστειλε τη σημαία του, διακατεχόμενοι από πνεύμα ανεξαρτησίας, αξιοπρέπειας, υπερηφάνειας και ελευθερίας σύμφωνα με τις παραδόσεις του όπλου, ήταν φυσικό επακόλουθο να αντιδράσουν.
 
Παρακολουθώντας με έντονη ανησυχία και ενοχή τις εθνικά επιζήμιες ενέργειες και πράξεις των δικτατόρων, όπως την κατάλυση της δημοκρατίας, τη φυλάκιση της πολιτικής ηγεσίας του τόπου, την ασυγχώρητη και σαδιστική βαρβαρότητα που επεδείκνυαν σε Ελληνες πολίτες και στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων μέσα στα ατιμασμένα στρατόπεδα κακοποίησης του ΕΑΤ/ΕΣΑ, επίσης την προσπάθεια ποδηγέτησης του Ναυτικού και της Αεροπορίας και τέλος την απαράδεκτη απόφαση του δικτάτορα να δεχθεί την απόσυρση της μεραρχίας από την Κύπρο, δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν τα στελέχη του Ναυτικού αδιάφορα να δεχθούν το στίγμα συμπόρευσής τους με τους βιαστές του ελληνικού λαού.
 
Από την πρώτη μέρα της 21ης Απριλίου 1967, που επεβλήθη στη χώρα μας η στρατιωτική δικτατορία, από μία ομάδα επίορκων αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, με την ευλογία και ξένων παραγόντων, όλα τα στελέχη του Ναυτικού έδειξαν ότι ήσαν αντίθετα.
 
Οσο περνούσε ο χρόνος, η πίστη τους για μια ουσιαστική αντίδραση άρχισε να εμπεδώνεται. Γνώριζαν ότι οι δικτατορίες με τρεις τρόπους μόνο ανατρέπονται.
 
Ο πρώτος τρόπος είναι η άμεση και καθολική εξέγερση του λαού, η οποία όμως για τις επικρατούσες συνθήκες της εποχής ήταν πολύ δύσκολο να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί.
 
Ο δεύτερος τρόπος και πιο αποτελεσματικός είναι μια εξέγερση των Ενόπλων Δυνάμεων ή ακόμη ενός ικανού τμήματος αυτών εναντίον των πραξικοπηματιών, που με την απειλή της ισχύος των όπλων αυτοί να αναγκαστούν να παραδώσουν την εξουσία.
 
Ο τρίτος τρόπος και πιο οδυνηρός είναι έπειτα από μια εθνική συμφορά. Για εμάς, δυστυχώς, αυτή ήλθε από τη σχιζοφρενική και προδοτική απόφαση του Ιωαννίδη να οργανώσει και να εκτελέσει το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, με αποτέλεσμα το διαμελισμό της Κύπρου.
 
Η πεποίθηση και η πίστη που επικράτησε στους αξιωματικούς του Ναυτικού ήταν ότι μόνον ο δεύτερος τρόπος ήταν ο πλέον πρόσφορος και αποτελεσματικός, δηλαδή με την εξέγερση του Στόλου.
 
Γεγονός, όμως, είναι ότι η οργάνωση μιας συνωμοσίας εναντίον μιας στρατιωτικής δικτατορίας από εν ενεργεία αξιωματικούς είναι μια δύσκολη και άκρως επικίνδυνη υπόθεση, δεδομένου ότι ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, που πάντα επικρέμαται, προβλέπει γι' αυτούς έκτακτο στρατοδικείο, συνοπτική διαδικασία, παραπομπή για εσχάτη προδοσία και εκτέλεση.
 
Γι' αυτό τα προς μύηση στελέχη πρέπει να διαθέτουν ιδιαίτερα χαρίσματα, όπως τόλμη, αποφασιστικότητα, ψυχική αντοχή, για αντιμετώπιση κάθε δύσκολης περίπτωσης, και ιδιαίτερα η πίστη τους για επιτυχία του αντικειμενικού σκοπού να είναι αταλάντευτη. Συναισθηματικοί, κοινωνικοί και οικογενειακοί προβληματισμοί τουλάχιστον για τους επικεφαλής πρέπει παντελώς να αγνοούνται.
 
Η πρώτη ενέργεια του Ναυτικού ήταν η συμμετοχή στο αντικίνημα του βασιλιά, στις 13 Δεκεμβρίου 1967, που το στήριξε ακολουθώντας τη φυσική του ηγεσία και με προσήλωση στη νομιμότητα, που ήταν τότε η επαναφορά της χώρας στη συνταγματική τάξη.
 
