Έντυπη Έκδοση

Βρετανική κωμωδία

D. C. Jackson, «Η ρομαντική μου ιστορία»
* ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος Θέατρο του Νέου Κόσμου

«Η ρομαντική μου ιστορία» «Η ρομαντική μου ιστορία» Ο Σκοτσέζος Ντάνιελ Τζάκσον (Γλασκόβη, 1980) ανήκει στη νεότερη γενιά Βρετανών συγγραφέων, διαθέτοντας καυστικό χιούμορ και αντι-ηρωική ματιά πάνω στα πρόσωπα που κατασκευάζει. «Η ρομαντική μου ιστορία», έργο που έλαβε το α' βραβείο στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου το 2010, μεταφράζεται με ρυθμό και ευστοχία από την Κοραλία Σωτηριάδου, σκηνοθετείται με παιγνιώδη, νεανική διάθεση από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και ερμηνεύεται πρώτιστα από τον ιδανικό για το ρόλο Μάκη Παπαδημητρίου.

Είναι αλήθεια ότι το έργο θα μπορούσε να είχε γραφτεί πάνω στον εξαιρετικό αυτό Ελληνα ηθοποιό. Αλλά και το αντίστροφο: να είναι αυτός που έδωσε σχήμα και πνοή στην επιτυχημένη εκδοχή του σκηνικού προσώπου του Τομ, με τα δικά του πληθωρικά ερμηνευτικά εργαλεία: ο μέτριας εμφάνισης τριαντάρης που ψάχνει απεγνωσμένα την αδελφή ψυχή να παντρευτεί και γύρω του οι γυναίκες της ζωής του, ρευστές, άπιαστες, ανικανοποίητες, απαιτητικές, γοητευόμενες από εκείνους που διαθέτουν λάμψη και τόλμη. Γνωστή, παλιά ιστορία.

Η ιστορία της διαρκούς «ατυχίας» στην οποία νιώθει εγκλωβισμένος ο Τομ, παραβλέποντας τα δικά του λάθη, δίνεται με διαδοχικές εναλλαγές παρελθόντος και παρόντος, αλλά, στη συνέχεια, και μέσα από τη γυναικεία ματιά, που τελικά δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του Τομ. Η Εμι ζει τη δική της ανασφάλεια, η Αλισον ξεπηδά από το παρελθόν ως ο άτυχος, ατελέσφορος έρωτας, η γιαγιά παρηγορεί, ο αιώνιος ανταγωνιστής στον έρωτα Κάλβιν εμφανίζεται από το παρελθόν, οι καταστάσεις περιπλέκονται διαρκώς με την είσοδο νέων προσώπων τού άλλοτε και του τώρα. Πρόσωπα που ερμηνεύουν με λιτά μέσα και δίχως προσποιήσεις οι Κατερίνα Λυπηρίδου και Σύρμω Κεκέ, ακολουθώντας τους έντονους ρυθμούς, τις εναλλαγές, το χιούμορ, σε μια σκηνή διάσπαρτη από μαξιλάρια και πουφ, που αντανακλούν τη γενική κατάσταση αταξίας συναισθημάτων και καθημερινών σχέσεων των προσώπων (σκηνικά-κοστούμια της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου).

Οι χρονικές παύσεις δηλώνονται με σταμάτημα της δράσης και τα πρόσωπα κολλούν στον τοίχο του βάθους σε συγκεκριμένες στάσεις, με πίσω τους μια βιντεο-προβολή (του Παντελή Μάκκα) που σχολιάζει με το δικό της τρόπο τα δρώμενα. Επιτυχή μουσικά ακούσματα εισβάλλουν στο χώρο (επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς), ενώ το χαρίεν παιχνίδι ακολουθούν οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθέτησε με δροσιά και επιτηδευμένη ελαφρότητα τα αυτοβιογραφούμενα πρόσωπα ενός έργου με έξυπνες ατάκες, αυτοσαρκασμό και συνεχείς αισθηματικές αδεξιότητες. Εργο που χαρτογραφεί μεγάλο μέρος των σύγχρονων σχέσεων των δύο φύλων. Ενα απολαυστικό θέαμα.