Υστερα από αυτή την προσπάθεια και μέσα στο 1968 συνωμοτικές ομάδες αξιωματικών σχεδίασαν δύο αντιδικτατορικές ενέργειες, την απαγωγή του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου κατά τη διάρκεια της ασκήσεως «Θρίαμβος» τον Αύγουστο του 1969 και την κατάληψη της Κρήτης το 1970, που ματαιώθηκαν για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως των μυημένων αξιωματικών.
 
Παρά τις παραπάνω ματαιώσεις, που δεν ήσαν ευρύτερα γνωστές, οι μύχιες σκέψεις και οι συζητήσεις μεταξύ μεμονωμένων ομάδων, φίλων ή συμμαθητών, κατέληξαν στην οριστική απόφαση οργανώσεως ενός κινήματος από το σύνολο και με πίστη ότι ο Στόλος μπορούσε να ανατρέψει τη δικτατορία.
 
Ενας βασικός πυρήνας ήταν οι συμμαθητές και φίλοι της τάξεως του 1948 που συγκρότησαν τη διοικούσα επιτροπή του κινήματος του Ναυτικού. Αυτοί, με την προϋπόθεση ότι οι περισσότεροι από αυτούς θα ήσαν κυβερνήτες των αντιτορπιλικών το 1972 και 1973, έβαλαν στόχο να εκδηλωθεί το κίνημα μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα.
 
Ετσι ξεκίνησε μια πιο συστηματική οργάνωση. Προχώρησαν σταδιακά σε μυήσεις αξιωματικών, οι οποίοι ανταποκρίνονταν αμέσως και με ενθουσιασμό. Μεθοδεύτηκαν επιλεκτικές τοποθετήσεις σε διάφορες νευραλγικές θέσεις.
 
Από το 1969-'70 μέχρι το 1971 οι μυημένοι αξιωματικοί ακολουθούσαν μια στάση αναμονής μέχρι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για την εκδήλωση του εγχειρήματος.
 
Μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα η χούντα είχε προσαρτήσει στις τάξεις της μικρό αριθμό αξιωματικών του Ναυτικού, οι οποίοι ήσαν δακτυλοδεικτούμενοι, απολύτως γνωστοί και περιφρονημένοι από το σύνολο. Ησαν κυρίως αξιωματικοί χαμηλής επαγγελματικής κατάρτισης και αρκετοί προσπαθούσαν με αυτό τον τρόπο να βελτιώσουν τη σταδιοδρομική τους πορεία. Βέβαια, υπήρχαν και ελάχιστοι, που το ιδεολογικό τους πιστεύω ήταν ταυτισμένο με τη χούντα και συμπεριφέρονταν με «κομπασμό».
 
Στο ίδιο χρονικό διάστημα υπήρξαν δημοκρατικοί αξιωματικοί που παραιτήθηκαν οικειοθελώς, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, πράξη που δεν ήταν ουσιαστική, αντίθετα διευκόλυνε τη χούντα στο να απαλλαγεί απ' αυτούς. Η ενέργειά τους αυτή κατεκρίθη δριμύτατα από τους αποφασισμένους να δώσουν τη μάχη από μέσα.
 
Υπήρξαν και λίγες περιπτώσεις μυημένων αξιωματικών που για προσωπικούς τους λόγους αποσύρθηκαν προ της ορισθείσας ημερομηνίας εκδηλώσεως του κινήματος, αλλά παρέμειναν εχέμυθοι μέχρι τέλους.
 
Στο Ναυτικό μεταξύ των στελεχών υπήρχε ανέκαθεν ελευθερία του λόγου όσον αφορά τις πολιτικές πεποιθήσεις. Κατά τη διάρκεια όμως της χούντας αυτό περιορίστηκε σε στενότερους κύκλους.
 
Εχοντας πάντα στόχο εκτέλεσης του κινήματος τη χρονική περίοδο 1972-'73, από τις αρχές του 1971 ανεπτύχθη μεγάλη δραστηριότητα και ο αριθμός των μυημένων αξιωματικών αυξήθηκε κατά πολύ.
 
Μία από τις πιο νευραλγικές θέσεις στο ΓΕΝ ήταν και του τμηματάρχη τοποθετήσεων των αξιωματικών, την οποία κατείχε ένας από τους πρώτους μυηθέντες.
 
Η «μαεστρία» του ήταν ότι έπεισε όλα τα ανώτερα κλιμάκια για τις «σωστές» εισηγήσεις του.
 
Ετσι, το 1972 τοποθετήθηκαν αξιωματικοί ως κυβερνήτες, ύπαρχοι, πρώτοι μηχανικοί στα πλοία του Στόλου και σε άλλες νευραλγικές υπηρεσίες των επιτελείων, των υπηρεσιών και στους ναυστάθμους.
 
Πέραν της συμμετοχής των παραπάνω αναφερομένων στελεχών και μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού, υπήρχαν και από το Στρατό Ξηράς και την Πολεμική Αεροπορία μυημένοι ολιγάριθμοι αξιωματικοί με ενεργό συμμετοχή. Ως παράδειγμα αναφέρεται μόνο από το Στρατό ο τότε ταγματάρχης αείμνηστος Σπύρος Μουστακλής, που βασανίστηκε βάναυσα στο κολαστήριο ΕΑΤ/ΕΣΑ και που θα αναλάμβανε φρούραρχος στη Σύρο, όπου προεβλέπετο η κατάληψη του νησιού, προκειμένου να σχηματισθεί εκεί Εθνική Κυβέρνηση. Από πλευράς Αεροπορίας, οι μυημένοι αξιωματικοί θα αποτελούσαν τους πυρήνες στα αεροδρόμια και τις υπηρεσίες, ώστε να μην κινηθούν αεροσκάφη εναντίον του επαναστατημένου Στόλου. Ηταν δεδομένο ότι και στην Αεροπορία το επικρατούν πνεύμα ήταν αντιδικτατορικό.
 
Οι πιστοί στον όρκο τους αξιωματικοί είχαν υποχρέωση να κάνουν ό,τι ήταν δυνατόν για την επαναφορά της χώρας στη συνταγματική τάξη.
 
Το χρόνο αυτό κάθε μυημένος προϊστάμενος προετοίμαζε τον τομέα του. Οι αξιωματικοί των Επιτελείων προσάρμοζαν τις ασκήσεις-κινήσεις των πλοίων του Στόλου ώστε στη δεδομένη στιγμή να αντιδράσουν. Ηταν και αυτό μια πολύ λεπτή υπόθεση.
 
Τα συνεργεία του ναυστάθμου αποκαθιστούσαν αμέσως τις τυχόν βλάβες των μηχανημάτων και των συσκευών των πλοίων και αυτά εφοδιάζονταν με καύσιμα και τα απαραίτητα υλικά με ταχύτατο ρυθμό.
 
Την άνοιξη του 1973 όλοι και όλα ήταν έτοιμα. Η διαταγή επιχειρήσεων είχε υποστεί τις τελικές προσαρμογές. Το κίνημα θα εκδηλωνόταν στις πρώτες ώρες της 23ης Μαΐου, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης-σχεδιασμένης άσκησης.
 
Ολες οι τελευταίες οδηγίες και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες απόπλου είχαν αρχίσει, «είχε ανάψει το πράσινο φως» για έναρξη του κινήματος την 22α Μαΐου και ώρα 02.00.
 
Τις βραδινές ώρες της 21ης Μαΐου υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις ότι το κίνημα είχε προδοθεί. Οι αρχές ασφαλείας της χούντας δεν είχαν όμως σαφή και συγκεκριμένη εικόνα.
 
Το ίδιο βράδυ, αργά, ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ, ως πολιτικός σύμβουλος, εξέφρασε τη γνώμη ότι το κίνημα έπρεπε στη φάση που ήταν να εκδηλωθεί το ταχύτερο.
 
Το πρωί της επόμενης μέρας και μέχρι το μεσημέρι της 22ας Μαΐου υπήρχε ακόμη χρόνος και τρόπος απόπλου ορισμένων πλοίων. Δυστυχώς, επικράτησε η συντηρητική άποψη και παρά τις πιέσεις ορισμένων υπάρχων να αποπλεύσουν πλοία, κανένα δεν απέπλευσε, ενώ αργά το βράδυ ελήφθη η μοιραία απόφαση αναβολής του κινήματος με τη συνθηματική λέξη «Σοφοκλής».
 
Η διασταύρωση των πληροφοριών από τη χούντα έγινε αρκετές ώρες αργότερα, στις απογευματινές ώρες της 22ας Μαΐου, οπότε οι κυβερνήτες των πλοίων κλήθηκαν να παρουσιασθούν στο Αρχηγείο του Στόλου, ενώ συγχρόνως συνελήφθησαν οι δύο πρώτοι αξιωματικοί στα σπίτια τους.
 
Οι κυβερνήτες τέθηκαν υπό περιορισμό. Το σύνθημα ακύρωσης «Σοφοκλής» μεταδόθηκε προς όλα τα επαναστατημένα κλιμάκια.
 
Την επόμενη μέρα, 23 Μαΐου, άρχισαν σταδιακά οι συλλήψεις που συνεχίστηκαν μέχρι και τη 16η Ιουνίου. Εφθασαν τις 70 και σταμάτησαν.
 
Το Α/Τ «Βέλος» εγκατέλειψε την άσκηση του ΝΑΤΟ και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, για να συνεχίσει τον αντιδικτατορικό του αγώνα, με τον κυβερνήτη, έξι σημαιοφόρους και είκοσι πέντε υπαξιωματικούς όπου εκεί τους εδόθη πολιτικό άσυλο.
 
Αξιωματικοί που υπηρετούσαν σε θέσεις του ΝΑΤΟ και σε άλλες αποστολές του εξωτερικού παραιτήθηκαν, ενώ άλλοι που δεν είχαν συλληφθεί παραδόθηκαν οικειοθελώς, για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους συλληφθέντες. Οι συλληφθέντες αξιωματικοί φυλακίστηκαν και παρέμειναν σε άθλιες συνθήκες απομόνωσης επί τρίμηνο, ενώ υπέστησαν βασανιστήρια από τα ανδρείκελα της στρατιωτικής αστυνομίας.
 
Περήφανοι παραδέχθηκαν τη συμμετοχή τους στο αντιδικτατορικό κίνημα και όρθωσαν τη στρατιωτική τους τιμή στα ανθρωποειδή της χούντας, που δεν ανέχονταν να πιστέψουν ότι ήταν δυνατό να είχαν εξαπατηθεί. Σύμπλεγμα που τους έκανε «έξω φρενών».
 
Στο τρίμηνο που μεσολάβησε, μέχρι τον Αύγουστο που δόθηκε γενική αμνηστία, πλην των 32 ανδρών του Α/Τ «Βέλος» και προτού οι συλληφθέντες αξιωματικοί τεθούν σε απόταξη, στις 3 Σεπτεμβρίου 1973, είχε ήδη προηγηθεί η παραπομπή τους στο έκτακτο στρατοδικείο από 27 Ιουλίου.
 
Ελεύθεροι και περήφανοι, με το κεφάλι ψηλά, αντίκριζαν τους πολίτες με καθαρό βλέμμα γιατί αισθάνονταν ότι είχαν επιτελέσει το καθήκον τους. Οι πολίτες με θαυμασμό το αναγνώριζαν και με καμάρι έλεγαν: «Είναι αξιωματικός του Ναυτικού».
 
Υπήρχε και ένα παράπονο, δικαιολογημένο, από συναδέλφους που δεν είχαν μυηθεί. Δεν ήξεραν όμως ότι αυτό είχε τη σκοπιμότητα της προστασίας τους, μέχρι να εκραγεί το κίνημα. Ηταν απόλυτα βέβαιο ότι αυτοί θα ακολουθούσαν αυθόρμητα και με ενθουσιασμό.
 
Μετά τη Μεταπολίτευση όλοι οι απότακτοι, πάντα σεμνοί και αθόρυβοι, ανακλήθηκαν από την Εθνική Κυβέρνηση και τοποθετήθηκαν σε καίριες θέσεις βοηθώντας στην εδραίωση της δημοκρατίας και συνέχισαν την καριέρα τους υπηρετώντας την πατρίδα.
 
Κατά καιρούς πολλά λέγονται περί δήθεν καθοδηγήσεως του κινήματος από εσωτερικούς ή εξωτερικούς παράγοντες. Τίποτα αναληθέστερο.
 
Το κίνημα του Ναυτικού του Μαΐου του 1973 είχε χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από άλλα στρατιωτικά κινήματα και το καθιστούν μοναδικό.
 
Η αλήθεια είναι ότι:
 
-Οργανώθηκε με απόλυτη και μόνον πρωτοβουλία των εν ενεργεία αξιωματικών, οι οποίοι ήταν διαφορετικών πεποιθήσεων.
 
-Δεν απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας ή με σκοπό την αντικατάσταση των δικτατόρων.
 
-Δεν συνδέθηκε με επιδιώξεις οποιασδήποτε πολιτικής και πολύ περισσότερο κομματικής παράταξης.
 
-Κανένα πολιτικό πρόσωπο ή οργάνωση δεν παρεκκίνησε τους συμμετασχόντες.
 
Πέρασαν 30 χρόνια από τότε που ένα καλά σχεδιασμένο αντιδικτατορικό κίνημα, από τα σπλάχνα του στρατεύματος, καίτοι δεν εκδηλώθηκε ως στρατιωτικό εγχείρημα, είχε άμεσες και καταλυτικές επιπτώσεις.
 
Για να ακριβολογήσουμε, ήταν μια επανάσταση του Στόλου, υπό την έννοια ότι εξέφραζε τη θέληση, τους πόθους και την ψυχή του ελληνικού λαού για επαναφορά στη δημοκρατική νομιμότητα και πολιτογραφείται δικαιωματικά ως η αξιολογότερη δυναμική ενέργεια για την πτώση της χούντας.
 
Το μήνυμα που παραμένει είναι ότι πολιτική ηγεσία, Ενοπλες Δυνάμεις και λαός ενωμένοι και με ομοψυχία μπορούν πάντα να προστατεύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα και την ασφάλεια της πατρίδας μας από κάθε κίνδυνο.
 

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Ενοπλες δυνάμεις
Κύριο θέμα
Πέθανε ο ναύαρχος Νίκος Παππάς