Οπως πάντα, το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο συλλεκτικό πρόγραμμα του θεάτρου.

Mike Bartlett, «Love, love, love»

* ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μαριάννα Κάλμπαρη Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» - Φρυνίχου

Ο γεννημένος στην Οξφόρδη (1980) Μάικ Μπάρτλετ αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα ανερχόμενου τριαντάρη Βρετανού συγγραφέα. Το έργο του «Love, love, love» (2010) βραβεύτηκε ως καλύτερο νέο έργο της χρονιάς (Theatre Awards 2011). Πρόκειται για ένα έργο που κινείται γραμμικά σε δύο εποχές, αντιπαραβάλλοντας μάλλον σχηματικά και κοινότοπα τη γενιά της έκρηξης του '60ς με τη σημερινή της εξέλιξη, θέτοντας το ερώτημα «τι απέγινε η γενιά των χίπις», του συνθήματος «κάντε έρωτα κι όχι πόλεμο».

Ο Κένεθ και η Σάντρα ερωτεύονται παράφορα (παραγκωνίζοντας τον Χένρι), μέσα στην ελευθεριάζουσα κατάσταση των '60ς, παντρεύονται νέοι, πετυχαίνουν στη ζωή, κάνουν παιδιά που παραπαίουν μεταξύ ψυχικής ασθένειας και αποτυχίας, χωρίζουν, γερνούν, κινούμενοι σε ένα γενικευμένο κομφορμιστικό κλίμα, που μετέτρεψε τους πρώην χίπις σε βολεμένο κατεστημένο. Οι παράγοντες εξέλιξης απουσιάζουν, το έργο μιλάει με προδεδομένα και γενικευμένα στερεότυπα, δεν τέμνει την πορεία, αλλά επιβάλλει την κατάληξη σχεδόν συνθηματικά.

Η μεταφράστρια και σκηνοθέτρια Μαριάννα Κάλμπαρη, διακρίνοντας προφανώς τη δραματουργική ανεπάρκεια, εισάγει το πρόσωπο του «Περφόρμερ», που εκφωνεί τις σκηνικές οδηγίες -συνθήματα του Μάη του '68, αλλά και, κυρίως, δικά της κείμενα, που δημιουργούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ σκηνών-, ένα είδος κονφερανσιέ-dj που, τοποθετημένος συνεχώς μπροστά στην κονσόλα του ήχου, φροντίζει για τα μουσικά ακούσματα που διαγράφουν χρόνους και εποχές (επιμέλεια του Γιάννη Σορώτου). Στο ρόλο (και αρχικά και σε εκείνον του Χένρι) ο Νέστωρ Κοψιδάς αποτελεί το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της παράστασης, υποκριτικά όσο και σκηνικά.

Ενας καναπές (σκηνικά και κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη) αποτελεί το βασικό σκηνικό αντικείμενο του οποίου η περιστροφή στο χώρο σηματοδοτεί εύστοχα τη ροή του χρόνου. Στους ρόλους των Σάντρα και Κένεθ η πάντα σωστή Αννα Κουτσαφτίκη (με στιγμές, στην ώριμη ηλικία, ιδιαίτερα καλές) και ο χωρίς εναλλαγές, συμπαθής ως σκηνική παρουσία, Διαμαντής Καραναστάσης. Στους ρόλους των παιδιών, διεκπεραιωτικοί ο Κώστας Σιλβέστρος και η Ειρήνη Στρατηγοπούλου.

Σίγουρα, οι πρώτες ανυψωτικές σκηνικές εικόνες προδιέθεταν για πολύ περισσότερα από την κοινοτοπία, τις δραματουργικές αυθαιρεσίες και υπερβολές και τη σοβαροφάνεια της συνέχειας του έργου, που συμπαρέσυραν σε πτώση την αρχική ζωντάνια των ηθοποιών και την εκπεμπόμενη ενέργεια της παράστασης, η οποία έχασε, με τη σειρά της, το αναγκαίο χιούμορ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου